De Tweakeriis Dom Studianas: Άλλη μια κασέτα

Φήμες και συνομοσιολογία υπήρξαν οι καλύτερες φιλενάδες του blackmetal στα 90’s.

Ακούστηκαν φήμες για στουντιακή επεξεργασία ηχογραφήσεων.
Φήμες που αφορούσαν τη φυσική ταχύτητα των albums.
Ακούστηκε πως το τρίτο full length των Immortal έλαβε μια εκ των υστέρων …επιτάχυνση.

Αλλα η πιο αλλόκοτη φήμη που είχε ακουστεί, ήταν πως το “De Mysteriis Dom Sathanas των MayheM έλαβε μια εκ των υστέρων, πολύυυ ελαφριά επιβράδυνση ώστε να ακούγεται (ακόμα) πιο σκοτεινό.

Αυτή, γλίτωσε…

Ακούγοντας προσεκτικά το πόσο αφύσικα ακούγεται η φράση “Myyy naaaame…” στο “Cursed in Eternity”, τις κασέτες των Tormentor ή όσα έκανε το ’91-’93 ο Attila στις live ηχογραφήσεις των Plasma Pool, η σκέψη μου άρχισε να καλπάζει και να φαντάζεται αυτή την άλλη μορφή εν λόγω Έπους.

Ίσως η φήμη να είχε κάποια βάση.

Έκανα το τεστ, σφίγγοντας ελαφρά τον ιμάντα του τότε πικάπ μου (ένα αξιοπρεπές Philips) ώστε να ακούγεται λίιιιιγο πιο γρήγορο και έγραψα το αποτέλεσμα σε κασέτα.

Σε περίπτωση που ενδιαφέρεστε να ακούσετε πως ίσως να ηχογραφήθηκε αρχικά, σας το παραθέτω.

Μαζί με εξωφυλλάκι για τη δική σας κασέτα.

Remember it, as from a Dream…

Merging With Seven Swords, Unto Her: Hagetisse “The Seven Sorrows of the Virgin”


Κατά βάθος μισώ τύπους σαν τον Mories, τον Jute Gyte, τον (00’s) Vinterriket και λοιπούς μουσικούς που μας βομβαρδίζουν με albums με παρόμοια ανελέητους ρυθμούς: αυτή η υπερπαραγωγικότητα την οποία νιώθουν την ανάγκη να μετασχηματίζουν συνέχεια προς τα έξω ως τελικά προϊόντα, καταλήγοντας σε κυκλοφορίες κάθε χρόνο (και πολύ συχνά πάνω από μια φορά το χρόνο), σύνηθες γνώρισμα των one-man projects του μαυρομεταλλικού σύμπαντος (αν και όχι μόνο), είναι πιθανότερο (συνδυαστικά και με τη γενικά μεγάλη παραγωγή του είδους, που έχει σχολιαστεί αρκετές φορές σε αυτό το blog) να με οδηγήσει προσωπικά σε κορεσμό ή σε διαλείμματα από την συνεχή παρακολούθηση τους, παρά να τσεκάρω on time ότι κυκλοφορούν.

“Βγήκα από το home studio με το στανιό, μόνο για τη φωτογραφία”

H πεζή/πραγματιστική πτυχή μου σκέφτεται πως αφού ούτως η άλλως βρίσκονται σε δημιουργικό οργασμό, δεδομένου του ότι τα περισσότερα από αυτά τα projects υλοποιούνται βασικά σε home studios (άρα χαμηλό κόστος παραγωγής) και πλην της ψηφιακής τους διάθεσης κόβονται σε περιορισμένα (και συχνά αναλόγως τις προπαραγγελίες) αντίτυπα διάφορων φυσικών formats, είναι ένας τρόπος να είναι πλεονασματικοί, να βάζουν και λίγα χρήματα στην τσέπη από ότι κάνουν. Ωστόσο, ακόμη και αν αυτό αποτελεί ένα λόγο αυτής της στάσης, παραμένει μια νοοτροπία τόσο απαιτητική για τον (δύσμοιρο) fan που καταντά τελικά συμβατή με το είδος (με την έννοια πως το black metal όπως και γενικά τα extreme underground ιδιώματα, απαιτούσαν εξαρχής από τον ακροατή να έρθει κοντά στον καλλιτέχνη παρά το αντίθετο, λόγω των “δύσκολων” ήχων και θεματικών στους μη εξοικειωμένους και ως εκ τούτου απέκτησαν έναν έντονο “μυητικό” χαρακτήρα που στη συνέχεια καλλιέργησαν και σε επίπεδο αισθητικής πέρα από το ηχητικό επίπεδο, αλλά αυτό είναι ένα θέμα που σίγουρα θα επεκταθούμε στο μέλλον περισσότερο).

Ο Maurice De Jong (ή Mories όπως τον προαναφέραμε) λοιπόν, γνωστότερος από το black/sludge/noise/doom project του ονόματι Gnaw Their Tongues, από το 2017 δισκογραφεί (μεταξύ πάρα πολλών άλλων, άλλων λιγότερο και άλλων περισσότερο ενδιαφέροντων-τσεκάρετε πάντως ιδιαίτερα “τους” Νεκρομαντικώς ονομαζόμενους De Magia Veterum και ειδικά το “Verus Diuinus Magus” compilation album του 2008, αν δεν το έχετε ήδη κάνει) με το προσωνύμιο Hagetisse, δηλώνοντας στα 3 πρώτα albums του (όλα το 2017, μην ξεχνιόμαστε) την αγάπη του για το raw black metal όπως εκφράστηκε το 1997 από τους Ulver στο μνημειώδες “Nattens Madrigal”, πριν αποφασίσει πέρσι με το “De Reis Van Vernielde Zielen” album να δώσει στα riffs του έναν πