Το Πρώτο Νορβηγικό Black Metal Album

Προοίμιο

Το καλοκαίρι του 1985 δυο δεκαεφτάρηδες Νορβηγοί με μπλουζάκια Venom και μακριά μαλλιά μέχρι την μέση, βαμμένα κορακί, προκαλούν εντύπωση στο κοινό του Όσλο που περιμένει με ανυπομονησία να δει τους Motörhead. Τα ονόματα που δίνουν στον νεαρό Jon Kristiansen (Metalion) που μόλις τους γνώρισε, είναι Destructor και Necributcher. Λίγο αργότερα θα μάθει πως τα πραγματικά τους ονόματα είναι Øystein Aarseth και Jørn Stubberud. Το κεντρικό σημείο της κουβέντας ήταν η μουσική. Ο Destructor του μιλά με θέρμη για το συγκρότημα που είχαν φτιάξει, κάνα χρόνο τώρα, με τ’ όνομα Mayhem. Η ερώτηση του Jon, που πάγωσε τους συνομιλητές του, ήταν αν είχαν γράψει κάποιο demo tape. Κανένας από τους δυο δε φάνηκε να καταλαβαίνει τι ακριβώς ήταν αυτό. Τον Γενάρη του ‘86 o Metalion πάει στο Ski και θα τους δει για πρώτη φορά σε πρόβα. Στα φωνητικά είχαν τον Eirik “Billy” Norheim (Messiah) και στα τύμπανα τον Kjetil Esten Haraldsson (Manheim), έπαιζαν διασκευές σε Venom, S.O.D, Celtic Frost και Bathory. Εδώ θα δείτε τη πρώιμη κατάσταση του σχήματος, που παίζει να είναι η πρώτη ever εμφάνιση των Mayhem. Η χρονολόγηση της οποίας είναι μάλλον το 1985 και όχι το ’86 όπως αναφέρεται. Πολύ γρήγορα τα ψευδώνυμα αλλάζουν, ο Jørn από Necributcher θα γίνει Necrοbutcher και ο Øystein από Destructor θα γίνει Euronymous, εμπνευσμένος από το κομμάτι “Eurynomos” των Hellhammer (“Satanic Rites” demo, 1983).

Ποιος όμως ήταν ο δαίμονας του Άδη Ευρύνομος;

Η συγκεκριμένη θεότητα δεν υπάρχει ως αναφορά σε Όμηρο & Ησίοδο, ούτε και σε κάποιο άλλο αρχαίο κείμενο που μιλά για τον Άδη και τις θεότητές του. Ωστόσο, κατά τον Παυσανία, υπήρξε η εικόνα του στη «Λέσχη των Κνιδίων» στους Δελφούς. Στο κείμενό του, θα βρούμε τη μοναδική περιγραφή στο παρουσιαστικό του Ευρύνομου. Είναι λέει καθισμένος σε δέρμα γύπα, δείχνει τα δόντια του και το δέρμα του έχει μελανό χρώμα, σαν τις μύγες που κάθονται πάνω στα κρέατα. Οι εξηγητές των Δελφών υποστηρίζουν πως ο Ευρύνομος έτρωγε τις σάρκες των νεκρών και άφηνε μόνο τα κόκκαλα. Ο Νορβηγός πήρε τη λέξη από τ’ αγγλικά και την οδήγησε προς τα λατινικά, για να εξάγει με την προφορά της τη μεγαλοπρέπεια και το Satanic image, που θα τον βοηθούσαν να φτιάξει τον δικό του homo fictus. Οπότε το “Eurynomos” των Hellhammer, που ήταν η σωστή απόδοση στ’ αγγλικά (από τα ελληνικά) μεταλλάχθηκε στο μυαλό του Νορβηγού για να πάρει την τελική εκφορά Euronymous και να μείνει στην ιστορία.

Pure Fucking Armageddon

Το άρθρο/flyer στο Slayer mag. 3 & 4 (‘86) έκανε το σχήμα γνωστό πριν αυτό ξεκινήσει να φτιάχνει τα δικά του κομμάτια. Σύντομα, tape traders και άλλα group ζητούν τη μουσική των Mayhem και αυτοί πρέπει ν’ αποδείξουν πως κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Το “Pure Fucking Armageddon” περιγράφεται με ακρίβεια από τον Metalion ως “product of an article” και είναι ακριβώς αυτό, μέχρι την στιγμή που οι Νορβηγοί πατούν rec. Το κίνητρο μπορεί να προέρχεται από την παρότρυνση ενός ειδικού, αλλά όσα έγιναν στην ηχογράφηση ήταν δική τους υπόθεση.

Πρέπει να μιλήσουμε κυριολεκτικά για όσα συμβαίνουν εδώ, γιατί υπάρχει ένα περίεργο σύμπλεγμα στις γνώμες όσων προσπαθούν ν’ αποκρυπτογραφήσουν το πρώτο demo. Οι μισοί μιλούν για καταστροφή, ένα μουσικό χάος με κακή παραγωγή και ακαθόριστες μουσικές εφαρμογές και οι άλλοι μισοί για την λατρεία στο υπέρμετρα «κακό», μια μουσική που γειτνιάζει το επιμελημένα άτεχνο. Καμία από τις δυο κριτικές ομάδες δεν βλέπει το «έργο» με κυνισμό. Δηλαδή, τη θέληση των Νορβηγών να υπάρξουν μουσικά, πέρα από τη φαντασία τους και το zine του Metalion. Αυτή είναι θαρρώ η μοναδική οπτική κάτω από την οποία μπορεί να εξηγηθούν τα κομμάτια “Voice of a Tortured Skull” και “Mayhem”. Το ύφος των οποίων, λίγα χρόνια αργότερα, οι Abruptum θα κάνουν παντιέρα και νοοτροπία (μη)παιξίματος. Στην πλευρά όσων βλέπουν τη κασέτα αυτή με τεχνικούς όρους, δεν έχει γίνει κατανοητό τόσο το παρελθόν του Noisecore στα mid-late 80’s όσο και η εποποιία των Les Légions Noires στα 90’s. Όσοι έμαθαν ν’ ακούν μουσική με βάση το παίξιμο και τη δομημένη ροή, δεν έχουν θέση εδώ. Δυστυχώς, όμως, έλαβαν το δικαίωμα να κάνουν κριτική στο “Pure Fucking Armageddon” επειδή πολλά χρόνια αργότερα, οι Mayhem έγιναν brand. Στην πλευρά όσων βλέπουν αυτή τη κασέτα μονάχα με μη-μουσικούς όρους, υψώνοντας true evil & iconic φλάμπουρα μιας άξαφνης εμφάνισης του «Κακού» επί της χθονός, χάνουν την ουσία και σφιχταγκαλιάζουν το παραμύθι σα να’ ναι ακόμα παιδιά.

Το βασικό κλειδί για τη μουσική κατανόηση του demo tape, είναι πως δημιουργήθηκε μονάχα μ’ ένα σκοπό, να βροντοφωνάξει την ύπαρξη των Mayhem. Η καταγραφή του σε κασέτα ήταν μια δήλωση πως είναι παρόντες και ήρθαν για να μείνουν. Είχαν απλό εξοπλισμό, τεχνικές γνώσεις την αύρα όσων άκουγαν κι ένα κασετόφωνο να καταγράψει τη στιγμή. Μπορεί εκτελεστικά/τεχνικά να βρίσκονται στο επίπεδο του ερασιτέχνη, αλλά το έκαναν με ψυχή. Δεν παίζεις επειδή ξέρεις να παίζεις. Παίζεις, γιατί θέλεις να εκφραστείς. Αυτό στη δική μας ορολογία το λέμε «αγνό και ανόθευτο» δεν το λέμε «άμετρο και άτεχνο». Δεν είναι όμως ούτε έντεχνα μιαρό και evil, επειδή ΠΡΕΠΕΙ να του αποδοθεί κάποιο σκοτεινό προσωπείο για να το κάνει καλύτερο. Δυστυχώς, όμως, έτσι μας μεταφέρθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, σαβανωμένο την αύρα της ιστορίας που ακολούθησε. Αν θες να το κρίνεις μουσικά, κάντο με τους όρους των demo tapes στα mid 80’s, να κρατάς τα ίδια μέτρα και σταθμά με όσα TOTE συνέβησαν. Βάλε για παράδειγμα δίπλα του το Rehearsal των Bolt Thrower ή το “Karen’s Edge” των Seven Minutes Of Nausea. Αυτοί και δεκάδες άλλοι, μπορεί να διέφεραν κατά το γράμμα αλλά στο πνεύμα βρίσκονταν ακριβώς στο ίδιο καζάνι.. γιατί το 1986 δεν υπήρχαν sub-genres και μοτίβα παιξίματος, γι’ αυτό και το “Pure Fucking Armageddon” είναι σπουδαίο. Μέσα στην άκομψη στάση του προεκτείνει το πνεύμα των “Morbid Tales” & “The Return……” στο κατώτατο εκείνο όριο που αρκετά χρόνια αργότερα μας έδωσε τις Λεγεώνες, την δυσθεώρητη μυρμηγκοφωλιά του USBM και πιο πρόσφατα τον άκρατο πόθο για περιπτώσεις όπως οι Black Cilice. Όλοι αυτοί είναι πνευματικά του παιδιά κι αν δεν έχετε εικόνα, πιστέψτε με, είναι τόσοι που προσπερνούν μουσικά ιδιώματα σε κυκλοφορίες.

Υπάρχει μια πληροφορία, που ενδεχομένως μιλήσει σε κάποιους για την ορμή του demo. Λίγο πριν την ηχογράφηση, ο Metalion αναφέρει το κόλλημα του Øystein με τους Πολωνούς Imperator και κάποιο rehearsal tape που τον έστειλε αδιάβαστο. Δεν αναφέρει τίτλο, ωστόσο μάλλον ήταν τα κομμάτια από το πρώτο demo τους “Endless Sacrifice” (12/86). Το πιθανότερο είναι να του είχαν στείλει κάποια πρόβα ή το demo πριν αυτό κυκλοφορήσει. Μια ακόμα φήμη, που έγινε διάσημη τα τελευταία χρόνια, αναφέρει την προΰπαρξη του σχήματος ως “Musta” με αρχικά μέλη τον Jørn (Necrοbutcher) και Kjetil (Manheim) στο οποίο προσχώρησε ο Øystein και άλλαξαν όνομα σε Mayhem. Γνωρίζοντας το επίπεδο του σχήματος στο “Pure Fucking Armageddon” μπορούμε να καταλάβουμε το «τίποτε» που ίσως υπήρχε νωρίτερα. Δυστυχώς, ο Jørn παλεύει στις μέρες μας, να υπάρξει ως κάτι περισσότερο από μέλος μια ομήγυρης που κατάφερε πολλά. Στο Line-up, ο Messiah είχε πλέον αποσυρθεί για ν’ αφιερωθεί στο αγαπημένο του hardcore/punk οπότε τα φωνητικά έχει αναλάβει ο Necrοbutcher (μπάσο) και σε σημεία (ίσως) ακούμε τον Euronymous (κιθάρα), στα τύμπανα ήταν ο Manheim.

Checker Patrol & Konrad Schnitzler

Το καλοκαίρι του ‘86 Euronymous, Necrοbutcher & Metalion πάνε εκδρομή στο Düsseldorf της Γερμανίας, να βρουν το φίλο του τελευταίου Robert Gonnella. Στις δυο εβδομάδες που έμειναν εκεί, είδαν τις πρόβες των Assassin (ο Robert τραγουδούσε στο σχήμα) και πάνω στο χαβαλέ έφτιαξαν ένα fan project με τ’ όνομα Checker Patrol, γράφοντας τη κασέτα “Metalion in the Park” (ήταν μασκότ ο άτιμος). Όσο η παρέα ήταν στο Düsseldorf, ο Euronymous πήγε στο Βερολίνο για να επισκεφτεί τον Konrad Schnitzler (ο οποίος πέρα από τη solo καριέρα ως μουσικός, υπήρξε μέλος των Tangerine Dream που υπεραγαπούσε ο Øystein). Στη συνάντηση αυτή του ζήτησε να φτιάξει ένα κομμάτι, ως intro για την επόμενη κυκλοφορία των Mayhem και ο Γερμανός έγραψε το “Silvester Anfang”. Ωστόσο, οι κακές φήμες λένε ότι του έδωσε ένα τυχαίο κομμάτι απ’ όσα είχε έτοιμα για να τον ξεφορτωθεί, γιατί δεν ήταν γνωστοί ή φίλοι, αντίθετα ο Øystein ξεροστάλιαζε έξω από το σπίτι του μέχρι να τον δεχθεί. Αδιάφορο το τι πραγματικά συνέβη. Μόνο και μόνο το ότι κατάφερε να πάρει ένα κομμάτι από τον Schnitzler ήταν επιτυχία (κυρίως για τον ίδιο) που αποκαλύπτει την οξυδέρκεια και τους μουσικούς του ορίζοντές. Η έναρξη του “Deathcrush” είναι κάτι περισσότερο από εμβληματική και θα μείνει χαραγμένη στο μυαλό όσων τη συνάντησαν. Το ίδιο καλοκαίρι η παρέα θα πάει και στο Λονδίνο, θ’ αφήσουν το “Pure Fucking Armageddon” στο περιοδικό Metal Forces (με τη σημείωση “Bernard Doe, for a review”). Ακολούθησε μια αρνητική κριτική, η οποία αντί να λειτουργήσει αποτρεπτικά θα προκαλούσε το ενδιαφέρον της extreme σκηνής για τους Mayhem. Τελευταίο γεγονός από το 1986, η γνωριμία με τον Sven-Erik Kristiansen (Maniac), που ήταν από τους πρώτους που έστειλε γράμμα στους Mayhem ως οπαδός. Άνετος τύπος της παρέας γενικά, οπότε δεν ήταν καθόλου δύσκολο να γίνει μέλος της ομήγυρης. Φίλος του Maniac ήταν ο Terje Nilssen με τον ψευδώνυμο Nella, ο οποίος σχεδίασε το logo των Mayhem. Η παρέα μεγάλωνε, οι συναντήσεις και τα ξενύχτια αυξήθηκαν. Ο Metalion αναφέρει πως άραζαν στα τρένα, περιμένοντας να ξεκινήσει ο συρμός τις πρώτες πρωινές ώρες. Μια συνήθεια την οποία δεν σταμάτησαν και μας χάρισε κάποιες από τις λίγες φωτογραφίες των Mayhem στα 80’s.

Deathcrush

Στο video “Fenriz Black Metal University”, o Νορβηγός κάνει μια ιστορική επισκόπηση των σχημάτων που σταδιακά σκοτείνιασαν το Heavy Metal και αποτέλεσαν τις βασικές επιρροές για τη δημιουργία του Νορβηγικού Black Metal. Μέσα από αυτά θα γίνει κατανοητή η μουσική τοποθέτηση των Mayhem στα 1987. Η συνεκτικότητα στο ύφος των συγκεκριμένων σχημάτων θα βοηθήσει να ξεχάσετε ΜΙΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ, τα παραμύθια που χρόνια σέρβιραν στα Thrash Metal αφιερώματα, τοποθετώντας τα ιερά κειμήλια του Extreme στην κατηγορία «τι έκαναν οι Thrashers πριν μάθουν να παίζουν». Κάπως έτσι φτάνουμε στη πιο κομβική χρονιά για το Extreme metal, το ένδοξο 1987. Τότε κυκλοφόρησε το πρώτο (δομικά) Black Metal album “Under the Sign of the Black Mark” (11/05/1987), το πρώτο (δομικά) Death Metal album “Scream Bloody Gore” (25/05/1987) [το μοναδικό που θα μπορούσε να πάρει αυτή τη θέση είναι το “Season of the Dead” των Necrophagia (2/1987) αλλά ποτέ δεν μνημονεύτηκε ως τέτοιο] και το πρώτο (δομικά) Grind album “Scum” (1/6/1987).

Fenriz

Η κασέτα που έκαναν στην αρχή της χρονιάς “Deathrehearsal” (18.1.87) είναι μια πρόβα που δε μπορεί να κριθεί με διαφορετικό τρόπο από το demo. Είναι όμως βασικό να σημειωθεί η διασκευή στο “California Über Alles” των Dead Kennedys, για ν’ αποκαλυφθούν περισσότερες επιρροές. Εδώ έχουμε τα πρώτα φωνητικά του Maniac, ο οποίος φτιάχνει μόνος εξώφυλλα και κασέτες. Το προπαρασκευαστικό ολοκληρώθηκε, η ηχογράφηση του “Deathcrush” θα γίνει λίγο πριν τον ορισμό των βασικών sub-genres, σ’ ένα μικρό studio (Creative) στη περιοχή του Kolbotn (κωμόπολη στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Nocturno Culto, τον θυρεό της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας έχει τατουάζ ο Fenriz που ζούσε τότε εκεί). Η αρχική σκέψη ήταν να κάνουν απλά το δεύτερο demo. Ο Euronymous ήθελε κάτι περισσότερο, κάτι μεγαλύτερο για να φτάσει στην αναγνώριση. Ωστόσο, ένα εγχείρημα όπως το είχε στο μυαλό του, απαιτούσε χρήματα που δεν είχε στη διάθεσή του. Είχε έρθει η ώρα να βάλει το χέρι στη τσέπη η παρέα. Πρώτος και καλύτερος ο Metalion βάζει ένα μισθό, το ίδιο και ο Jørn που δεν ήταν άεργος κοπρίτης, δούλευε και μάλιστα από μικρός. Η λίστα όσων τσόνταραν ήταν μεγαλύτερη, όπως για παράδειγμα o drummer των Decay Lust, Øyvind Olsen. Ο Euronymous ανέλαβε να κόψει τον δίσκο και τα διαδικαστικά. Θα το κυκλοφορήσει από την δική του Posercorpse Music, που δεν είναι παρά η εξέλιξη της Funny Farm στην οποία είχε πιστωθεί το Demo. Ένα σημείο που ενδιαφέρει τους συλλέκτες, είναι πως οι πρώτες χίλιες κόπιες του Deathcrush LP δεν είχαν τυπωμένο τ’ όνομα Euronymous, κάτω από τη φωτογραφία του στ’ οπισθόφυλλο. Όπως ήταν φυσικό, ο Νορβηγός έκατσε και το έγραψε σε κάθε μια από αυτές χειρόγραφα, οπότε όσοι έλαβαν την πρώτη κοπή έχουν και το αυτόγραφό του. Μπορεί να ήταν ακατάστατος με τα χρήματα, αλλά το “Deathcrush” είναι αφιερωμένο στον Metalion, οπότε κρατούσε τους τύπους. Δεν έμεινε όμως εκεί, ο Metalion έλαβε και πούλησε 150 κόπιες, άρα έβγαλε τα λεφτά του και με το παραπάνω. Η πρώτη κοπή του “Deathcrush” θα γίνει τον Μάρτιο σε κασέτα και η δεύτερη τον Αύγουστο σε Lp και οι δυο εμπεριέχουν ακριβώς την ίδια ηχογράφηση.

Το σπουδαιότερο κείμενο που συνάντησα για το Deathcrush, έχει γραφτεί από τον George R.F των Flegethon, στο θρυλικό zine Buttfuck που διατηρούσε late 80’s. Το χαρακτηρίζω έτσι γιατί κατάλαβε το περιεχόμενο όταν αυτό κυκλοφόρησε. Ο ίδιος έλαβε το Lp από τον Euronymous, που αλληλογραφούσαν και τέτοιες ιστορίες έχουν τη δική τους αξία. Επιμένω μάλιστα πως τα περισσότερα κείμενα που θα γραφτούν την εποχή μιας κυκλοφορίας είναι σπουδαιότερα από τα μεταγενέστερα, γιατί έχουν τις παραστάσεις μέχρι το σημείο επαφής και όχι περισσότερες. Σας το παραθέτω: «…Το miniLP προκάλεσε πραγματικά πάταγο στους κύκλους των σκληροπυρηνικών οπαδών του thrash metal. Ο ήχος των Mayhem είναι κάτι το ασύλληπτο. Δίκαια χαρακτηρίζεται σαν το ακρότατο όριο του thrash. Είναι φοβερά βαρύ και γρήγορο, τα φωνητικά είναι ένα διαρκές απόκοσμο ουρλιαχτό και γενικά ο όλος ήχος σε καθηλώνει και σε εκμηδενίζει. Ο δίσκος ανοίγει με το “Silvester Anfang” μια instrumental εισαγωγή με ντραμς και ήχους από synthesizers. Κατόπιν έρχεται το ομώνυμο “Deathcrush” που εισάγει τον ακροατή στον μουσικό ακρωτηριασμό. Η πρώτη πλευρά κλείνει με το “Chainsaw Gutsfuck”, που οι Mayhem αφιερώνουν στον Killjoy των Necrophagia. Είναι ένα πιο αργό κομμάτι, στο στυλ των Hellhammer, εφιαλτικό και πολύ βαρύ. Αλλά αν η πρώτη πλευρά ήταν χαοτική, η δεύτερη είναι ακόμη περισσότερο. Πρώτο κομμάτι είναι το “Witching Hour” των Venom σε μια αποτρόπαιη εκτέλεση. Είναι σίγουρο ότι δεν θα το αναγνωρίσετε εύκολα. Οι Mayhem το παίζουν 100 φορές πιο γρήγορα και βαριά από ότι οι Venom και πραγματικά μόνο σε κάποια σημεία το αναγνωρίζει κανείς. Μετά σειρά έχει το “Necrolust”. Για μένα είναι το καλύτερο κομμάτι του δίσκου και ένα από τα πιο άγρια και φρικτά που έχω ακούσει ποτέ. Κατόπιν έχουμε το “(Weird) Manheim” που είναι εξαιρετικά γρήγορο και εντυπωσιάζει ο τρόπος που παίζει ο ντράμερ Manheim. Πραγματικά, τα ντραμς θυμίζουν πυρηνικές εκρήξεις με ρυθμό πολυβόλου. Τέλος, ο δίσκος κλείνει με το “Pure Fucking Armageddon” το οποίο είναι ένα συνονθύλευμα από περίεργους απόκοσμους ήχους. Μοιάζει πολύ με ουρλιαχτά και παραλήρημα δαιμόνων! Καθώς θα καταλάβατε, από τη μέχρι τώρα περιγραφή, ο δίσκος αυτός δεν είναι ιδανικός για τον καθένα. Μόνο οι τελείως σκληροπυρηνικοί και τρελαμένοι θα τον αγαπήσουν. Οι υπόλοιποι θα τον σιχαθούν τελείως. Αν ψοφάτε για ήχο επιπέδου γρήγορων Bathory, Hellhammer ή Napalm Death τότε πρέπει να σας κάνει το “Deathcrush”. Δυστυχώς ο δίσκος αυτός κυκλοφόρησε σε 1000 αριθμημένα αντίτυπα μόνο και πρέπει να έχει εξαντληθεί πλέον. Όμως, πρέπει να είναι ακόμα διαθέσιμο το demoDeathcrush”, το οποίο κοστίζει 5$. Όσοι ενδιαφέρονται θα πρέπει να γράψουν στην διεύθυνση των Mayhem (τη δίνουμε στο κυρίως άρθρο τους). Με δυο λόγια, ότι είναι το “Peel Session” των Napalm Death για το hardcore, είναι και το “Deathcrush” για το thrash αντίστοιχα.» (τεύχος 1, Δεκέμβριος του ‘88)

Αν υπάρχει κάποιος που δεν ξέρει τι ακριβώς ήταν τα “Peel Session” καλό θα είναι να ψάξει, να μάθει και ν’ ακούσει όσα τον αφορούν. Είμαι σίγουρος πως θα καταλάβει περισσότερα για την ανέλιξη του extreme και ίσως πιάσει το σφυγμό του Hasjarl, που πρόσφατα ανέφερε το “Peel Session” των Carcass ως έμπνευση [δεν είναι κοινά αποδεκτό, αλλά κατ’ εμέ το “Reek of Putrefaction” είναι το πρώτο (δομικά) Death/Grind album (6/1988)] . Το “Deathcrush” έχει Thrash ραχοκοκαλιά και το μυαλό στο extreme ή το πρώτο Black Metal κύμα. Είναι επίσης φανερό πως δεν έχουν ξεπεράσει ακόμα τα πρότυπά τους, μπορούμε όμως να πούμε πως ακουμπούν το νυμφώνα τους. Η πρώτο/black αισθητική είναι παρούσα, αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει σε αυτό το κείμενο είναι οι κιθάρες, γιατί εκεί θα βρούμε τις λεπτομέρειες για να οδηγηθούμε στο πρώτο Νορβηγικό black metal album. Μια ντουζίνα κιθαριστικές δομές έχουμε εδώ και καμία δε ξεπερνά το ύφος του “…The Return”. Τα περισσότερα riff ακολουθούν μια μονοκόμματη διακύμανση μ’ ευθύγραμμες θέσεις που οδηγούν σε σαλεμένα solo ροής (τα οποία δεν είναι εδώ για ν’ αλλάξουν την πορεία αλλά για να τελειώσουν το riff). Είναι βέβαιο ότι τραντάζουν τα όρια του thrash, γι’ αυτό και το Ep έχει αξία για την πορεία της σκηνής. Δεν δημιουργούν όμως κάτι νέο, διαβαίνοντας δρόμους ανοιχτούς. Τα φωνητικά πιάνουν τον χουλιγκανισμό του punk και τραβούν το δρόμο του thrash, ο Maniac στη φωτογραφία του LP φοράει μπλουζάκι Cryptic Slaughter (Set Your Own Pace Shirt). Το ρυθμικό μέρος έχει συγκρουσιακή λογική στην ανάπτυξη, ο Manhaim στα τύμπανα τσιτώνει σε ταχύτητα, χωρίς να μετράει πάντα και τέλος το μπάσο του Necrobutcher είναι ωσεί παρών. Το εξώφυλλο της πρώτης βινυλιακής κοπής, αν και είχε σχεδιαστεί κόκκινο βγαίνει ροζ. Ένα τυχαίο γεγονός που προέκυψε από λάθος, αλλά έμεινε στις συνειδήσεις του κόσμου και υποστηρίχθηκε από το σχήμα. (Πολλά χρόνια αργότερα, δεκάδες ανιστόρητοι θ’ αναφέρουν το εξώφυλλο του “Sunbather” ως νεοτερισμό).

Dead

Συγκυρίες, τύχη και ατυχία. Η κακή κριτική του Bernard Doe για το “Pure Fucking Armageddon” στο Metal Forces έμελλε να είναι το κείμενο που σύστησε τους Mayhem στον Per Yngve Ohlin (Dead). Έγραψε στ’ αρχίδια του την παρουσίαση του Άγγλου, γιατί το πνεύμα της κυκλοφορίας μίλησε στη ψυχή του. Σίγουρα βοήθησε σ’ αυτό και το εξώφυλλο που είχαν επιλέξει. Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του έργου “O Cristo Torturado”, δημιουργία του Βραζιλιάνου γλύπτη Guido Rocha. Τους έγραψε αμέσως (1987) στέλνοντας ως αντίδωρο έναν σταυρωμένο αρουραίο για μια κασέτα με το Demo. Ανταποκρίθηκαν. Αντίθετα, το νεκρό ινδικό χοιρίδιο που αυτοπροσώπως παρέδωσε στα γραφεία της Black Mark, έκανε έξαλλο τον Quorthon και τον πατέρα του Stig Börje “Boss” Forsberg, ιδιοκτήτη του Label. Οι Mayhem είχαν ένα concept που ο Euronymous ήθελε να εξυπηρετήσει παράλληλα με την μουσική κι αυτό ήταν σε σύμπραξη από την έναρξη. Ωστόσο, κανείς δε σκέφτηκε πως οι κινήσεις του Ohlin δεν είχαν αισθητικό έρεισμα. Ας μην είμαστε όμως τόσο απαιτητικοί, ήταν αδύνατο να καταλάβουν πως έπασχε από ένα σύνδρομο (Cotard) ειδικά όταν τα συμπτώματά του, τα βρίσκεις ως χαρακτηριστικά της αισθητικής που θες να δημιουργήσεις.

Κάπου στα 1988 οι Mayhem ψάχνουν drummer και τραγουδιστή. Το “December Moon” των Morbid τους εντυπωσιάζει και προκρίνει τον Σουηδό. Το μόνο που χρειάστηκε να κάνει ο Dead, ήταν να στείλει μια φωτογραφία του. Θα «πάρει» τη δουλειά με συνοπτικές διαδικασίες. Οι Mayhem ήθελαν να γίνουν μεγάλο συγκρότημα με τη θεατρικότητα των Venom. Ο Dead ήθελε να παίζει σε σχήμα με σκηνική παρουσία, φωτιές επί σκηνής και τα συναφή. Ο ίδιος φορούσε corpse paint με τους Morbid και ο Metalion αναφέρει πως ο Euronymous έβαλε corpse paint εξαιτίας του Dead {Δίχως να ξεχνάμε Kiss & King Diamond υπάρχει η φήμη πως το ξεσήκωσε από τους Sarcófago, που χρησιμοποίησαν corpse paint στη φωτογράφιση/εξώφυλλο του I.N.R.I. [δεν είναι κοινά αποδεκτό, αλλά κατ’ εμέ αυτό είναι το πρώτο (δομικά) Black/Death album (8/1987). Το μοναδικό που θα μπορούσε να πάρει αυτή τη θέση είναι το “Bloody Vengeance” των Vulcano (8/1986), αλλά ποτέ δεν μνημονεύτηκε ως τέτοιο]}. Αντίθετα, Necrobutcher και Manheim δε γούσταραν corpse paint ούτε να φοράνε τη «στολή». Βέβαια στο “Live in Ski” πέραν του Euronymous είχε και ο Necrobutcher κάτω από τα μάτια. Λίγες εβδομάδες αργότερα, το Πάσχα του ‘88 θα γίνει η πρώτη συνάντησή με τον Jan Axel Blomberg (Hellhammer) και μέσα σ’ ένα τσιγάρο «γεμιστό», ολοκληρώνουν την πρόσληψη. Ο Jørn αποκοιμήθηκε μαστουρωμένος κι όταν ξύπνησε βρήκε τον Jan χωρίς παπούτσια να παίζει μπάλα με τα παιδιά στη γειτονιά. Αφού δε τον έριχνε το ‘γάρο, ήταν σίγουρα ο κατάλληλος για τη θέση πίσω από τα τύμπανα. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε αυτό που αργότερα ονομάστηκε “the classic Mayhem lineup”.

O Dead μετακομίζει στη Νορβηγία στις αρχές του ‘88 και αντικαθιστά τον Kittil Kittilsen (Vomit, Kvikksølvguttene) για την θητεία του οποίου λίγα γνωρίζουμε (είχε αντικαταστήσει τον Maniac, ο οποίος δε μπορούσε ν’ ανταποκριθεί λόγο προβλημάτων με το αλκοόλ, ωστόσο εξακολουθούσε να μένει κοντά στο σχήμα ως φίλος). Το τετραμελές σχήμα θα ξεκινήσει πρόβες από το καλοκαίρι. Σύντομα, όμως, θα υπάρξει νέα καθυστέρηση. Ο Necrobutcher έγινε πατέρας, στα 20 παρακαλώ, οπότε σταματά να συμμετέχει προσωρινά μέχρι να οργανώσει τη ζωή του.

Dead

Το 1989 είναι η πρώτη σπουδαία χρονιά για το νέο lineup. Στο γεγονός αυτό συνηγορεί το προβάδικό που έφτιαξαν (διαμόρφωση με αυγοθήκες για μόνωση, στο κοτέτσι που βρισκόταν απέναντι από το σπίτι στο Krastad, που έμεναν Euronymous & Dead) αλλά κυρίως η διάθεση για εξέλιξη μέσα από τον προσωπικό μόχθο και τη σταδιακή βελτίωση του υλικού. Υπάρχουν δεκάδες bootlegs με τις πρόβες της εποχής, αλλά δε μπορεί να τεκμηριωθεί με βεβαιότητα το περιεχόμενό τους. Με λίγα λόγια κάποια bootlegs έχουν τις ίδιες πρόβες με χειρότερο ήχο, που σε κάνει να νιώθεις πως πρόκειται για διαφορετική ηχογράφηση. Προσωπικά, έχοντας κάνει την απαιτούμενη κατάβαση στην άβυσσο της bootlegογραφίας πιστεύω πως επιτήδειοι έκοψαν bootlegs πουλώντας φούμαρα, σ’ εποχές που η πληροφόρηση ήταν πολυτέλεια. Λυπηρό είναι πως οι περισσότερες δεν ανήκαν, μέχρι πρότινος, στη επίσημη δισκογραφία των Mayhem. Πέρσι πήραν την απόφαση να κάνουν official τις πρόβες στο κοτέτσι, με τίτλο “Henhouse Recordings” που εμπεριέχει όσα έγιναν το 1989. Το πιο ενδιαφέρον που θα βρείτε εδώ, είναι ένα untitled κομμάτι. Πατήστε, θα σας θυμίσει μια παλιά ιστορία. Τη σημείωση που είδαμε το 1997 στο booklet του “Anthems to the Welkin at Dusk” των Emperor, πριν τους στίχους του “Ye Entrancemperium” κι έλεγε: opening theme originally composed by Euronymous. Νιώθω τη συγκίνηση που ενδεχομένως προκαλέσει, σε όποιον δεν έτυχε να το συναντήσει μέχρι σήμερα. Να σημειωθεί, πως το συγκεκριμένο κομμάτι είχε κυκλοφορήσει νωρίτερα και στην ανεπίσημη bootlegογραφία.

Αναμφισβήτητα, ο ήχος στο “Out From The Dark” είναι η καλύτερη δυνατή ανταπόκριση αυτής της εποχής, γι’ αυτό κυκλοφόρησε κι επίσημα το 1996. Αρχικά, υπήρξε σύγχυση στη χρονολόγησή του. Στο metal archives έχουν βάλει μια σημείωση που αναφέρει πως δεν είναι η τελευταία πρόβα με τον Dead και δεν ηχογραφήθηκε το ’91, αλλά μια πρόβα του ‘89. Η ιστορία επιβεβαιώθηκε πρόσφατα με την έκδοση ενός bootleg με τίτλο “The Bloody Rehearsal 89”, απ’ ότι λέγεται ο Dead έστειλε τουλάχιστον μια κασέτα σε κάποιον (όποιος ξέρει τ’ όνομά του, να μας πει να το προσθέσουμε) με τίτλο “Bloody Rehearsal ’89” απ’ όπου προέρχονται τα κομμάτια του “Out From The Dark”. Αυτό που μας ενδιαφέρει στην αναζήτηση του πρώτου Νορβηγικού Black Metal album, είναι κάτι που λίγο πολύ υποθέταμε από το βιβλίο του Jørn και μας επιβεβαίωσε ο Hellhammer. Το πρώτο κομμάτι του “De Mysteriis…” που ξεκίνησαν να φτιάχνουν ήταν το Freezing Moon. Το εναρκτήριο riff ήταν του Jørn, το άκουσε σε κάποια φάση ο Øystein και το έθεσε ως αφετηρία, πάνω στην οποία έχτισε το υπόλοιπο κομμάτι. Στις παραπάνω πρόβες θα δούμε για πρώτη φορά και τα Funeral Fog [πρόσφατα μάθαμε πως το “vocal opening riff” είναι του Steinar Johnsen (Sverd). Το άκουσε ο Euronymous μελετώντας τις πρόβες των Mortem το ’89, όταν έκανε τη παραγωγή για το “Slow Death” και πήρε την έγκριση να το χρησιμοποιήσει)] & Buried By Time And Dust στην πρώιμη μορφή τους.

Live in Leipzig

Το 1990 είναι η χρονιά των live εμφανίσεων. Όλα ξεκινούν τον Γενάρη, όταν οι Darkthrone παίζουν στο Bootleg, που κινηματογραφήθηκε για κανάλι της καλωδιακής Νορβηγικής τηλεόρασης. Μετά το τέλος, τζαμάρουν στη σκηνή οι Mayhem, με τον Dead να ψάχνει εναγωνίως ένα μπουκάλι ν’ αυτοτραυματιστεί…δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα. Η επίσημη πρώτη θα γίνει στο Jessheim στις 3/2. Αν κι έχει καταγραφεί σε κασέτα και video, δεν είναι ηχογράφηση που μπορεί να κρατήσει τον ακροατή (Tο 2017 κυκλοφόρησε επίσημα σε lp/cd). Το κίνητρο για να μπει κάποιος στην ακρόαση είναι η σπουδαιότητά του για την ιστορία της σκηνής. Το κοινό αποτελείται, σε μεγάλο ποσοστό, από νεαρούς Νορβηγούς που έπαιξαν Black Metal στα 90’s. Ο Nocturno Culto λέει πως υπήρχαν φήμες, μέρες πριν το live, πως o Dead θ’ αυτοκτονούσε επί σκηνής (οι Darkthrone είχαν κυκλοφορήσει το “Cromlech”, πριν από δυο μήνες). Στο Jessheim γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι Dimmu Borgir και από τον Shagrath μάθαμε πως εκεί ήταν η πρώτη φορά που ο Dead αυτοτραυματίστηκε στο μπράτσο, μ’ ένα κομμάτι γυαλί από σπασμένο μπουκάλι coca-cola (“the black drink” όπως χαρακτηριστικά την ονόμαζε ο Øystein, που δεν έπινε συχνά αλκοόλ και θα τον δείτε σε φωτογραφίες να κρατά το κλασσικό γυάλινο μπουκάλι coca-cola). Στο τέλος του Φεβρουαρίου της ίδια χρονιάς έχουμε το δεύτερο Live επί Νορβηγικού εδάφους. Αρχικά το μάθαμε ως bootleg με τίτλο “Dawn of the Black Hearts” και το γνωστό εξώφυλλο. Πρόσφατα, κυκλοφόρησε επίσημα ως “Live in Sarpsborg” (η πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Metalion).

Τον Μάρτιο του 1990 κυκλοφορεί το “The Awakening” των Merciless, ένας πραγματικά σκοτεινός Death Metal δίσκος, που είναι το ANTI-MOSH 001 για την Deathlike Silence του Euronymous. Τον Απρίλιο έχουμε μια εμβόλιμη και άκρως καιροσκοπική ηχογράφηση των Mayhem, που φανερώνει πόσο δαιμόνιος ήταν ο Øystein. Το Σουηδικό Label CBR Records έχει στα σκαριά ένα Death Metal compilation. Οι Mayhem ηχογραφούν “Freezing Moon” & “Carnage” στο Creative του Kolbotn, τα βάζουν σε μια κασέτα με τίτλο “Studio Tracks 1990” και τα στέλνουν, ώστε να συμπεριληφθούν στο “Projections Of A Stained Mind” του 1991. Ο Euronymous κάνει εδώ ένα εκπληκτικό κόλπο, ρίχνει τη ταχύτητα και μεγιστοποιεί τον όγκο, ώστε να κοντέψει τα κομμάτια στο Death Metal ύφος που θα φιλοξενούσε η συλλογή. Έξυπνη τακτική για να ψαρώσει το Death Metal κοινό.

Euronymous

Το καλοκαίρι του ‘90 είναι κομβικό για τα μελλούμενα. Τα μέλη των Stigma Diabolicum, Bård Guldvik Eithun (Faust) και Snorre Westvold Ruch, που έχουν γνωριστεί σχετικά πρόσφατα με τους Mayhem, περνούν και τζαμάρουν σε μια πρόβα του Krastad. Το κιθαριστικό στιλ του Snorre εντυπωσιάζει τον Øystein ενώ το attitude του Faust, μοιάζει στα μάτια του Dead πιο σκοτεινό από τη Glam μπαντάνα του Hellhammer. Καθοριστική σημασία έχει η σχέση που αναπτύσσουν Euronymous/Snorre. Μια συναδελφική άμιλλα που ξεκινά με βάση το κοινό ενδιαφέρον για τη κιθάρα και τις δυνατότητές της. O Øystein ξεκίνησε επισκέψεις στον Snorre, με τους δυο νέους να περνούν ώρες με τις κιθάρες οκλαδόν, ψάχνοντας και τελικά βρίσκοντας. Ανταλλάσσουν τα κόλπα που έχουν ανακαλύψει και σταδιακά αρχίζουν να ενοποιούν τις δυναμικές τους, ώστε να δημιουργήσουν κάτι που θα μπορούσε ν’ αναπαραχθεί. Η αγαστή συνεργασία θα εξελίξει τα γεγονότα, σμιλεύοντας ένα βουνό στην σκάλα εξέλιξης του Black Metal. Κάπως έτσι Euronymous και Snorre δημιούργησαν το Νορβηγικό Black Metal riff, ένα νέο τρόπο που το ένα χέρι παίζει όλες τις χορδές μαζί (tremolo-picking) και το άλλο δίνει τη μορφή με καθαρές νότες.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να δούμε, την πρόσφατη περιγραφή του Snorre για τη συνεργασία: «Είχα κάποια ακόρντα για τρεις χορδές που ακούγονταν άσχημα και άγρια, ο Euronymous πίστευε πως ήταν φανταστικά. Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που είδα σ’ εκείνον, ήταν το υπεργρήγορο παίξιμο που έκανε.. το χέρι του έξυνε ανεξέλεγκτα. Στην ουσία κλείδωνε/σταθεροποιούσε τον καρπό του κατάλληλα, ώστε να πετύχει ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα. Κανονικά μπορείς να γρατζουνίσεις τις χορδές δέκα φορές ανά δευτερόλεπτο, με την τεχνική του Øystein πιθανότατα έφτανες κοντά στο να διπλασιάσεις αυτό τον αριθμό”.

Το πρώτο tour των Mayhem θα γίνει με interrail. Ξεκινούσε από Νορβηγία προς Ανατολική Γερμανία, θα περνούσε από Ελλάδα και θα τελείωνε στη Τουρκία. Όπως όλοι ξέρετε, το μόνο live που δεν πραγματοποιήθηκε ήταν στην Αθηνά, με τον Σάκη Τόλη να περιμένει μια ολόκληρη μέρα στο Σταθμό Λαρίσης για να τους παραλάβει.. μάταια όμως.. οι Mayhem στη Λειψία πήραν, από λάθος, το τρένο για Κωνσταντινούπολη. Το πρώτο live σε Γερμανικό έδαφος ήταν στο Annaberg στις 23/11 από το οποίο υπάρχουν ορισμένες φωτογραφίες και το δεύτερο στο Zeitz (επίσημα κυκλοφόρησε σε Lp το 2016) στις 24/11. Ο ήχος του οποίου είναι απομακρυσμένος, δίνοντας obscure χρωματισμούς στα καθέκαστα.

Αυτό όμως που έμεινε στην ιστορία είναι το “Live in Leipzig”. Ηχογραφήθηκε πριν από 30 χρόνια (26/11/1990) στο Eiskeller club, γνωστό σήμερα ως Conne Island, κάπου στη συνοικία του Connewitz της Λειψίας στη Γερμανία. Ο άνθρωπος που είχε αναλάβει να τους βοηθήσει ήταν ένα πανκιό που φώναζαν Toxic. Κοιμήθηκαν σε εγκαταλελειμμένα σπίτια μαζί με πάνκηδες και γενικά βίωσαν τη παγωμένη πόλη από πρώτο χέρι. Το θαυματουργό χέρι του Toxic όμως, είναι αυτό που πήρε το Ghetto blaster κούμπωσε μια κασέτα, το καβάτζωσε κάτω από το τραπέζι του ηχολήπτη και πάτησε rec. Ακρογωνιαίος λίθος στο “Live in Leipzig” στέκει αναντίρρητα ο Dead. Είναι τραγική ειρωνεία να επιλέγεις αυτό το όνομα, έχοντας μια θανατολαγνεία στη κοσμοθεωρία σου και να κάνεις μια τόσο ΖΩΝΤΑΝΗ εμφάνιση. Τα φωνητικά του είναι ένας αδιάκοπος επιθανάτιος ρόγχος, σα να ουρλιάζει με οδυρμό για το νεκρό που κείτεται στο φέρετρο. Εκπληκτικό είναι πως καταφέρνει να σε ανατριχιάζει, ακόμα και σήμερα, μέχρι και στις εισαγωγές των κομματιών. Ο Svein Strømmen στα liner notes του cd, κάνει την εξής περιγραφή: «ο ήχος είναι λεπτός και όμορφος, το vibe σκοτεινό και μυστήριο» περιγράφοντας επακριβώς το συναισθηματικό άθροισμα του album. Το μόνο που θα συμπλήρωνα σε αυτό, είναι πως κατορθώνουν την ατμόσφαιρα δίχως εκπτώσεις αιχμηρότητας. Το “Freezing Moon” ξεπερνά τις εκτελέσεις ’88-’89 και σαν έρθει το solo του Euronymous θα οδηγήσει τον ακροατή στη μέθεξη του ακρωτηριασμού (που θα έλεγε και μια ψυχή). Στο Black Metal αγαπάμε να μισούμε τα solo, αλλά υπάρχουν κάποιες στιγμές που είναι τόσο πηγαία και φαντάζουν ο μοναδικός δρόμος εξέλιξης ενός κομματιού, ικανά να σβήσουν τη πραγματικότητα οδηγώντας τον ακροατή σε μίαν άλλη κατάσταση τόσο ζωντανή και ακμαία. Τα riff του Euronymous δεν αναλώνονται στη διάρκειά τους ούτε καταναλίσκουν σε δύναμη τελειώνοντας, δεν groovάρουν ούτε κορδώνονται απλά στοιχειώνουν. Κυνικά για την ολοκλήρωση της περιγραφής εδώ κυριαρχεί Ένταση. Μπορεί να είναι μια λέξη με λεπτές ίνες στη συναισθηματική της απεικόνιση, ωστόσο περιγράφει άριστα το δρώμενο. Στα τύμπανα έχουμε μια ιδανική δουλειά από τον Hellhammer, για το επίπεδο της ηχογράφησης, οπότε μπορεί να ειπωθεί πως ήταν επαγγελματίας από τότε. Αυτά όμως που θα κάνει στο μέλλον, έχουν περάσει από μια γεωμετρική πρόοδο τεχνικά και ποιοτικά.

Μετά το μισοτελειωμένο Live στο Izmir και την επιστροφή, αντιγράφουν τη κασέτα από τη Λειψία, ο Dead σχεδιάζει αρκετά και διαφορετικά μεταξύ τους εξώφυλλα και τη μοιράζουν στη παρέα. Οι Darkthrone κυκλοφόρησαν το “Soulside Journey” στις 13/1/1991. Λίγο αργότερα, ο Fenriz ξεκινά ακροάσεις στο “Live in Leipzig” και νιώθει την νέα οπτική της τεχνικής Euronymous & Snorre, που ξεπερνά τα χαρακτηριστικά του “Deathcrusch” και το πρώτο black metal κύμα. Έχοντας αυτή τη πληροφορία μπορούμε να καταλάβουμε επακριβώς τι συνέβη στο μυαλό του, όταν συνειδητοποίησε την διαφοροποίηση. Κάπως έτσι έχουμε την γέννηση του πρώτου Νορβηγικού Black Metal album. Μερικές φορές ΔΕΝ πάει πρώτα η επίσημη δισκογραφία, αλλά οι εσωτερικές ζυμώσεις στο βάθος μιας σκηνής. Την ιστορία δε θα στη διηγηθεί η λογική του «σαν σήμερα», με βάση τις ημερομηνίες των κυκλοφοριών όπως αυτές έχουν τοποθετηθεί σε discogs/metal archives, αλλά οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές που έζησαν και συμμετείχαν στα γεγονότα αρκεί να τους μελετήσεις προσεκτικά. O περισσότερος κόσμος πιστεύει πως το πρώτο Νορβηγικό black metal album είναι το “A Blaze in the Northern Sky” (2/3/1992) ή το ομότιτλο ντεμπούτο του Vikernes “Burzum” (3/1992). Στην πραγματικότητα, το πρώτο Νορβηγικό Black metal album που ενέπνευσε και οδήγησε στην δημιουργία των συγκεκριμένων, ήταν το “Live in Leipzig”. Αν θέλετε επίσημη επιβεβαίωση, δεν έχετε παρά να σταματήσετε επιτέλους την ανάγνωση αυτού του κειμένου και να δείτε ξανά και ξανά το “Fenriz Black Metal University”.

Helvete

Τα late 80’s-early 90’s μνημονεύονται ως obscure περίοδος για τους Mayhem. Σκεφτείτε πως πέρα από τη Νορβηγική σκηνή, ο κόσμος δεν έχει ακούσει τίποτε απ’ όσα διαβάσατε μετά το “Deathcrush” και δε θ’ ακούσει και τίποτε απ’ όσα θα διαβάσετε μέχρι το καλοκαίρι του ‘93. Στη προσπάθειά τους να βελτιωθούν ως μουσικοί δημιούργησαν αναμονή και προσδοκίες. Έμειναν στην αφάνεια, ώστε να καταφέρουν κάτι μεγάλο. Δίχως να το έχουν σκοπό, η στάση τους επέδρασε καταλυτικά στο ποίμνιο. Κατά συνέπεια, όσο ο καιρός περνούσε έκανε τ’ όνομα τους ακόμα μεγαλύτερο. Στην πρώτη συνέντευξη του Euronymous που έγινε για το Slayer mag. (άνοιξη του ‘91) δίνει λεπτομέρειες για το “De Mysteriis Dom Sathanas”. Υπάρχουν τέσσερα κομμάτια έτοιμα [Funeral Fog, Buried by Time and Dust, (The) Freezing Moon, Pagan Fears] κι ένα ακόμα χωρίς στίχους. Λέει, μάλιστα, χαριτολογώντας ότι δουλεύουν σκληρά για να ολοκληρωθεί ο δίσκος μέσα στο ‘91, εκτός αν γίνει κάτι ακραίο. Όπως να χαθεί ο Hellhammer, να κοπεί λίγο παραπάνω ο Dead ή να χάσει ο ίδιος το διαβατήριό του στην Αλβανία. Η ειμαρμένη προκρίνει περίπου το δεύτερο. Στις 8 Απριλίου του 1991 ο Dead θ’ αφαιρέσει τη ζωή του, το σχήμα σταματά και η παρέα σχεδόν διαλύεται. Ο Jørn ήταν ο μοναδικός που πήγε στη κηδεία του Per Yngve Ohlin. Σύντομα μαθαίνει για τις φωτογραφίες και την συλλογή των οστών, άμεσα σταματά να είναι μέλος του σχήματος κι αποστρέφεται τον Øystein. Είναι αλήθεια πως η αυτοκτονία του Dead χρησιμοποιήθηκε από τον Euronymous για να περάσει δυο χέρια obscure αστάρι το προσωπείο των Mayhem.. και το πέτυχε εκκωφαντικά.

Τον Μάιο του ’91 θα γίνει προσπάθεια να μπει o Stian Johansen (Occultus, είχε τους Perdition Hearse) στους Mayhem. Οι πρόβες έγιναν στο Klemetsrud, το υπόγειο του Sverd, αλλά τον λιώνει το άγχος κι αποτυγχάνει. Το καλοκαίρι του ‘91 ανοίγει το Helvete, με όνομα εμπνευσμένο από το “Welcome to Hell” των Venom σε Νορβηγικό κόψε/ράψε. Ο Euronymous ζήτα συνεργάτες μέσα από τον στενό κύκλο των φίλων, για να μπορέσει να καλύψει το ενοίκιο. Τα ονόματά τους γνωστά, Metalion, Occultus και Geir “Thrasher” Bratteli (παλιός drummer των Mortem). Ο Metalion δε μπορούσε να ανταποκριθεί στα 180 δολάρια το μήνα, οπότε αναλαμβάνουν οι άλλοι τρεις. Σταδιακά το Helvete γίνεται προτεραιότητα και οι Mayhem, που δεν έχουν τραγουδιστή και μπασίστα, πάνε σε δεύτερη μοίρα. Ωστόσο, πάντα υπήρχε μια καλή δικαιολογία από τον Euronymous, ο οποίος έδωσε στον Hellhammer να καταλάβει πως για να συνεχίσουν οι Mayhem θα πρέπει να πάει καλά το μαγαζί και το label. Το Mayhem foundation project ξεκινά. Κοντολογίς, έσοδα από τις πωλήσεις που θα έμπαιναν σε πρόβες και ότι άλλο χρειαστεί ώστε να προχωρήσει το συγκρότημα.

Ο Metalion αναφέρει πως στην αρχή σύχναζαν στο μαγαζί μια χούφτα άνθρωποι. Μέσα σε αυτούς είναι και οι Darkthrone (o Fenriz έχει στα χέρια του εδώ και μήνες τη κασέτα του “Live in Leipzig”) κι όπως πρόσφατα «αποκάλυψε» το έτερον ήμισυ (Nocturno Culto) το τεχνικό υλικό του “Goatlord” δεν ήταν τελικά το βήμα που «ήθελαν» να κάνουν. Το εγκαταλείπουν ως εγχείρημα, κρατώντας ορισμένες ιδέες και το πιάνουν αλλιώς. Οι Emperor που ήταν ακόμα έφηβοι, περνούσαν κάνα σαββατοκύριακο. Σύντομα η επιχείρηση αποκτά πελατεία. Στους πελάτες, Shagrath & Silenoz (έφηβοι κι αυτοί τότε) αγοράζουν το κώλο τους, όπως το ντεμπούτο των Samael “Worship Him” που χαρακτηρίστηκε “must have” από τον Øystein.

Κι εδώ ξεκινά το μέρος της διήγησης που αποκαλύπτει την ευστροφία του Euronymous. Κάτω από την επίδραση του, τα περισσότερα σχήματα της Νορβηγίας που είχαν κάνει τα πρώτα τους βήματα στο Death Metal, αλλάζουν ύφος και το γυρνάνε στο Black. Οι συμβουλές του φανερώνουν σπιρτάδα, πλήρη επίγνωση της τέχνης που πραγματεύεται και ήταν πολύ συγκεκριμένες. Πάρτε τη μουσική σας σοβαρά, το image οφείλει να πηγαίνει χέρι-χέρι με τη μουσική και τέλος πρέπει να πιστεύετε όσα τραγουδάτε. Ωφελήθηκαν απαξάπαντες, αλλά νεότεροι όπως οι Emperor βρήκαν την καθοδήγηση που χρειάζονταν στο επίπεδο της μεθοδικότητας. Θα έλεγα πως η εμβρίθεια του Øystein φάνηκε στην εκ προοιμίου κατανόηση της δύναμης που θα εξέπεμπε μια ενιαία και αμιγώς Black Metal σκηνή. Γνωρίζουμε καλά πλέον, το εύρος της δισκοθήκης του (π.χ Silver Apples), για να καταλάβουμε πως το Black Metal προσωπείο του Euronymous είχε κατασκευαστεί για να εκπέμπει φανατισμό με στόχο τη συσπείρωση για την επίτευξη του στόχου.

Παράλληλα με το Νορβηγικό Helvete υπήρξε για ένα φεγγάρι και το Σουηδικό franchise. Το άνοιξε μια μικρή παρέα με την έγκριση του Øystein, εκεί ήταν και ο 16άρης τότε Jon Nödtveidt (των υπερεκτιμημένων). Σταδιακά ο Maniac γίνεται θαμώνας του Helvete, την περίοδο αυτή αρχίζει να εμφανίζεται εκεί και ο Kristian Vikernes (φορολογικά καταχωρημένος ως Louis Cachet στις μέρες μας) που είχε γνωριστεί εδώ και λίγο καιρό με τον Euronymous. Η ιστορία γνωστή, το Demo υλικό των Burzum είχε εντυπωσιάσει τον Øystein και άμεσα θέτει στόχο να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο του Varg. Ας πούμε τώρα μερικές απαγορευμένες λέξεις για τη παρέα. Florida bands, Morrisound Recordings, Scott Burns. Το Death Metal έχει μεγαλώσει κι άλλο από τη τελευταία φορά που το συναντήσαμε σε αυτό το κείμενο. Η παρέα του Helvete βλέπει αρκετό κόσμο να στρέφεται προς τα εκεί και ξενερώνει. Ειδικά ο Euronymous κράζει ασύστολα την όλη κατάσταση και σε φάσεις χρησιμοποιεί ακραίες ατάκες για την εμπορευματοποίηση του πάλαι ποτέ κραταιού sub-genre. Η παρέα συνηγορεί στις καφρίλες και κάπως έτσι βγαίνει το παρατσούκλι “Black Metal Mafia”, για όσους πίνουν μπύρες και κράζουν Σουηδούς και Αμερικανούς στο Helvete.

Οι Stigma Diabolicum αλλάζουν όνομα σε Thorns και το demo “Grymyrk” κυκλοφορεί τον Ιούνιο του ‘91. Στην ουσία ήταν ιδέες στις κιθάρες του Snorre και το μπάσο του Harald Eilertsen, που τις έστειλαν σε Faust και Marius Vold ώστε να σχεδιάσουν τύμπανα και φωνητικά. Εδώ αρκεί να πούμε πόσο μας συνεπαίρνει ο υπνωτικός χαρακτήρας του “Grymyrk” και η υφέρπουσα αρρώστια που κυοφορείται στην ατμόσφαιρά του. O Snorre δήλωσε πρόσφατα, πως του πήρε 20 χρόνια για να καταλάβει τον πραγματικό αντίκτυπό του στη σκηνή. Τον ίδιο μήνα έχουμε το Demo των Immortal και το 7άρι τους τον Οκτώβρη του ’91. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν δυο κυκλοφορίες που ανήκουν στο ατμοσφαιρικό Death, αλλά μάλλον αφορούν περισσότερο το Black Metal κοινό. Αρχικά το μαγικό “My Angel” (8/6/91) των Arcturus κι έπειτα το φανταστικό “Into the Woods of Belial” (10/91) των Thou Shalt Suffer. Τους Malfeitor (pre-Strid) δεν τους μνημονεύει ποτέ κανείς, πράγμα που σημαίνει πως δεν πήγε σε πολλά χέρια το αξιόλογο Demo τους.

Skippergata

Το 1992 είναι μια χρονιά γεμάτη γεγονότα που επηρεάζουν την πορεία των Mayhem. Ωστόσο, ο Euronymous δεν θ’ άφηνε το πράγμα στην τύχη του. Η εξέλιξη του album ήταν ένας κυκλώνας που δε θα σταματούσε για κανέναν λόγο. Το σχήμα έχει νέο μέλος. Ο Varg Vikernes (ως Count Grishnackh) πήρε τη θέση πίσω από το μπάσο και μπαίνει στο studio της Skippergata με Euronymous, Hellhammer στην αρχή του ’92. Στις 10/2 ηχογραφούν τέσσερα κομμάτια (τρία εκ των οποίων για πρώτη φορά) με τη νέα σύνθεση. Όσοι παρακολουθούν το σχήμα από την αρχή, ενδεχομένως γνώριζαν την ύπαρξη του Albania tape. Φέτος, μετά από 28 χρόνια, θα μπορέσουν να τo απολαύσουν για πρώτη φορά. Το κατακόκκινο αναδιπλούμενο εξώφυλλο αναφέρει ως Antimosh 002, το ντεμπούτο των Imperator “The Time Before Time”, το οποίο τελικά κυκλοφόρησε το ‘91 από την Πολωνική Nameless. Μια λεπτομέρεια που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως το έφτιαξε νωρίτερα από τη πρόβα που έκλεισε μέσα του, ίσως στο τέλος του ‘90. Εδώ θα δείτε τις αλλαγές στο “Buried By Time And Dust”, το οποίο θα βρούμε καρατομημένο και πολύ πιο γρήγορο, καθώς και το “From the Dark Past” που τότε λεγόταν “Materialized In Stone”. Το επίπεδο συνεργασίας και η συνοχή είναι σε υψηλά επίπεδα και σαν περάσουν οι ακροάσεις, καταλαβαίνεις πως βρίσκονται σε οίστρο. Ο Varg γράφει τις μπσογραμμές, με το σύνολο να πάλλεται στα “Cursed In Eternity” και “Life Eternal”. Η αποthrshοποίηση μόλις ξεκίνησε.

Σύντομα κυκλοφορεί από την Peaceville, ο πιο γνωστός δεύτερος δίσκος Νορβηγικού σχήματος. Οι Darkthrone επιστρέφουν με το “A Blaze in the Northern Sky” (2/3/92) ηχογραφημένο στο Creative του Kolbotn. Στο εξώφυλλο έχουμε μια φωτογράφηση, ικανή να κλειδώσει εκ προοιμίου την ατμόσφαιρα. Το περιεχόμενο θα καρπωθεί δίκαια τους επαίνους της παρέας στο Helvete. Σίγουρα μέτρησε η στροφή από το Death στο Black, ωστόσο εδώ υπάρχει περισσότερη σκέψη από μια στείρα μετατόπιση. Γιατί ναι μεν αλλάζουν το μουσικό ύφος του ντεμπούτου, αλλά χρησιμοποιήθηκαν riff από το Death Metal του “Goatlord”. Η μεταστοιχείωση της μουσικής οδήγησε ασυνείδητα στη δόμηση ενός νέου ήχου. Μια φράση φτάνει για να το περιγράψει, “Cold Black Metal with Lowfi sound και ως απότοκο το αδιάσπαστο, σιδηροδρομικό Black Metal riffing (ορισμός “Kathaarian Life Code”). Παράλληλα το “In the Shadow of the Horns” είναι το πρώτο Black Metal κομμάτι με rock ραχοκοκαλιά, το θυμάσαι άμεσα και μπορείς ακόμα και να το τραγουδήσεις (εξάμβλωμα/παραπαίδι του, το σιχαμένο Black n’ Roll). Παράλληλα, σε αυτό το ύφος πλέει και τ’ ομότιτλο κομμάτι, που αμελείται όπως και τα υπόλοιπα του δίσκου. Αιτία, η ωμή κι εχθρική τους κράση που υπάρχει ακόμα και στ’ αργά σημεία. Το νευρικό του κέντρο έχει sabbathική (ομότιτλο κομμάτι αυστηρά) τάση, που συνδράμει τη Death ραχοκοκαλιά δημιουργώντας μια βάση πάνω στην οποία θ’ απλώσουν ως κονσερτίνα τον λεπτό ήχο της κιθάρας. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, κουβαλούν μια νέα ιδιοσυγκρασία, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μαχητικός σιχτιρισμός (συγχωρέσετε μου το αδόκιμο). Ακολουθεί η αφιέρωση του Fenriz στο booklet: “A Blaze in The Northern Sky” is eternally dedicated to the King of Black/Death Metal underground; namely Euronymous! Agathos Daimon, Necromantia and all other extreme bands we’re in contact with. Hail! Τέλος, η δήλωση-συμμετοχή στη Black Metal σκηνή που θ’ ακολουθούσε μια πολύχρονη απάρνηση του ντεμπούτου. Darkthrone plays Unholy Black Metal exclusively.

Count Grishnackh

Μέσα στον ίδιο μήνα θα κυκλοφορήσει το πραγματικό ANTI-MOSH 002 της Deathlike Silence, ομότιτλο Burzum debut album. Το studio ηχογράφησης είχε κλειδώσει από τα καλά λόγια των Old Funeral για τον Pytten, οι οποίοι είχαν γράψει τη κασέτα “Abduction of Limbs” στο Grieghallen. Εκεί λοιπόν, δούλευε ως τεχνικός ήχου ο Eirik Hundvin (Pytten), που ήταν παιδικός φίλος του πατέρα του κιθαρίστα τους, Tore Bratseth. O Varg είχε επαφή μαζί τους, έχοντας περάσει ένα χρόνο στο σχήμα και ο Øystein (που ήδη έψαχνε το καλύτερο για την επικείμενη ηχογράφηση των Mayhem) είχε έρθει η ώρα να τεστάρει τον Pytten. Εδώ, ο Euronymous αναλαμβάνει χρέη συμπαραγωγού, παίζει το solo του “War” και το Gong στο “Dungeons Of Darkness”. Ο Pytten αναφέρει πως ο Euronymous είχε μεγάλες απαιτήσεις από τον Varg, σε σημείο που τον πίεσε περισσότερο απ’ όσο είχε συνηθίσει. Στο εξώφυλλο έχουμε μια εικόνα, ικανή να κλειδώσει εκ προοιμίου στο μυαλό. Το περιεχόμενο έλαβε μικρή προσοχή τότε, αλλά πολύ περισσότερη στο άμεσο μέλλον. Ο ήχος είναι άγονος και η κίνηση μονόχνοτη, σα να βαδίζει ατέρμονα στη μονοτονία. Το Black metal του Varg ήταν από την αρχή διηγηματικό, ορίζει και τιμά τη λέξη ατμόσφαιρα. Γιατί δεν ήταν φτηνός, χρησιμοποίησε κιθάρα και μπάσο για να την πετύχει. Τα riff διαδέχονται και συνδυάζονται καταφέρνοντας να είναι ταυτόχρονα ψυχρός/ωμός και συναισθηματικός/γλυκύς πλοηγώντας το νου στην αντίθεση απελπισίας & ελπίδας. Ο τρόπος των ουρλιαχτών μένει χαραγμένος, μοιάζει σα να κραυγάζει μαχαιρωμένος. Το σπουδαιότερο στη μουσική του είναι οι συνθέσεις, που μετατρέπουν τα κομμάτια σε ιστορίες ενός μυθιστορήματος (ο ίδιος θα έλεγε για κόσμους σε RPG). Η μετάδοση όλων αυτών των συναισθημάτων, σε συνδυασμό με τη δεινότητά του να δημιουργεί τρομερές στιγμές οδήγησε στη δόμηση ενός νέου ύφους. Στη πάροδο του χρόνου εμφανίσθηκε με διάφορα ονόματα, το είδαμε ως Pagan μετά Depressive και τελικά Suicidal. Μπορεί αυτές οι ταμπέλες να μοιάζουν περιγραφές της θεματολογίας, αλλά αν μετρήσετε κιθάρες και φωνητικά σε όσους τις χρησιμοποίησαν, θα βρείτε τους εκατοντάδες μιμητές του.

Έχοντας συναίσθηση της μουσικής των τριών Μεγάλων της Νορβηγίας στα 1992 και της ιστορίας του Black Metal μέχρι και σήμερα, βλέπουμε τους δεκάδες δρόμους που είχαν μέσα τους και στεκόμαστε με θάμβος μπροστά στο εύρος που υπήρχε σε τόσο περιορισμένο μουσικό χώρο. Η περίοδος των Mayhem στο προβάδικό της Skippergata θα ολοκληρωθεί σύντομα. Ο Varg μεγαλώνει μουσικά σ’ αυτό το χώρο, περνώντας περισσότερο χρόνο στο studio από τους υπόλοιπους. Η σχέση τους ακόμα διέπετε από αμοιβαίο θαυμασμό και τότε ήταν που διασκευάσαν μαζί του το “Jesu Død”, που ήταν ήδη έτοιμο. Ο Hellhammer χαρακτήρισε πρόσφατα τον Vikernes ως μουσική ιδιοφυΐα, λέγοντας πως ότι του έδειχνε στα τύμπανα το εκτελούσε με τον ίδιο τρόπο στο καπάκι.

Møllergata

Η συνεργασία Mayhem/Pytten είχε προγραμματιστεί για το καλοκαίρι του ‘92, όταν το Grieghallen δε θα είχε παραστάσεις και θα μπορούσαν να δουλέψουν ήρεμα. Στις 16/3 ηχογραφούν μια πρόβα στο Oslo (Møllergata) με σκοπό να φτάσουν τα κομμάτια στο επιθυμητό επίπεδο. Θα μοιραστεί στη παρέα ενώ παίζει καθημερινά στο μαγαζί και σύντομα όλοι λένε τα καλύτερα. Ο Euronymous γράφει γράμμα στον Pytten με όλες τις λεπτομέρειες που θα έπρεπε να γνωρίζει, για να ξέρει τι τον περιμένει το καλοκαίρι και του εσωκλείει τη πρόβα. Δίχως τις δεκάδες λεπτομέρειες για τις κιθάρες, με τις φράσεις minor chords, sliding chords, chords out of scale, arpeggios να βρίσκονται παντού, πάμε να δούμε κάποια χαρακτηριστικά σημεία απ’ όσα αναφέρει με τ’ απαραίτητα σχόλια: Το μπάσο που έχει χρησιμοποιηθεί είναι αρκετά αιχμηρό απ’ ότι θα θέλαμε. Τα τύμπανα δε μας αρέσουν καθόλου, σου έχω γράψει στη β’ πλευρά δυο κομμάτια των Vader, ως παράδειγμα κακής παραγωγής. Σε αυτό το σημείο υπάρχει μια αντιφατική πληροφορία από τον Faust. Ο οποίος αναφέρει πως ο Euronymous είχε θέσει ως προσχέδιο για τον ήχο στα τύμπανα, το demo των Vader “Morbid Reich”. Η πληροφορία κλειδί για τα τύμπανα υπογραμίζει: τα toms πρέπει ν’ ακούγονται σα βροντή και δε μπορούμε να προσθέσουμε αρκετό reverb. Θα χρησιμοποιηθούν δυο bass-guitar, το ένα παίζει ο Count και το άλλο θα είναι άταστο (χωρίς fuzz). Ο Ivar των Enslaved ομολογεί πως πέρασε ένα ιδιαίτερο μάθημα, από τον Euronymous, γι’ αυτή τη τεχνική και τη χρησιμοποίησε στο “Hordanes Land”. Η λογική του “Freezing Moon” είναι να κάνει την αντίθετη κίνηση το μπάσο από την κιθάρα και το αντίστροφο. Κι έπειτα, θα έρθει η αποκάλυψη για το “From the Dark Past”: we call this track for “Snorre”, because we got some of the sickest riff from a guy with that name. Με την έγκρισή του είχε χρησιμοποίησει σημεία από το κομμάτι “Lovely Children” των Thorns, από τα οποία εμπνεύστηκε κι έφτιαξε ένα νέο riff ως έναρξη του κομματιού και μερικά ακόμα σε άλλα σημεία. Τέλος, ο Euronymous πληροφορεί τον Pytten πως τα φωνητικά δεν θα ηχογραφηθούν στην επικείμενη επίσκεψη. Ο τραγουδιστής από την Ουγγαρία θα έρθει στο εγγύς μέλλον.

Οι περισσότεροι μάθαμε τη συγκεκριμένη πρόβα μέσα από το σπουδαιότερο bootleg που κυκλοφόρησε για τους Mayhem “From The Darkest Past” . Η σημασία του ήταν μεγάλη, γιατί μέχρι φέτος δεν υπήρχε Albania tape, οπότε αυτό ήταν το μοναδικό υλικό της τριπλέτας για όσους ήθελαν να καταλάβουν περισσότερα για τους Mayhem του ‘92. Φέτος, θ’ αποκατασταθεί η αποσιώπηση με την προσθήκη του ομότιτλου κομματιού, που έλειπε από το bootleg (και μιλάμε για το “Snorre” track !). Εδώ βρίσκεται η πρώτη ηχογράφηση του “De Mysteriis Dom. Sathanas”, ένα συγκλονιστικό έπος που ξεκινά με intro τέζα/clopy Necromantia. Ωστόσο, Θα εξαιρεθεί στην τελική ηχογράφηση ελέω originality. Αν οι κιθάρες στο τέταρτο λεπτό σας θυμίσουν κάτι, ξαναδείτε “Fallen” & “Umskiptar” εδώ βρίσκεται η ρίζα τους. Το φετινό Lp δημιουργήθηκε από τη κασέτα που είχε γράψει ο Euronymous στον Morgan των Marduk και εμπεριέχει ολόκληρη την πρόβα. Στην πρώτη πλευρά είναι τα τέσσερα παλαιά κομμάτια και στη δεύτερη τα τέσσερα καινούργια. Όπως στην Skippergata έχουμε και εδώ Live εκτελέσεις. Η αποthrshοποίηση ολοκληρώθηκε.

Snorre

To Πάσχα του ’92, βρισκόμαστε στο σημείο έξαρσης του Νορβηγικού Black Metal. O Metalion λαμβάνει ντουζίνες τα γράμματα οπαδών, που ρωτούν να μάθουν περισσότερα για τη Νορβηγική σκηνή. Ο ίδιος, στο Slayer mag IX, χαρακτηρίζει αυτό που συμβαίνει ως Black Metal Explosion. Στη λογική της σέχτας, επαναλαμβάνει το «ποίημα» της “Black Metal Mafia” για το trendy Death Metal και αμέσως μετά λέει κάτι πιο συγκεκριμένο. Mayhem και Darkthrone αποτέλεσαν τις βασικές επιρροές, αλλά το θέμα είναι πως στη Νορβηγία έχουμε κάτι μοναδικό…Γνησιότητα… ενώ στη Σουηδία όλοι αντιγράφουν Entombed. Στο τέλος του κειμένου χαιρετίζει τον πυρήνα, “We hail Mayhem, Burzum, Darkthrone, Enslaved, Thou Shalt Suffer, Emperor, Thorns, Arcturus end even Immortal (But there are some doubts about them.. we shall see!!). Το “Diabolical Fullmoon Mysticism” των Immortal κυκλοφορεί την πρώτη Ιουλίου του ’92. Αρνητισμός, ειρωνεία & επιφύλαξη, αφού τα κάνει ο συντοπίτης δε θα ντραπούν και τα zine του εξωτερικού. Σταδιακά οι αμφιβολίες θα καμφθούν όπως και οι άκυρες συγκρίσεις με Death Metal κυκλοφορίες της εποχής. Μπορώ να δεχθώ πως οι Immortal ξεκίνησαν γράφοντας τραγούδια, ωστόσο δε θα μπορούσε να ήταν συνθέτες ολκής όσοι Νορβηγοί αφυπνίσθηκαν στα 90’s. Τα κομμάτια του ντεμπούτου ήταν δουλεμένα, οι κιθάρες είχαν ωραίες ιδέες και μέσα σε αυτές βάζω και τη χρήση ακουστικής. Δεν είναι άδικο να το χαρακτηρίσεις φτηνό κόλπο, αλλά σα τακτική βοήθά το τελικό αποτέλεσμα. Τον αξιόλογο ήχο (ειδικά στα τύμπανα) τον μόνταρε ο Pytten στο Grieghallen και αυτό φτάνει. Αλλά το μεγαλύτερο ατού στο ντεμπούτο των Immortal (τις σάρκες του οποίου ακόμα τρώνε οι Inquisition) ήταν η εξαιρετική ατμόσφαιρα που είναι ακόμα ικανή να σε συνεπάρει. Ακολουθούν δυο demo στο περιεχόμενο των οποίων πραγματοποιείται η αποdeathοποίηση σπουδαίων σχημάτων. Αρχικά οι Emperor με το “Wrath of the Tyrant” (11/6). Ηχητικά primitive σε rehearsal ήχο. Το Death Metal παρελθόν φεγγίζει στα τύμπανα, ενώ τα φωνητικά σε σημεία υπερκαλύπτουν τα όργανα. Ωστόσο, λάμπουν με πλήκτρα, κεντρίζουν σε riff και ξεκινούν τις διακλαδώσεις στα κομμάτια. Έπειτα οι Enslaved του “Yggdrasill” που έχουν ξεπεράσει το “Nema” και περπατούν τη δική τους ατραπό στα μονοπάτια της αφήγησης. Εδώ βγάζουν λυρισμό μέσα από τη μούργα της κασέτας και ξεδιπλώνουν τη συνθετική τους δεινότητα. Οι Thorns επιστρέφουν με τη δεύτερη κασέτα τους “Trøndertun”, ο Snorre μετατρέπει δυο κομμάτια του “Grymyrk” σε τραγούδια που μαγνητίζουν τον ακροατή, παραμένοντας εσωστρεφή συναισθηματικά και κρυπτικά στιχουργικά. Τέλος, το “Bloodlust and Perversion” των Carpathian Forest, διατίθεται στο Helvete. Την δική τους ιστορία ξεκινούν το 1992 οι Satyricon, Isvind, Fester, Obtained Enslavement, Ildjarn, Fimbulwinter και άλλοι.

Grieghallen

Η αίθουσα Grieg βρίσκεται στο Bergen της Νορβηγίας, είναι συναυλιακός χώρος με χωρητικότητα 1.500 θέσεων. Πήρε τ’ όνομα της από τον συνθέτη Edvard Grieg (15/6/1843-4/9/1907) και φιλοξενεί τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Bergen. Σχεδιάστηκε από το Δανό αρχιτέκτονα Knud Munk το 1978. Η περίοδος των ηχογραφήσεων του “De Mysteriis Dom. Sathanas” διήρκησε από τις 22 ως τις 29/6 του 1992. Για το τελικό αποτέλεσμα χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά studio και η κεντρική σκηνή του Grieghallen. Εκεί έστησαν τα drums του Hellhammer ο οποίος ηχογράφησε πρώτος. Η επιλογή αυτή έγινε για να υπάρχει μεγαλύτερος χώρος ακουστικής. Ωστόσο, αργότερα θα έπρεπε να γίνει αφαίρεση των ήχων που θ’ αντανακλούσαν οι τοίχοι του Grieghallen. Για τον λόγο αυτό δημιούργησαν ένα «δωμάτιο» χρησιμοποιώντας χαλί πέντε μέτρων κι έβαλαν επάνω τα drums. Ο χώρος ήταν μεγάλος, υπήρχαν εννιά όροφοι αέρα πάνω από τα τύμπανα και ο Pytten πίστευε ότι οι διαστάσεις θα έδιναν έναν ντελικάτο τόνο ως επιπρόσθετο, στον ήχο του Hellhammer. Τα μικρόφωνα τοποθετήθηκαν επάνω στο χαλί αλλά και ψηλότερα από τα τύμπανα. Με όλο αυτό τον σχεδιασμό του Pytten, προσπέρασαν το ζήτημα του reverb κι έφτιαξαν έναν εκπληκτικό ήχο στα τύμπανα.

Ο Euronymous είχε rock εξοπλισμό, μια κιθάρα Les Paules και δεν χρησιμοποιούσε πλέον πετάλια παραμόρφωσης αλλά δούλευε πολύ με τον ενισχυτή του. Το recording room δεν είχε ηχώ κι αυτό θα βοηθούσε να ηχογραφηθεί ότι ακριβώς παίζουν τα όργανα. Ένα από τα δωμάτια που χρησιμοποίησαν άνηκε στο NRK, ήταν studio για classical recordings. Τρύπωναν εκεί αργά τη νύχτα και δούλευαν μέχρι να βρουν τον βασικό ήχο στις κιθάρες. Αυτό δεν άργησε να γίνει και στον ίδιο χώρο πραγματοποιήθηκε το μεγαλύτερο μέρος της ηχογράφησης του Øystein. Αργότερα, έκαναν προσθήκες στην αίθουσα συναυλιών, χρησιμοποιήσαν όλο το δωμάτιο σαν ένα μέσο επίτευξης ατμόσφαιρας/τόνου. Υπάρχουν αρκετές κιθαριστικές προσθήκες στο album, δεν υπάρχουν solo αλλά μελωδικά σημεία (Lead κιθάρες), που εισήγαγαν για να ενισχύσουν επιμέρους στοιχεία. Ο marshall εξοπλισμός τοποθετήθηκε στις θέσεις για το κοινό. Αυτός ο χώρος ήταν γιγαντιαίος, με ισορροπημένη ακουστική και αρκετά δονούμενος, όσον αφορά τους ήχους που κινούνταν μέσα του. Είχαν ένα μικρόφωνο που μετακινούσαν τριγύρω, μέχρι να βρουν την τονικότητα που έψαχναν. Η μέθοδος που ακολούθησαν είχε ως βάση την απόσταση μεταξύ μικρόφωνου και ηχείων, με σκοπό να πάρουν ότι περισσότερο μπορούν από τον χώρο. Μετά τον απαιτούμενο πειραματισμό ο στόχος επετεύχθη. Όλο αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον ήχο της κιθάρας.

Eirik Hundvin (Pytten)

O Pytten χαρακτηρίζει τον γενικότερο τρόπο εργασίας «αυτιστικό», θέλοντας να επισημάνει την εμμονή στη λεπτομέρεια τόσο για τις επιμέρους ιδέες που τοποθέτησαν στα κομμάτια όσο και τις μετέπειτα διορθώσεις. Σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε πως όταν ένας σαραντάρης πάρει στα σοβαρά εικοσάρηδες, μπορεί να μετουσιωθεί το ταλέντο σε ουσιαστική εργασία με αποτέλεσμα. Στο τέλος ηχογράφησαν το μπάσο, ο Varg έκανε εξαιρετική δουλειά (υπό την επίβλεψη του Euronymous) με τον Pytten και προστέθηκε ομοιόμορφα στη μουσική. Στη δική του περίπτωση δεν χρειάστηκε κάτι περισσότερο από την εκτελεστική του ικανότητα. Το τελευταίο γεγονός για το 1992 είναι η πρόσληψη του Snorre (Blackthorn) ως δεύτερου κιθαρίστα των Mayhem. Στην συζήτησή τους είχαν συμφωνήσει πως και ο Euronymous θα γινόταν μέλος των Thorns..

Last Supper

Το 1993 έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό για τον Metalion. Όλοι ψάχνουν τον Euronymous κι αυτός χάνει την επαφή μαζί του, τα ίδια λένε και οι Emperor. Σε γενικές γραμμές η τελευταία χρονιά της ζωής του ήταν και το απαύγασμα της επιρροής του. Το μαγαζί υπολειτουργεί ενώ υπήρχαν εκκρεμότητες για την ολοκλήρωση του album. Ο  Snorre έτρεχε το προσχέδιο για το εξώφυλλο. Είχαν θέσει ως βάση μια φωτογραφία του Nidarosdomen (γοτθικός καθεδρικός ναός του 11ου αιώνα) που είχε βγάλει ο Snorre στο Trondheim και άρεσε πολύ στον Euronymous. Παράλληλα του αναθέτει να μοντάρει και τους στίχους που είχε αφήσει ο Dead, μια διαδικασία που του πήρε ένα μήνα για να τη φέρει εις πέρας. Το τελευταίο και σπουδαιότερο που έπρεπε να κλείσει, ήταν η ηχογράφηση για τα φωνητικά του album.

Η προσέγγιση στον Atilla είχε γίνει από τον Øystein το ’91, με σκοπό ν’ αντικαταστήσει τον Dead. Οι Tormentor είχαν σταματήσει κι εκείνος είχε εγκαταλείψει την ενασχόληση με το Extreme metal. Ο ίδιος αναφέρει ότι ακούγοντας Demo & Ep των Mayhem ήταν cool, αλλά αυτά τα είχε κάνει με τους Tormentor στα 80’s. Ωστόσο, τον κέρδισε το υλικό του Grieghallen που ήταν πολλά υποσχόμενο. Φτάνει στο Όσλο με την γυναίκα του, τον Απρίλιο του ’93 και κάνει τρείς πρόβες με τους Mayhem στη Møllergata, μαζί τους παίζει και ο Blackthorn. Μια μέρα πριν φύγουν για Bergen να βρουν τον Pytten στο Grieghallen, o Metalion είχε πάει στο Όσλο για μια δισκογραφική σύμβαση σε μελλοντική κυκλοφορία της Head Not Found. Με την ολοκλήρωση στης δουλειάς, μαθαίνει πως έφτασε ο Atilla και σπεύδει στο σπίτι του Euronymous για να τον γνωρίσει. Η ατμόσφαιρα είναι καταπληκτική. Η γυναίκα του Atilla μαγειρεύει παραδοσιακό goulash και τρώνε όλοι μαζί. Το ίδιο βράδυ, ο Varg θα τον πάει με το αμάξι του να πάρει το τρένο για Sarpsborg. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδε ο Metalion Øystein και Varg από κοντά, μην έχοντας την παραμικρή υπόνοια για το τι επρόκειτο να συμβεί. Αρκετά χρόνια αργότερα έδωσε τον τίτλο “Last Supper” στο γεύμα αυτό.

Η διαδικασία της ηχογράφησης του Atilla κράτησε από 22/4 ως 2/5 του 1993. Αρχικά διαμορφώνει μια γωνία στο studio με μαύρες κουρτίνες και κεριά ώστε να πιάσει την ψυχολογική κατάσταση που επίτασσε η διαδικασία. Κάθε κομμάτι που τελειώνει εντυπωσιάζει τους Mayhem που αποσβολωμένοι κοιτάζονται μεταξύ τους. Όπως αναφέρει ο ίδιος σε περίπτωση λάθους θα έπρεπε να πάει το τραγούδι από την αρχή ή σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο με ιδιαίτερη προσοχή. Αυτό δε θα συμβεί πολλές φορές, είναι κατάλληλα προετοιμασμένος με σημειώσεις για τους τρόπους άρθρωσης, γρυλίσματος, μασήματος λέξεων και όσα εμπνεύστηκε να χρησιμοποιήσει. Η κατάληξη απρόσμενη, τα σαγόνια του Control room στο πάτωμα. Οι μέρες περνούν και η δουλειά έχει προσπεράσει το επιθυμητό επίπεδο, είναι πλέον ένας θρίαμβος! Το τελευταίο σημείο από την παραμονή τους στο Grieghallen, είναι η φωτογράφηση στα μέλη των Mayhem για το booklet του album, ο Blackthorn το αναλαμβάνει και αυτό.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να συνοψίσουμε τα πεπραγμένα του Snorre για το “De Mysteriis”: Προσαρμογή στίχων, εξώφυλλο, φωτογράφηση, μια σύνθεση και σε πρώιμο στάδιό τη συνδημιουργία της τεχνικής/μεθοδολογίας πάνω στην οποία βασίστηκε το ύφος του album. Σημεία ξεχωριστά που φανερώνουν το ταλέντο και την προσφορά του, για να καταλάβουμε τον ουσιαστικό ρόλο που διαδραμάτισε κι ας μην έπαιξε νότα.

Attila

Την επόμενη μέρα ο Øystein τηλεφωνεί στον Ivar Bjørnson (Enslaved) εκφράζοντας τον θαυμασμό του για το αποτέλεσμα. Προσπάθησε, με οικτρή αποτυχία, να μιμηθεί τα φωνητικά του Attila. Τον περιγράφει ως “Mad Priest”. Παραπλήσια εικόνα έμεινε και στον Pytten, χαρακτηρίζοντας το ύφος του ως “Sophisticated Gregorian chanting”. Τις μέρες που έμειναν στο Bergen τους φιλοξένησε ο Varg και τα λόγια του Attila ήταν ένθερμα για την εμπειρία. Στα χέρια του είχε μια κασέτα με την ηχογράφηση (από την αμέλεια του θαυμασμού μόνο πέντε από τα οκτώ κομμάτια είχαν γραφτεί) και δυο δισκογραφικές προτάσεις, μια από τον Euronymous σχετικά με το ντεμπούτο των Tormentor και μια από τον Varg για τους Plasma Pool. Όλα πήγαν περίφημα, τόσο στη δουλειά που έπρεπε να γίνει όσο και στα μελλοντικά σχέδια. Το σπουδαιότερο από τα οποία ήταν η επικείμενη περιοδεία, που φάνταζε παραμύθι στα μάτια του. Από εκεί και πέρα ξεκινά μια άσχημη περίοδος για τον Ούγγρο, ο οποίος ενώ περιμένει το δίσκο χάνει την επικοινωνία με τους εμπλεκόμενους. Τα γεγονότα γνωστά, ένας στο χώμα και δυο στη φυλακή. Ο ίδιος μένει με μια κασέτα ως αναμνηστικό και τη στενοχώρια της καταστροφής όσων σχεδίαζε. Η κατάσταση δεν θ’ άλλαζε και η ζωή του άρχισε να βυθίζεται στον ωκεανό της παραίσθησης, με την απαραίτητη χημική βοήθεια. Παράλληλα και για πολλά χρόνια, μέχρι να διευθετηθεί το νομικό ζήτημα, δεν είχε δικαιώματα από τον δίσκο. Κόντρα στη άσχημη πορεία που είχε πάρει η ζωή του, κατάφερε να συνέλθει. Αργότερα, πέτυχε την αποκατάσταση στα νομικά θέματα και τέλος επανήλθε στο σχήμα. Τότε, το 2008 κυκλοφόρησε τη κασέτα με τα πέντε κομμάτια, ως Ep με τίτλο “Life Eternal”, από το δικό του label Saturnus Productions. Στη φετινή επανέκδοση θα τη βρείτε ως Vocal Session Grieghallen.

Η μίξη του “De Mysteriis Dom. Sathanas” έγινε στο διάστημα 11-15 Ιουλίου του 1993. Μαζί με τον Pytten στο control room ήταν ο Euronymous, αρκετές φορές ο Hellhammer και λιγότερες ο Snorre. Οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις πρόβες και το τελικό προϊόν εντοπίζονται στην παραγωγή. Σε εμβληματικά album αξίζει να μένουμε σιωπηλοί. Η σχέση που έχετε μαζί του είναι δεδομένη και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, ενίσχυση ή κριτική. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί, είναι πως Snorre και Atilla δήλωσαν πρόσφατα, με συγκρατημένο τρόπο είναι η αλήθεια, πως θα προτιμούσαν τον ήχο από τις πρόβες.

Το 1993 ξεκινά η κάθοδος των Μυρίων. Στα όρια της ολικής αποκτήνωσης του κειμένου, θ’ αναφερθώ τηλεγραφικά ως αντίδωρο στην σχέση μας μαζί τους. Αρχικά το Ep “Aske” (10/3/1993), που ήταν το anti-mosh 005 της Deathlike Silence και καπάκι το “Det Som Engang Var” (20/8/93), ως πρώτη κυκλοφορία από το label του Varg, Cymophane Records (ηχογραφήθηκε τον 4/92 και όπως έχει αναφέρει τον 9/92 ηχογράφησε και το “Hvis Lyset Tar Oss”). Οι Σουηδοί Abruptum ντεμπουτάρουν με το “Obscuritatem Advoco Amplectère” (15/3/1993) εξερευνώντας τα όρια της υπερβολής, αυτό είναι το ANTI MOSH 004 της Deathlike Silence. Τον Ιούλιο του 1993, κυκλοφορεί επίσημα το “Live in Leipzig” από την Obscure Plasma Records του Roberto Mammarella. Ο Euronymous θέλησε να το κάνει ως φόρο τιμής στον Dead, επέλεξε τον Ιταλό να το κυκλοφορήσει και συμφωνούν να βγάλει από τη Deathlike Silence το ντεμπούτο των Monumentum..

Μια από τις σπουδαιότερες κυκλοφορίες του ’93 είναι η σύμπραξη Emperor & Enslaved με την ενοποίηση των δυο Ep, στο split “Emperor/Hordanes Land” (6/93).  Ένα σύνολο που ζέχνει 90’s και φανερώνει τις δυνατότητες αμφότερων. Ξεχωριστή μελωδικότητα, επικές στιγμές με γοητευτική ατμόσφαιρα και συνθετική μεγαλοπρέπεια. Το όνομα των Darkthrone στο underground είχε μεγαλώσει και το  “Under a Funeral Moon” (24/6/93) καταφέρνει να στιγματίσει εκ νέου. Το εκπληκτικό είναι πως κατάφεραν να πιστωθούν μιμητές τόσο εδώ όσο και στο “Transilvanian Hunger” ισόποσα με το “A Blaze”. Την δική τους ιστορία ξεκινούν ξεκινούν τότε: Gehenna “Black Seared Heart” & Ep “Ancestor of the Darkly Sky”, Ancient “Eerily Howling Winds”, Gorgoroth “A Sorcery Written in Blood”, Manes “Maanens natt”, Fleurety “Black Snow”, Satyricon “The Forest Is My Throne”, Ulver “Vargnatt”, In the Woods…“Isle of Men”, Forgotten Woods, Helheim, Sabazios (pre-Mysticum), Strid και άλλοι. Το “Scorn Defeat” των Sigh από την Ιαπωνία ηχογραφήθηκε τον Μάρτιο του ’93. Η Νορβηγική αστυνομία είχε κατασχέσει τα master tapes μαζί με ότι βρήκε στο σπίτι του Euronymous. Τελικά, κατάφεραν να το κυκλοφόρησουν επίσημα τον Δεκέμβριο του ’93, αυτό είναι το ANTI MOSH 007. Τέλος, το καλύτερο album των Immortal “Pure Holocaust” (11/93)

Η εξιστόρηση θα τελειώσει με μια σκηνή που θα μπορούσε να βρίσκεται σε μια ταινία, αν η ταινία είχε ως επίκεντρο τον άνθρωπο και τη μουσική. Στις 10 Αυγούστου του 1993 ο Metalion ακούει αδιάφορα στις ειδήσεις πως δολοφονήθηκε ένας 25χρονος, τα στοιχεία του οποίου είναι άγνωστα. Την ίδια ώρα ο Silenoz βγαίνει από το σπίτι του και πάει ταχυδρομείο να παραλάβει πακέτο από τη Deathlike Silence. O Necrobutcher, που είχε ξεκινήσει μέσα καλοκαίρι να μιλάει πάλι στον Øystein, περιμένει τηλέφωνό να κουβεντιάσουν το ενδεχόμενο επανηχογράφησης του μπάσου για το “De Mysteriis”. Ο Metalion ακούει το μηχανάκι του αδελφού του να φρενάρει απότομα έξω από το σπίτι και ανοίγει την εξώπορτα. Ο Silenoz επιστρέφει με το πακέτο που έλαβε από τον Euronymous ανά χείρας και φτάνει σ’ ένα κιόσκι μ’ εφημερίδες. Το τηλέφωνο του Necrobutcher χτυπάει…και οι τρείς μαθαίνουν την είδηση, ο Øystein Aarseth είχε δολοφονηθεί.

Επιμύθιο

Υπάρχει μια αλήθεια που λέει: True Mayhem δεν υπήρξαν ΠΟΤΕ. Στο άρμα του ονόματος ανέβηκαν διάφοροι βάζοντας από ένα λιθαράκι, σε μια ιστορία που για λίγους τέλειωσε το ’94, για κάποιους από εμάς όταν ο Blasphemer ολοκλήρωσε τη θητεία του και γι’ άλλους ακόμα εξελίσσεται.

Υπάρχει ένα κλισέ που λέει: Ο ιθύνων νους του εγχειρήματος δεν είδε ποτέ να κυκλοφορεί το πόνημα της ζωής του, που θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως το «κατ’ ουσία» Νορβηγικό Black Metal album.

Υπάρχει μια μομφή που λέει: Έφτασες εδώ σκρολάροντας, μπας και βρεις αναφορές στα λαμπαδιάσματα εκκλησιών, τις ίντριγκες και τα αίτια των δολοφονιών, όντας έτοιμος να σαλιαρίσεις πάνω από ενθουσιαστικά γεγονότα evil γραφικότητας…αγνοώντας για μια ακόμα φορά τη μουσική.

Υπάρχει ένας ρομαντισμός που λέει: Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο σε όσους κάνουν πρόβες, στους απόκληρους του χρόνου που παίζουν ακόμα κασέτες και σ’ όσους έκαναν όνομα στο underground με demo, 7ιντσα, split και live tapes.

Κείμενο: Plunderer

Σκίτσα/Πολύτιμες Πληροφορίες: Τόλης Γιοβανίτης

Ψυχολογική υποστήριξη/Αναλύσεις: Δημήτρης Σκούρας

Βιβλιογραφία:

Metalion, The Slayer Mag Diaries

De Mysteriis Dom. Sathanas-25th Anniversary Book

Οδηγίες για τον Θεοκάλιαντο Καύσωνα: Paysage D’Hiver “Im Wald”

Η συναισθηματική σχέση που έχω με τους τους Paysage d’Hiver, θα μπορούσε να μ’ είχε οδηγήσει στο Burgdorf της Ελβετίας στις 25 Γενάρη του 2020. Θα έπρεπε όμως να είμαι ευκατάστατος Ευρωπαίος για φτάσω εκεί μονάχα για μια προακρόαση. Δεν είμαι, οπότε περίμενα κι εγώ καρτερικά ένα link, το οποίο αργούσε χαρακτηριστικά. Τελικά, μας ήρθε μέσω YouTube στις 7 του Απρίλη και χάθηκε αυθημερόν. Την ίδια ημέρα ο Tobias έγραψε, μέσω facebook, σε όλους τους “winter wanderers” τα παρακάτω:  “As many of you already have noticed, ‘Im Wald’ has leaked throughout the internet. The only way this could’ve happened is that one of the guests of the exclusive listening event in January shared with the world a gift that was meant to be personal. Everyone who joined me on this special evening in January received a wood encased and engraved USB-stick with ‘I’m Wald’ on it as a memento of this special evening. I understand the high anticipation of a new PDH record, after so many years and I’m honored to see this. At the same time I do have to admit that it stings, that one of you with whom I shared this moment couldn’t keep this album to him or herself and shared with a world what was, in the end, mine to share.” Ο τρόπος που θέλει να μεταδώσει το έργο του ο δημιουργός, είναι αναμφισβήτητα μέρος της τέχνης. Δυστυχώς, όμως, ένα μεγάλο μέρος των ακροατών πιστεύει πως αν βοηθήσει να διαρρεύσει ένα album ή μιλήσει πριν άλλους γι’ αυτό, καρπώνεται ένα ιερό hail ή συμμετέχει τρόπον τινά στη δημιουργία του. Το ζήτημα ήταν, είναι και θα είναι η συμμετοχή και η προσωπική σχέση με την μουσική. Το αν θα μιλήσεις πρώτος ή θ’ ακούσεις τελευταίος, δε παίζει κανένα ρόλο.

Στην κουβέντα που κάναμε την ημέρα της «διαρροής», με φίλους τους σχήματος, τέθηκαν ερωτήματα κι ενδιαφέρουσες σκέψεις. Αρχικά, μπορούμε να δούμε ως συμβολική κίνηση, το ότι μετά από δέκα Demo, ο Tobias Möckl πήρε την απόφαση να βαφτίσει το ενδέκατο πόνημα Full-length. Η λογική που βλέπω πίσω από αυτή τη κίνηση είναι απλή. Εφ’ όσον η μουσική είναι δυο ώρες, το βλέπει ως πληρέστερο έργο και μας το θέτει ως Full-album. Από την άλλη ίσως είχε όρεξη να βγάλει γούστα με τους άμπαλους, που στα επικείμενα interview, θα του κάνουν ερωτήσεις για το «ντεμπούτο» των Paysage d’Hiver. Θα ήταν γελοίο, όσο γελοίο είναι να κάνουμε συζήτηση γι’ αλλοίωση του underground χαρακτήρα, επειδή δε το βάφτισε και αυτό Demo. Με τη συνέπεια που έχει ως καλλιτέχνης, δε θα με ξένιζε να κάνει φωτογράφιση και με σωσίβιο φλαμίνγκο, αρκεί βέβαια να την έκανε χειμώνα στο δάσος. Στην τελική, το pitchfork έχει κάνει παρουσίαση Darkspace, καιρός είναι να μάθει και τους Paysage d’Hiver. Για όλους εμάς που αφιερώσαμε χρόνο στο έργο του δεν αλλάζει τίποτε. Μόνο και μόνο η επιλογή να τιτλοφορεί δουλειές που ξεπερνούσαν τη μια ώρα ως “Demo”, δείχνει την κατανόηση και το σεβασμό του απέναντι στο Είδος. Είναι αισθητική επιλογή αυτό που έκανε στη πρώτη εικοσαετία. Ίσως, η καλύτερη δυνατή ιδεολογική προσέγγιση, που αποδεικνύει γιατί το Black Metal ζει ακόμα, ενώ τ’ άλλοτε κραταιά sub-genres ψυχορραγούν στη γηραιά αγκαλιά των πάλαι ποτέ δυνατών label. Θα το γράψω και πάλι, μήπως διαβάσει τυχαία κάποιος περαστικός, ώστε να καταλάβει την διαφορά ανάμεσα στο μεράκι και την επαγγελματική καταξίωση. Το Black Metal ανδρώθηκε στα late 80’s-early 90’s μέσα από tape trading, γιατί κανένα label δε πίστευε πως αυτές οι μουσικές αφορούν το ακροατήριο. Η εγγραφή μιας πρόβας σε κασέτα έγινε σταδιακά κουλτούρα, γιατί τα χαρακτηριστικά της είχαν κοινά σημεία με το ζητούμενο ηχητικό όραμα. Το rehearsal ύφος ήταν μονόδρομος, σταδιακά έγινε συναίσθημα και βασική αρχή για το extreme metal και τελικά οριστικοποιήθηκε ως παντιέρα εφαρμογής. Καλλιεργώντας χαρακτήρα με DIY τακτικές είσαι σίγουρα ειλικρινής, αν παράλληλα είσαι και δημιουργικός, καταφέρνεις ν’ αγγίξεις την κορυφογραμμή της διαχρονικότητας. Στον αντίποδα έκανα την σκέψη ότι θα έπρεπε να τρολάρει λίγο και τον εαυτό του, δημιουργώντας μια νέα ονομασία για το Item που έφτιαξε, όπως obscure-usb και double-demo όταν θα το έκοβε σε cd/lp. Πρωτίστως όμως θέλουμε να λογικευτεί και να πάει ν’ αλλάξει την ένδειξη, ώστε ν’ αποκατασταθεί και η ισορροπία στον πλανήτη. Γιατί, αν με ρωτούσε κανείς παλαιότερα, πόσο πιθανό θεωρώ να κάνουν Full-album οι Paysage d’Hiver, μάλλον θα του απαντούσα πως θα βγάζει demo μέχρι να πέσει πανδημία. Τρέμω μόνο και μόνο στην ιδέα, του τι θα μπορούσε να συμβεί στον πλανήτη, αν οι Deathspell Omega παίξουν Live…

Είναι δύσκολο να πατήσεις play σε δίωρο album. Πρέπει να βρεις τι θα κάνεις παράλληλα, ειδικά στις πρώτες ακροάσεις που είναι αναγνωριστικές (εκεί που προσπαθείς να το ξεκλειδώσεις). Θα έλεγα πως είναι ιδανικό να παίξει, ενώ κάνεις παράλληλα κάποια άλλη δραστηριότητα. Έχω την αίσθηση πως όταν η βασική σου προσοχή είναι στραμμένη σε πρακτικές λεπτομέρειες, η μουσική πηγαίνει σ’ ένα άλλο σημείο μέσα σου. Η «πρώτη» προσοχή ως βαθμίδα κριτικής βλάπτει, γιατί σαν εργαλείο έχει τη λογική (η οποία μετρά δεδομένα), ωστόσο εδώ θέλουμε να λειτουργήσει ένα συναισθηματικό κοντέρ. Οπότε πρέπει με κάποιον τρόπο να την απασχολήσεις, ώστε να πιάσεις τις συχνότητες που θα σε συγκινήσουν.

Πριν δούμε τις νότες, καλό θα ήταν να ρίξουμε μια ματιά στις λέξεις. Το λέμε πολλές φορές, δεν είναι μονάχα η μουσική και το εικαστικό μέρος. Όλοι μας περνάμε από δεκάδες album αγνοώντας το στιχουργικό κομμάτι, τις περισσότερες φορές από έλλειψη χρόνου. Ωστόσο, πέρα από την εξιστόρηση υπάρχουν στους στίχους extra κλειδιά, μέσα από τα οποία θα καταλάβεις και τη μουσική. Ειδικά στο “Im Wald” αυτό μοιάζει ξεκάθαρο και η αναφορά είναι υποχρεωτική. Για τον χρόνο της μουσικής που μας έστειλε οι στίχοι είναι μερικές αράδες, γραμμένοι με μια κατάφαση τόσο απτή και πραγματολογική που σε κάνουν να νιώθεις πως είναι αφελής. Δεν ισχύει όμως κάτι τέτοιο, ο Ελβετός γράφει σταράτα με λιτό ποιητικό ύφος, για την αίσθηση που είχε σε κάθε σημείο του δάσους που περιδιαβαίνει. Το παράδοξο είναι πως σ’ ένα κομμάτι δέκα ή δώδεκα λεπτών μπορεί να έχει μονάχα μια μικρή σκέψη. Θαρρώ πως το κάνει, γιατί θέλει να είναι ακριβής για τον αντίκτυπο που είχε μέσα του. Οπότε χρησιμοποιεί τη μουσική διάρκεια που νιώθει πως χρειάζεται για να μεταφέρει την αίσθηση της σκέψης αυτής. Πάμε να δούμε ένα παράδειγμα μέσα από τους στίχους του “ Im Winterwald”.

“Στο χειμερινό δάσος*

Η δύναμη των ριζών ρέει μέσα από το ξύλο
Το βραχώδες, άγονο έδαφος κάνει το ξύλο
Μαύρο και χοντρό είναι το ξύλο

Σε αυτό το χειμερινό δάσος

Με υπέροχη μορφή μεγαλώνει το ξύλο
Δυνατά και ισχυρά κατευθύνεται** το ξύλο
Ευάλωτο και επιβλητικό ξυπνάει το ξύλο
Πάνω από όλα τα όντα

Σε αυτό το χειμερινό δάσος

Η πρωταρχική δύναμη ρέει μέσα από το ξύλο
Ο συνεχής σύντροφός/συνοδός μου είναι το ξύλο
Μέρα και νύχτα ενώνει το ξύλο
Στραμμένο στον Κόσμο πεθαίνει*** το ξύλο

Σε αυτό το χειμερινό δάσος

*Αν και βολεύει νοηματικά η μετάφραση της λέξης Winterwald, είναι ωστόσο τοπωνύμιο ενός δάσους στην Ελβετία.

**μάλλον συνδέεται με τον μεθεπόμενο στίχο «πάνω από όλα τα όντα». Η λέξη streben σημαίνει «επιδιώκω, κατευθύνομαι, πασχίζω». Οπότε δείχνει μια τάση και μια προσπάθεια.

***πιο ελεύθερη απόδοση. Κάτι σαν: ο Κόσμος είναι το πεδίο στο οποίο εκβάλει το ξύλο με τον θάνατό του.

Το στιχουργικό μέρος του “Im Wald” θα μπορούσε ν’ ανήκει στη Naïve art. Οπότε θα μπορούσα κι εγώ δημιουργήσω ένα νέο tag (“Naïve black metal”) για τον τρόπο του Ελβετού. Δεν υπάρχει όμως λόγος να κάνω κάτι τέτοιο, διότι γνωρίζουμε καλά πως είμαστε μια χούφτα άνθρωποι που τον παρακολουθούμε και κανένας μας δε θα νιώσει άνετα με τη λέξη «αφελής», έστω κι αν εδώ αποδίδεται με θετικό πρόσημο. Μπορούμε όμως να δούμε και υπό αυτό το πρίσμα το album, προσπαθώντας να εναρμονίσουμε εαυτό με στίχους και πλοκή δίχως πολλά περεταίρω. Προσωπικά στάθηκα λίγο περισσότερο στον στίχο «Ο συνεχής σύντροφός/συνοδός μου είναι το ξύλο» για τον οποίο είδα δυο εικόνες. Αρχικά τα δέντρα που περνούν δίπλα του καθώς περπατά μέσα στο δάσος και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο το ξύλο που ενδεχομένως κρατάει για να μπορέσει ν’ ανέβει ψηλότερα. Μια τέτοια σκέψη ίσως κρατά λίγα δευτερόλεπτα, πρέπει όμως να εμπεδωθεί στον ακροατή πως το ξύλο είναι σύντροφος, σταθερά μαζί του μέχρι το τέλος. Είναι λοιπόν συνεπές να δοθούν πολλά λεπτά ήχου, ώστε ν’ αποδοθεί η εκτίμηση του μουσικού/παρατηρητή απέναντι στην σχέση που δημιουργεί μαζί του.

Ξέρουμε πως ο Tobias δεν γράφει τραγούδια που θα σιγομουρμουράς, αντίθετα προσπαθεί ν’ αναπαραστήσει το χειμερινό τοπίο, την άγρια πλευρά της φύσης. Δομεί μια «ηχητική πραγματικότητα», που ενδεχομένως φέρει το παγωμένο δάσος στο δωμάτιό μας. Μουσικά, αν είχε φτιάξει ένα δίωρο “Kerker”, τα πράγματα θα ήταν πολύ δύσκολα. Με μια γρήγορη ματιά καταλαβαίνεις την ροή, γιατί εδώ έχουμε πέντε instrumental, που χρονικά καταλαμβάνουν το ένα τέταρτο του album. Στο περιεχόμενο, θα έρθουμε και πάλι σ’ επαφή με τον Wintherr-ικό «τοίχο» [κιθάρα/τύμπανα (λεμέ τώρα)] και από πίσω να παίζει μελωδικά riff/πλήκτρα (και μελωδικά φωνητικά σε κάποια σημεία) στην ίδια εμβέλεια με τον «τοίχο». Στο παρελθόν ο «τοίχος» ήταν σχεδόν πάντα πιο μπροστά από τις μελωδίες που έπαιζαν στο εσωτερικό του, οπότε δυσκόλευε το ξεκλείδωμα (που προσωπικά πιστεύω, ότι στο black metal θα έρθει από τις μελωδίες. Αν δεν έχει μελωδίες ένα album ή είναι αδιόρατες, δε πρέπει να μιλάμε για ξεκλείδωμα αλλά για συγχρονισμό). Οπότε είναι δίωρο γιατί στο “Im Wald” είναι πολύ περισσότερο μελωδικός, θέλει να βγάλει την λυρική του πλευρά (θεωρητικά) και τελικά βγαίνει πιο «εύπεπτο» απ’ όσα έχει κάνει μέχρι σήμερα. Κανονικά βέβαια αντί για τη λέξη «τοίχο» θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω τη φράση «αγριάδα του δάσους», αλλά τον λέω έτσι για να γίνει κατανοητό σχηματικά, αυτό που έχω στο μυαλό μου για τη δομή της μουσικής του.

Με συγκρατημένη αγανάκτηση θα προσπεράσουμε τον Θεοκάλιαντο καύσωνα, προσμένοντας ένα χειμώνα δίχως καραντίνα (λέμε τώρα), που θα μας δώσει τη δυνατότητα να βρεθούμε στ’ απάτητα χιόνια των ορεινών εκτάσεων για τη βίωση της εμπειρίας. Μέχρι τότε θα περάσουμε νοερά σ’ αυτά τα μονοπάτια, μέσα από τον άκρατο ηδονισμό των πλήκτρων στα “Im Winterwald/Alt”, ταξιδεύοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα λίγο πάνω από τα δέντρα με τα riff του “Über den Bäumen” μέχρι να ριγήσουμε στη μεγαλοπρέπεια του “Stimmen im Wald”. Έπειτα, ο Wintherr-ικός «τοίχος» ανοίγει, τα πλήκτρα ζωντανεύουν και η συγκίνηση θα γιγαντωθεί στο “Le rêve lucide” (ίσως το καλύτερο κομμάτι του album). Δυνατός και μελωδικός συνάμα, με ξεκάθαρο προσανατολισμό στο Riffoκεντρικό raw του “Kälteschauer” και τον συγχρονισμό της παρέλασης του ρυθμικού “Weiter, immer weiter”. Κατακλείδα, για την λατρεία της υπερβολής το “So hallt es wider”. Τεταμένη ανάπτυξη που προσαρτά την κάθε νέα ικμάδα με πολύ αργό τρόπο. Κομμάτι εσωστρεφές, λες κι έχει σκοπό την αναπαράσταση του κάθε βήματος μέσα στο δάσος. Στη μεθοδολογία είναι συγγενές με το “Das Tor”. Ο Ελβετός είναι κατανοητός χωρίς να βάλει νερό στο κρασί του («θάλασσά στο βουνό του»), να φοβάστε μονάχα αν φύγουν τα κλισέ με το βάδισμα στο χιόνι και τον αέρα που λυσσομανά, διαφορετικά όλα πάνε κατ’ ευχήν.

Εικονική εμπειρία και το ζητούμενο στο επίπεδο της αντίληψης.

Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος αφιερώνει αρκετό χρόνο καθημερινά στην εμπειρία του διηγήματος (μέσα από ταινίες/σειρές, βιβλία/comics, μουσική, video games). Η αιτία σχετίζεται με τη θέληση που έχει ν’ αποκοπεί από τη ρουτίνα της καθημερινότητας, αφορμή γι’ αυτό είναι η τάση σύνδεσης με κάτι που του μοιάζει περισσότερο ενδιαφέρον. Αν κι εφ’ όσον καταφέρει ν’ αποκοπεί από τις σκέψεις που ταλανίζουν το μυαλό του, θα ξεκινήσει να βιώνει συναισθήματα και να εισέρχεται στον κόσμο που του παρουσιάζεται. Όσα νιώσει, θετικά και αρνητικά, θ’ αποκτήσουν γινόμενο μέσα του. Ωστόσο, αυτό θα γίνει στο κρησφύγετο της ασφάλειας. Θ’ αναπτύξει έτσι τον συναισθηματικό κύκλο της χαράς και της λύπης, της δημιουργίας και της καταστροφής, του τρόμου και της φρίκης, δίχως να επηρεαστεί σωματικά. Είναι λοιπόν πολύ διαφορετικό να περπατάς στο χιονισμένο δάσος από το να μεταφερθείς νοερά εκεί. Αυτό σημαίνει πως δημιουργείς συναισθήματα, δίχως την σωματική αίσθηση, την οποία όμως γνωρίζεις σχετικά, επειδή κάποτε βρέθηκες σε χιονισμένο δάσος και θυμάσαι την επίπτωσή του στο σώμα σου. Δεν έχει όμως καμιά σχέση εμπειρικά. Αυτό που η τέχνη δίνει στον άνθρωπο είναι μια οπτική γωνία σ’ ένα δυναμικό γεγονός που θα βιώσει με το φαντασιακό του. Η ασφάλεια που έχει σε αυτή τη συμμετοχή, είναι ένα extra μέσο αυτοσυντήρησης, που θα δώσει τη δυνατότητα στο μυαλό να εισπράξει τη μεγαλοπρέπεια/σαγήνη μιας εμπειρίας, απαλλαγμένο από το φόβο της επίπτωσης. Παράλληλα, η γοητεία της καταστροφής ενός ήρωα ή της επιτυχίας του να προσπεράσει τις κακουχίες, παρέχουν συναισθήματα κατάκτησης της εμπειρίας. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι θα βιώσεις τον ίδιο συναισθηματικό κύκλο με τον άνθρωπο που οι αισθήσεις του δουλεύουν και αυτή τη στιγμή παγώνει στο δάσος. Μπορείς όμως να πάρεις την εικόνα ως παρατηρητής και να δουλέψεις τις επιπτώσεις που θα είχε σε σένα, αν μετείχες στο βίωμα. Το ζητούμενο, στο επίπεδο της αντίληψης, μέσω της συμμετοχής του ανθρώπου στην εμπειρία του διηγήματος και κατ’ επέκταση στη τέχνη, εστιάζεται στην προσπάθεια του να συνδεθεί με το έργο και να συμμετάσχει συναισθηματικά, να μετατρέψει το νοερό σε όσο πιο πραγματικό μπορεί με τη χρήση της φαντασίας του. Αν αυτό επιτευχθεί, η τέχνη που χρησιμοποίησε επιτέλεσε το σκοπό της.

Υ.Γ  Σε μια προσωπική επέτειο επέλεξα την 6 Ιουλίου για την δημοσίευση αυτή, για να συμπέσει με τη μέρα που πριν από επτά χρόνια, πίσω στα 2013, έγινε το post της ιστορίας τους. Παράλληλα, ακόμα θυμάμαι την 4ώρη εκπομπή αφιέρωμα στο έργο του, που ξεκίνησε μεσημέρι με καύσωνα και τέλειωσε νύχτα με παγετό. Το παρόν κείμενο είναι αφιερωμένο στους λίγους ήρωες συνοδοιπόρους, που με συντρόφευαν καθ’ όλη την διάρκεια εκείνου του live.

Was ist das doch mit diesem Wald ?

De Tweakeriis Dom Studianas: Άλλη μια κασέτα

Φήμες και συνομοσιολογία υπήρξαν οι καλύτερες φιλενάδες του blackmetal στα 90’s.

Ακούστηκαν φήμες για στουντιακή επεξεργασία ηχογραφήσεων.
Φήμες που αφορούσαν τη φυσική ταχύτητα των albums.
Ακούστηκε πως το τρίτο full length των Immortal έλαβε μια εκ των υστέρων …επιτάχυνση.

Αλλα η πιο αλλόκοτη φήμη που είχε ακουστεί, ήταν πως το “De Mysteriis Dom Sathanas των MayheM έλαβε μια εκ των υστέρων, πολύυυ ελαφριά επιβράδυνση ώστε να ακούγεται (ακόμα) πιο σκοτεινό.

Αυτή, γλίτωσε…

Ακούγοντας προσεκτικά το πόσο αφύσικα ακούγεται η φράση “Myyy naaaame…” στο “Cursed in Eternity”, τις κασέτες των Tormentor ή όσα έκανε το ’91-’93 ο Attila στις live ηχογραφήσεις των Plasma Pool, η σκέψη μου άρχισε να καλπάζει και να φαντάζεται αυτή την άλλη μορφή εν λόγω Έπους.

Ίσως η φήμη να είχε κάποια βάση.

Έκανα το τεστ, σφίγγοντας ελαφρά τον ιμάντα του τότε πικάπ μου (ένα αξιοπρεπές Philips) ώστε να ακούγεται λίιιιιγο πιο γρήγορο και έγραψα το αποτέλεσμα σε κασέτα.

Σε περίπτωση που ενδιαφέρεστε να ακούσετε πως ίσως να ηχογραφήθηκε αρχικά, σας το παραθέτω.

Μαζί με εξωφυλλάκι για τη δική σας κασέτα.

Remember it, as from a Dream…

Merging With Seven Swords, Unto Her: Hagetisse “The Seven Sorrows of the Virgin”


Κατά βάθος μισώ τύπους σαν τον Mories, τον Jute Gyte, τον (00’s) Vinterriket και λοιπούς μουσικούς που μας βομβαρδίζουν με albums με παρόμοια ανελέητους ρυθμούς: αυτή η υπερπαραγωγικότητα την οποία νιώθουν την ανάγκη να μετασχηματίζουν συνέχεια προς τα έξω ως τελικά προϊόντα, καταλήγοντας σε κυκλοφορίες κάθε χρόνο (και πολύ συχνά πάνω από μια φορά το χρόνο), σύνηθες γνώρισμα των one-man projects του μαυρομεταλλικού σύμπαντος (αν και όχι μόνο), είναι πιθανότερο (συνδυαστικά και με τη γενικά μεγάλη παραγωγή του είδους, που έχει σχολιαστεί αρκετές φορές σε αυτό το blog) να με οδηγήσει προσωπικά σε κορεσμό ή σε διαλείμματα από την συνεχή παρακολούθηση τους, παρά να τσεκάρω on time ότι κυκλοφορούν.

“Βγήκα από το home studio με το στανιό, μόνο για τη φωτογραφία”

H πεζή/πραγματιστική πτυχή μου σκέφτεται πως αφού ούτως η άλλως βρίσκονται σε δημιουργικό οργασμό, δεδομένου του ότι τα περισσότερα από αυτά τα projects υλοποιούνται βασικά σε home studios (άρα χαμηλό κόστος παραγωγής) και πλην της ψηφιακής τους διάθεσης κόβονται σε περιορισμένα (και συχνά αναλόγως τις προπαραγγελίες) αντίτυπα διάφορων φυσικών formats, είναι ένας τρόπος να είναι πλεονασματικοί, να βάζουν και λίγα χρήματα στην τσέπη από ότι κάνουν. Ωστόσο, ακόμη και αν αυτό αποτελεί ένα λόγο αυτής της στάσης, παραμένει μια νοοτροπία τόσο απαιτητική για τον (δύσμοιρο) fan που καταντά τελικά συμβατή με το είδος (με την έννοια πως το black metal όπως και γενικά τα extreme underground ιδιώματα, απαιτούσαν εξαρχής από τον ακροατή να έρθει κοντά στον καλλιτέχνη παρά το αντίθετο, λόγω των “δύσκολων” ήχων και θεματικών στους μη εξοικειωμένους και ως εκ τούτου απέκτησαν έναν έντονο “μυητικό” χαρακτήρα που στη συνέχεια καλλιέργησαν και σε επίπεδο αισθητικής πέρα από το ηχητικό επίπεδο, αλλά αυτό είναι ένα θέμα που σίγουρα θα επεκταθούμε στο μέλλον περισσότερο).

Ο Maurice De Jong (ή Mories όπως τον προαναφέραμε) λοιπόν, γνωστότερος από το black/sludge/noise/doom project του ονόματι Gnaw Their Tongues, από το 2017 δισκογραφεί (μεταξύ πάρα πολλών άλλων, άλλων λιγότερο και άλλων περισσότερο ενδιαφέροντων-τσεκάρετε πάντως ιδιαίτερα “τους” Νεκρομαντικώς ονομαζόμενους De Magia Veterum και ειδικά το “Verus Diuinus Magus” compilation album του 2008, αν δεν το έχετε ήδη κάνει) με το προσωνύμιο Hagetisse, δηλώνοντας στα 3 πρώτα albums του (όλα το 2017, μην ξεχνιόμαστε) την αγάπη του για το raw black metal όπως εκφράστηκε το 1997 από τους Ulver στο μνημειώδες “Nattens Madrigal”, πριν αποφασίσει πέρσι με το “De Reis Van Vernielde Zielen” album να δώσει στα riffs του έναν πιο ανατατικό/ανυψωτικό και μελωδικό χαρακτήρα που δείχνει να κλείνει το μάτι έως και στις φωτεινότερες τάσεις του ιδιώματος (λέγε με blackgaze).

Φέτος με το “The Seven Sorrows of the Virgin” (με προφανή την αναφορά του τίτλου) δείχνει να θέλει να παρουσιάσει ένα λιγότερο τραχύ ηχητικά χαρακτήρα, με riffs και ατμόσφαιρες που προσωπικά μου έφεραν στο μυαλό τόσο τους αγαπημένους μου Lurker of Chalice (εδώ να τονίσουμε πως ήδη κυκλοφορεί αυτό εκεί έξω) όσο και τους ύστερους Leviathan (αφουγκραστείτε λόγου χάρη την “υγρή” παραγωγή και προσέξτε τα “μπουκωμένα” φωνητικά του Mories), ιδιαίτερα από τη μέση του album και μετά, με αποκορύφωμα μάλλον το κλείσιμο του album ονόματι “Schurftkorsten op de bebloede kelder kaarsen”, ενώ τα διάφορα ηχητικά καρυκεύματα (οι “φαντασματικές” φωνές της πρώτης σύνθεσης και τα old school πλήκτρα, όπου εμφανίζονται στο album) καταλήγουν να είναι είναι πιο πολύ συμπληρωματικά παρά εκφυλιστικά στην παραπάνω διαπίστωση.

Το τελικό απόσταγμα των ακροάσεων είναι πως, για πολλοστή φορά, ο Ολλανδός είναι καλός, κάτι που με κάνει να επιστρέφω στην πρώτη παράγραφο της παρουσίασης που διαβάζετε και κατ επέκταση να σκέφτομαι όλο και περισσότερο τι θα γινόταν αν αποφάσιζε να αφιερώσει πχ ένα χρόνο από τη ζωή του, στη σύνθεση ΕΝΟΣ και μόνο album. Μέχρι αυτή η υποθετική σκέψη να πραγματοποιηθεί, εσείς μπορείτε να αφιερώσετε χρόνο σε μια από τις πρώτες καλές κυκλοφορίες του νέου έτους για το black metal.

Κι αν το κείμενο αυτή τη φορά βγήκε λίγο μικρότερο και συνοπτικό από ότι σας είχα συνηθίσει τελευταία, δεν τρέχει τίποτα: όπως επεσήμανε και ο σύντροφος Plunderer όταν συζητήσαμε για το album, εδώ ο ίδιος ο Mories δεν ασχολείται τόσο ενδελεχώς με την κάθε του κυκλοφορία, εμείς θα το κάνουμε;

Σας έγραψα (κι άλλη) μια κασέτα

Το κουβεντιάζω τόσο συχνά με φίλους που κινδυνεύω να γίνω κουραστικός (γραφικός, είμαι ήδη).
Αν ακούσεις στις 33 στροφές τα 45ρια των My Dying Bride (“God is Alone”, “Symphonaire”, “The Thrash of Naked Limbs”, το flexi 7″ του ’93 και το “I Am the Bloody Earth”), βιώνεις Άλλους Κόσμους.

Με φόρα απ’την προηγούμενη κασέτα μας λοιπόν, μάζεψα όσα κομμάτια είχα λατρέψει από τα 45ρια τους, παιγμένα στις 33 στροφές.
Σε αυτά, πρόσθεσα μερικά από τα 33ρια που πιστεύω πως ξεχειλώνουν Πραγματικότητες αν ακουστούν ακκκόμμμη πππιο αρργγάααα.
Σας τα παραδίδω λοιπόν, σ’ενα φάκελο του οποίου η διάρκεια χωρά μάλλον μόνο στην elusive 120άρα κασέτα.

Μη γελάτε, κάποτε υπήρξαν και 120ρες κασέτες.


Εξώφυλλο
Εσώφυλλο|Τράκλιστ

Θα παρατηρήσετε πως λείπουν κομμάτια από το “God is Alone” και το flexi του ’93.

Δε συνέβη επειδή δε τα λατρεύω.
Σας τα φυλάω για την επόμενη κασέτα.

Bare your breasts to (very) slow kisses…

Γενεές Δεκατέσσερις: MISÞYRMING “Algleymi”

noevdiaΚάποτε μόνο και μόνο το Logo της Norma Evangelium Diaboli προκαλούσε τρόμο και δέος. Σεβασμό για το περιεχόμενο, ανεξάρτητα από το project που το φιλοξενούσε. Αυτό το συναίσθημα κράτησε χρόνια. Θόλωσε και άρχισε να σβήνει, όταν ο «αγαπητός», κυκλοφόρησε τη ψαγμενιά “Occult Rock” του trio Aluk Todolo. Δεν είναι μεμπτό ν’ ακούς άλλες μουσικές αλλά μη προσπαθείς να πουλήσεις φούμαρα σε (προ)φανατικούς. Κάποτε μας είπες πως έδιωξες Sinn & Yohann, γιατί πρόδωσαν & ταπείνωσαν τους Hirilorn, με τη συμμετοχή τους σε hardcore project. Είκοσι χρόνια μετά σου πέρασε, είναι για σένα cool να κυκλοφορείς experimental/Psychedelic-Krautrock Rock από ΑΥΤΟ το label;

Αν σε καλούσα σε απολογία για ιδεολογική παλινδρόμηση, φαντάζομαι θ’ απαντούσες κάπως έτσι: «Ο καλλιτέχνης πρέπει να στέκεται πέρα από την αρτηριοσκληρωτική σταθερότητα που κάποτε τον συνέφερε να πρεσβεύει, λόγω καλλιτεχνικού στόχου ή για να δημιουργήσει εκτόπισμα προσωπικότητας αφού δεν είχε το απαραίτητο ταλέντο. Το Modus operandi του ανθρώπου εμπεριέχει μονάχα τη θρησκευτική και ιδεολογική γκάμα που ενδεχόμενος φέρει. Υπάρχει, όμως, κάτι ανώτερο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “Aesthetic operandi”. Συνήθως δίνει εντολές εν κρυπτώ και παραβύστω, λειτουργεί ως επιβλέπων φάρος και θα πάρει τα ινία όταν χαθεί το momentum στις ιδέες και τη πίστη. Είναι τόσο επιβλητική η παρουσία του, που έχει τη δυναμική να μοντάρει τις προτιμήσεις μας στο γνώμονα της αισθητικής που επιτάσσει κάθε εποχή».  

Ανεξάρτητα από το ποια θα ήταν στην πραγματικότητα η απάντησή του, η σχέση μας με την αισθητική αναδίπλωση είναι συγκεκριμένη. Η ώρα που η αναδίπλωση ξεκινά ισοδυναμεί με την ημερομηνία λήξης της συγκίνησης που μας προσφέρει η αισθητική. Από την άλλη πλευρά έχουμε φάει αρκετά ληγμένα, όποτε δε θα κολλήσουμε στη καλλιτεχνική κατανάλωση, ειδικά αν έχει σοβαρό ενδιαφέρον για την εξέλιξή της τέχνης που μας ενδιαφέρει. Αργότερα, αυτό το κείμενο θα ισχυριστεί πως το “Algleymi” (που αγοράστηκε, δικαιολογημένα δίχως προακρόαση) ανήκει στα album αυτής της κατηγορίας.

Íslensk saga

Flames of HellΤο ταξίδι μας μέχρι την Ισλανδία είναι μακρινό, οπότε έχουμε αρκετό χρόνο για μια καλή ιστορική αναδρομή. Πρώτη στάση οι Flames of Hell και το ντεμπούτο τους “Fire And Steel”, που κυκλοφόρησε το 1987 (!). Σχήμα φάντασμα (όσο και iconic) για τους ντόπιους. Όσα έγιναν γνωστά για τα 3 αδέλφια Nicolaison (γνωστοί και φίλοι τους έλεγαν Nicolai), που ήταν πίσω από το project, ήρθαν από το στόμα του παλιού drummer των Potentiam G.Ó. Pálmason (μακρινός ανιψιός τους, η γιαγιά του ήταν αδελφή της μάνας τους). Η ηχογράφηση του μοναδικού album έγινε κρυφά στο studio της Χριστιανικής Αδελφότητας Νέων (YMCA) του Reykjavík. Μάλιστα, όταν ο Steinþór ηχογραφούσε τα φωνητικά, ο Leader της YMCA διαπίστωσε με φρίκη τι ακριβώς συνέβαινε. Το αστείο είναι πως τους άφησε να ολοκληρώσουν τις ηχογραφήσεις (Σκανδιναβική νοοτροπία) κι έπειτα άλλαξε τον χώρο του studio (επειδή το μαγάρισαν) και τους είπε να μην ξαναπατήσουν. Ωστόσο, ειδικά τα φωνητικά είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο του album. Με βάση τις ως τότε επιρροές, εδώ έχουμε ολίγη από King Diamond, Franta Storm και Attila Csihar. Η φωνή του μπορεί να χαρακτηριστεί ως βαρύτονη ψευδο-οπερατική που ξανοίγει σε κραυγές με αλλοπρόσαλλο αποτέλεσμα. Οι δυο Nicolai έπαιζαν στο ντεμπούτο ενώ ο τρίτος, που ζούσε από νωρίς στη Γαλλία, επιμελήθηκε το εξώφυλλο και την κυκλοφορία του Lp (μέσω του εκδοτικού οίκου Draconian Books and Publishing έκανε το label Draconian Records). Μουσικά, έπαιξαν ένα περίεργο κράμα, σα Venom δίχως γκάζια, ενώ στο κομμάτι της αισθητικής αγγίζουν τους Bathory, έχοντας ένα πολύ σκοτεινό concept για την εποχή (Ας μην ξεχνάμε πως το πρώτο Black Metal album ιστορικά είναι το “Under the Sign of the Black Mark”, που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά).

Στα 1990 είχαμε τη obscure κασέτα των Christblood “Massacre in Heaven”, που είναι εδώ μονάχα ως αναφορά για το πέρασμα του πρώιμου Black/Death από την Ισλανδία (λόγω του άθλιου ήχου δεν προτείνω να τη ψάξετε). Στη Death Metal σκηνή, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο ντεμπούτο των Sororicide “The Entity” (1991), το οποίο κουβαλά μια σιδερένια μπάλα στην ανάπτυξη, ικανή φέρει στο μυαλό τους τιτάνες της αργοπορίας Delirium με το κορυφαίο “Zzooouhh” (1990). Η ατμόσφαιρα των Sororicide φωτίζει ιδανικά τη σαπίλα τους μέχρι και σήμερα.

Fire & IceΗ Black Metal εποχή σηματοδοτήθηκε από το “Fire & Ice-An Icelandic Metal Compilation” του 1997, όπου θα βρείτε τα περισσότερα ενεργά σχήματα των 90’s σε διάφορα στιλ και ποιότητες. Ξεχωρίζουν, οι Solstafir  του Til Valhallar (όπως κι αν είναι η σωστή προφορά, εγώ θα το λέω Χαλχαλάρ) τις καλές εποχές που αντέγραφαν ασάλιωτα Burzum, πριν αρχίσουν τα flirt με το hardcore στα φωνητικά ή τα κουραφέξαλα που βάζουν σήμερα (υβρίδια μαζικής κατανάλωσης για όσους θεωρούν τα «πλυντήρια» Prog νοοτροπία). Στα υπόλοιπα έστω και αναφορικά Mind as Mine, Ámsvartnir, Fields of the Filthy. Από εκεί και πέρα στα 00’s υπάρχουν πολλές μεμονωμένες περιπτώσεις όπως το “Bálsýn” (με το καταπληκτικό “Álfablóð” σε άλλο φόντο) των Potentiam (thanx Τόλη) και οι grinders Forgarður Helvítis με τους ποιητικούς στίχους στο “Gerningaveður” (thanx Πάνο).

Τέλος, αν θέλουμε να βάλουμε αφετηρία στην σύγχρονη ιστορία του Ισλανδικού black metal, θα πρέπει να πιάσουμε την demo period των Svartidauði και το κορυφαίο “Flesh Cathedral” (2012). Παράλληλα, όσα έκανε ο H.V Lyngdal με τους Wormlust, που συνοψίζονται στο compilation “The Wormlust Collective” (2012), δίχως βέβαια και να ξεχνάμε και το ντεμπούτο του “The Feral Wisdom” την επόμενη χρονιά. (τα δυο αυτά σχήματα έκαναν το πρώτο τους demo το 2006, οπότε είναι κομβικά για τις μετέπειτα εξελίξεις). Το 2012 είχαμε και το demo των Chao “Spiritus Sankti”, που λίγο αργότερα άλλαξαν όνομα σε Sinmara για να επιτεθούν με το “Aphotic Womb” το 2014.

Söngvar elds og óreiðu

 

SongvarΣτα late 00’s-early 10’s κάθε πικραμένος που κατάφερνε να πιάσει τάστα και χορδές όπως οι Ulcerate, πίστευε ότι κοντεύει το απαύγασμα των 00’s, δηλαδή τους αρπισμούς μέσα στον κυκεώνα άρα το έργο του Christian Bouche από το 2004 μέχρι και σήμερα. Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2015, την χρονιά που οι τυχάρπαστοι Πολωνοί Outre σκύλευσαν τ’ απομεινάρια της θείας κοινωνίας, με όνομα παρμένο από album των Portal και μουσική ξεπατικωτούρα Deathspell Omega. Την ίδια χρονική στιγμή οι Misþyrming ήταν μέσα στο ιερό κι έκοβαν τ’ αντίδωρα του παπαHasjarl. Στο “Ghost Chants” θα δεις τι σημαίνει στυγνή αντιγραφή στο έργο κάποιου, αντίθετα στο ντεμπούτο των Misþyrming θα δεις τι σημαίνει έμπνευση από το έργο κάποιου.

Αρχικά, ομολογώ πως μ’ ενοχλεί αφάνταστα το hype και οι Ισλανδοί το είχαν αυτό από τη πρώτη μέρα. Το σούσουρο οφείλεται σ’ ένα βαθμό στ’ όνομα της Terratur Possessions, γιατί πέραν του ότι έχει καλό όνομα σα label δεν κόβει άμεσα επανεκδόσεις, οπότε δυναμιτίζει τους ενδιαφερόμενους για άμεση αγορά (επειδή αργότερα θα πάει ο κούκος αηδόνι). Όπως είχα σημειώσει στο Underground Kommandoz του Metal Hammer τον Σεπτέμβριο του 2015, το δυναμικό και βαρύ ηχητικό πλαίσιο ήταν η ενδεδειγμένη βάση για να βγουν και να ψαρώσουν το ποίμνιο. Εδώ θα βρούμε την εικαστική λογική και τα φωνητικά των Muknal της Crepúsculo Negro (2012 demo). Στο εσωτερικό τα πυρακτωμένα riff έχουν ευθύβολη ροή και δε σταματούν να ηλεκτρίζουν ούτε στα breaks, ενώ ηχητικά είναι κοντά στις θέσεις των Svartidauði οπότε και το πνευματικό έργο των Deathspell Omega (“…af þjáningu og þrá”, “Ég byggði dyr í eyðimörkinni”). Παράλληλα, στον ήχο της κιθάρας υπάρχουν και άλλες διαστάσεις (στο “Er haustið ber að garði” το riff μπορεί και μιλάει) που προσφέρουν διαβάθμιση στο υλικό. Αν δεν έχετε ακόμα ακούσει το album, είστε ένα βήμα μακριά από το εναρκτήριο “Söngur heiftar” που κουβαλά την ισορροπία της συνέχειας. Αργότερα, θαυμάστε το a la Mortiis/Fata Morgana finale του “Endalokasálmar” και εν κατακλείδι, νιώστε την αγαστή συνεργασία των εμπνεύσεων στο εξαιρετικό “Söngur uppljómunar”.

Εδώ έχουμε έναν νέο μουσικό που απασχόλησε και θα συνεχίσει ν’ απασχολεί το ποίμνιο και στο μέλλον. Ο D.G κατά κόσμο Dagur Gíslason γεννήθηκε το 1993, έγραψε μόνος του το ντεμπούτο ενώ είναι βασικό πρόσωπο πίσω από Naðra, Skáphe, Martröð,〇. Το σπουδαιότερο όλων όμως είναι πως διαμόρφωσε τον black metal ήχο του Ισλανδικού κύματος των 10’s, όντας πίσω από τις περισσότερες δουλειές ως παραγωγός. Συνάμα, τρέχει και το δικό του Label (Vánagandr) αποκλειστικά με Ισλανδικό black metal σε κασέτες! (προοικονομία: ο δρόμος για το overground χτίζεται με καλές προθέσεις).

Αυτό που έκανε στο “Söngvar elds og óreiðu” δεν είναι απλό, αν και στις πρώτες ακροάσεις δε μπορείς να δεις το βάθος του. Η μεθοδολογία ήταν να εισάγει στη μουσική ορθόδοξα τροπάρια αλλά και μοντέρνες πατέντες. Δίχως άγαρμπες κινήσεις, δημιουργεί ένα σύνολο που εκπέμπει και ρέπει στο σήμερα κλείνοντας το μάτι στο χθες. Ολόκληρο το album βγάζει διάθεση και το πράττει με συνεχή κίνηση και ιδέες ολόφωτες. Το drumming του H.R.H (Carpe Noctem, Naðra) δίνει Death Metal αύρα και στιγματίζει την πλοκή. Το ατού που θα προσδώσει διαχρονικότητα είναι το άρτιο songwriting. Ο συνασπισμός ιδεών θα ενώσει το ακατέργαστο με το μελωδικό σε συγκόλληση δίχως ίχνη που φανερώνουν δυστοκία κι έλλειψη κρίσης. Σε αυτό το σημείο μπορεί να ειπωθεί πως ο Ισλανδός δεν ήταν απλά ένας ικανός σιδεράς που βαράει ορθά στο αμόνι του αλλά και μπροστά στη σκέψη. Το δυναμικό χαρακτηριστικό είναι η ενοποίησή όλων των στοιχείων στον καμβά της ατμόσφαιρας. Αυτό είναι και το απόλυτο highlight, γιατί κατόρθωσε να παίξει δίχως να διαταράξει τη μελανή της ηρεμία, ενώ ολόγυρα πυροδοτεί blackmetal του σκοτωμού. Αυτός ο συνδυασμός σε κάνει ν’ αποζητάς το album, ώστε να χαθείς όλο και περισσότερο μέσα στο περιεχόμενο. Κάπως έτσι θα καταστήσει σαφές πως όποιος έχει ταλέντο, κατορθώνει ν’ απλώσει ατμόσφαιρα μέσα στην παικτικότητα, ειδικά αν αυτή δεν έχει τεχνικό ίρτζι.

Live at KEXPort

Λοιπόν, αυτό θα πρέπει να το δείτε ολόκληρο. Για να σας βάλω στο κλίμα μιλάμε για ένα free block party που έγινε το καλοκαίρι του 2016, έξω από ένα hostel στο Reykjavík. Σκοπός ήταν ν’ αναδειχτεί στους επισκέπτες η τοπική Ισλανδική σκηνή σε όλες τις μουσικές τις εκφάνσεις (δεν είχε καν άλλο Metal σχήμα). Άρα η εμφάνιση των Misþyrming δεν ήταν ακριβώς εντός έδρας, μίας και οι περισσότεροι στο κοινό δεν ήταν οικείοι με όσα θ’ άκουγαν. Πέρασαν τέσσερα χρόνια κι εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτό το live είναι ότι πιο φρέσκο, όσο αναφορά την αισθητική που έβαλαν στο black metal όσοι γεννήθηκαν στα 90’s. Γι’ αυτή τη γενιά το Black Metal είναι ένα κατανοητό μουσικό προϊόν, το οποίο έχει τη δική του σκηνή μεν αλλά δε βλέπουν το λόγο να μη το κάνουν προσβάσιμο δε. Πρακτικά εδώ έχουμε την τέλεια μεταγλώττιση των δεδομένων, για να γίνει κατανοητό το αποτέλεσμα ακόμα και σε ανθρώπους που δεν έχουν άνεση με την extreme έκφραση. Είναι τόσο άρτιο το παρουσιαστικό τους (πουκάμισο, παντελόνι και λουσμένοι στο αίμα) γιατί βγάζει ένα zombie image που σίγουρα κλείνει τις αποστάσεις (το “walking dead” έπαιζε εφτά χρόνια μέχρι τότε). Αφού λοιπόν οι αποστάσεις μειωθούν η αντίδραση του ανυποψίαστου δεν είναι η άμεση αποχώρηση. Όπως θα δείτε, οι παρευρισκόμενοι παραμένουν προσπαθώντας να εναρμονιστούν με τη μουσική. Το μόνο που χρειάζεται για να έρθουν πιο κοντά, είναι να νιώσουν τη δύναμη της μελωδίας στα Deathspell-ικά μασήματα του “Friðþæging blýþungra hjartna”. SwΣυμπερασματικά, για το συγκεκριμένο Live ένιωθα την ίδια αμφιταλάντευση με τη φωτογράφιση των Sun Worship (στο πολύ δυνατό “Pale Dawn” του 2016). Είναι και τα δυο αρκετά μακριά από το ζητούμενο, ωστόσο το “Aesthetic operandi” (που ίσως έλεγε και μια ψυχή) δεν είναι ακλόνητο, μεταβάλλεται και σταδιακά θα κάνει αποδεκτές τις μοντέρνες τάσεις που με κάποιον τρόπο μιλούν μέσα μας.

Algleymi

 

extanoΤο πουλέν από τον ορμίσκο του καπνού επέστρεψε με δικαιολογημένη ευεξία αλλά με μια αδικαιολόγητη χαρά και τρόπον τινά πανηγυρική λογική στο ύφος. Πλέον στο Black Metal τους μπορείς να βάλεις το πρόθεμα «μελωδικό» και να περιγράψεις με ακρίβεια που τρέμει η βελόνα της πυξίδας. Στην ουσία εδώ θα βρούμε τον τρόπο που από τούδε και στο εξής θα περιοδεύουν. Η αδυσώπητη ενέργεια (ζέση & ταχύτητες) βρίσκεται σε κάθε σπιθαμή του album καταφέρνοντας να επευφημηθεί. Τα τραγούδια είναι στη πένα, ώστε να μην υπολείπεται κάποιο στο σύνολο. Στον τρόπο που παρουσιάζει τα κομμάτια ίσως φέρει στο μυαλό τους Sektemtum στο “Aut Caesar, aut Nihil”, με τα ευκολομνημόνευτα riff που γλυκοκοιτάζουν τη φάση του black n’ roll (σιχαμένο tag). Στις κιθάρες έπεσε μελέτη, έγραψε κάποια εξαιρετικά riff που διαχέονται και ρέουν. Σε σημεία βέβαια μοιάζουν σα να έχεις βάλει τον Hasjarl με περίστροφο στο κρόταφο να «συμμαζέψει» τις ιδέες του Hunter Hunt-Hendrix. Επιπρόσθετα, τα διακατέχει μια χαρμόσυνη και τρόπον τινά επική αύρα η οποία σε συνδυασμό με το μουντό τέμπλο φαλκιδεύει το peha. Είναι κι αυτό το αναθεματισμένο εναρκτήριο “Orgia” που με σαστίζει, γιατί μ’ έχω πιάσει να χορεύω..

Το βασικό μέλημα του Dagur ήταν να πετύχει μια καθοριστική παραγωγή, που θα κάνει το υλικό άμεσα προσβάσιμο. Το τελικό αποτέλεσμα, όπως φάνηκε και από τις αντιδράσεις, ήταν εκκωφαντικά πετυχημένο. Προσωπικά, θα το χαρακτήριζα κακούργημα με μηδενική ανοχή για εφετείο. Ηθικός αυτουργός της όλης κατάστασης ο “λούστρος των 10’s”, o man από τη Buga της Valle del Cauca, Jaime Gomez Arellano (Recording/Mastering/Mixing σε Altar of Plagues “Teethed Glory & Injury”, Ghost “Opus Eponymous”, Myrkur “M”) δε νομίζω πως χρειάζεται να προσθέσω κάτι περισσότερο. Αλλά πρέπει να θυμάστε πως είναι ο τύπος που έχει πάρει εργολαβία τα Remixing/Remastering σε μεγάλα σχήματα, όπως αυτά που έκαναν οι Paradise Lost και οι Mayhem στο “Grand Declaration of War”. Να είστε σίγουροι πως θα έρθουν κι άλλα, ελπίζω σε πανάκριβα box-set, βούτυρο στο ψωμί όσων χτίζουν βιβλιοθήκη και όχι δισκοθήκη. Αυτό που έχει γίνει εδώ είναι η ακριβής τοποθέτηση του υλικού στην οπτική γωνία που θα μπορούσε να «δει» κι ένας οπαδός των Ghost. Κι αν αυτό αδελφέ μαυρομέταλε (λέμε τώρα) δε σ’ ενοχλεί, φαντάζομαι πως σ’ αρέσουν ακόμα οι Behomoth, περιμένεις με αγωνία το επόμενο Watain και ψάχνεις το μέλλον του Black Metal σε ξεπλύματα τύπου Schammasch.

Δε ζούμε στον ίδιο κόσμο, δε θα περπατήσουμε ΠΟΤΕ στα ίδια μονοπάτια. Για να εξηγηθώ: Το κεντρικό χαρακτηριστικό στο “Algleymi” είναι η άκρατη προσπάθεια να γίνει αρεστό. Δηλαδή, η αντίθετη πορεία από το δόγμα της Ιδέας (ασπρόμαυρο εξώφυλλο, ψύχος, τακτική ενόχλησης στον ακροατή). Κοντολογίς, οι Ισλανδοί θέλουν να γίνουν διασκεδαστές και τραβούν την ατραπό προς το εκκεντρικό easy listening (όρος επιεικής και δίχως μπινελίκι, για τον πρότερο έντιμο βίο). Δεν αντιλέγω πως κατέβαλαν προσπάθεια και σκέψη (αλλαγή τονικότητας) γιατί μετέστρεψαν ολόκληρο το τρόπο μετάδοσης (ήχος). Αν πάμε στη λογική που λέει ότι κατάφεραν να κάνουν χαρμόσυνα riff σε γκρίζο φόντο κι έναν τρομερό ήχο δίχως τη βοήθεια μεγάλου Label, θα ήταν σα να επευφημούμε έναν δολοφόνο για το σημάδι του. Μπορεί να δαπάνησαν μήνες ακόμα και χρόνια, αλλά ο σκοπός είναι συγκεκριμένος και πάει το Project πέρα από την ιδεολογία του underground. Σαν παρηγοριά κρατάμε τα φωνητικά, που συνεχίζουν στην ίδια εμβέλεια (αλλά σε σημεία δε κολλάνε καθόλου με τη μουσική). Την καπνοδόχο που αχνίζει ατμόσφαιρα, η οποία θα διοχετευτεί μ’ έξυπνους τρόπους και σ’ επικίνδυνες στροφές της ροής. Τέλος, το εικαστικό. Το εξώφυλλο του Manuel Tinnemans είναι για μένα το αδελφάκι του “Apocalypticists” (δισκάρα) των Kriegsmaschine. Ο συνοδοιπόρος Δ. Σκούρας θεωρεί ότι είναι πιο κοντά στο “Synarchy of Molten Bones” των Deathspell Omega (στην λογική ίδιο Label/ίδιος καλλιτέχνης).

ΔΕΝ έχουμε ανάγκη από ωραία riff, καλοπαιγμένο και συναυλιακό υλικό. Ψάχνουμε την εξέλιξή ενός εκκολαπτόμενου χαρακτήρα. Κι εδώ βρίσκεται ο λόγος που αγόρασα το “Algleymi” δίχως προακρόαση. Οι Misþyrming μόνταραν χαρακτήρα στο εξαιρετικό ντεμπούτο. Ελπιδοφόρα ήταν και εξέλιξη στο “Hof”, από το split με τους Sinmara το 2017. Τόσο στην παραγωγή που έβγαζε ορθά τον όγκο, όσο και στη τεχνική που είναι ένα κλικ πάνω από το ντεμπούτο. Ωστόσο, από τότε είχε αρχίσει η μπουγάδα στη βρωμιά του ήχου και ειλικρινά δεν περίμενα ότι θα φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Το δεύτερο βήμα έχει μονάχα έναν στόχο, τη πορεία προς τις «διεθνείς αγορές». Υποθέτω πως η επιτυχία που έχει το υλικό των Mgla, ειδικά στα live, επηρεάζει αρκετά σχήματα που απολαμβάνουν να παίζουν μπροστά σε κόσμο ή θέλουν να ζήσουν το ροκ σταριλίκι κάνοντας περιοδείες. Εν κατακλείδι, το υλικό του “Algleymi” έχει ημερομηνία λήξης, διαφορετική για κάθε καταναλωτή. Για μένα έληξε γρήγορα (έχω δυσανεξία στον καλλωπισμό του Black Metal). Θα το ξαναβάλω να παίξει μονάχα αν οι εξελίξεις στα 20’s το επιτάσσουν. Για σένα θα λήξει ανάλογα με το δικό σου “Aesthetic operandi”, όπως θα λέγε και ο εκδότης του. Ο οποίος συνεχίζει ακάθεκτα να είναι ανακόλουθος της ιστορίας του. Μετά τη ψαγμενιά (“Occult Rock”) κυκλοφόρησε δίσκο frozen yogurt (“Algleymi”) και λίγο πριν τελειώσει η χρονιά/δεκαετία μας πέταξε ένα επικό flyer (βγαλμένο από τα 90’s) για να προλογίσει το μυστικό project NEDXXX (είναι ξεδιάντροπα οι Abigor με κάτι ταμ-ταμ) με όνομα ξενοδοχείου ημιδιαμονής (credit Δ. Σκούρας). ΑϊΣιχτίρ! το κόβω εδώ, πάω να βάλω Musta Surma και να διαβάσω τ’ άπαντα του θρυλικού Isten.

https://www.noevdia.com/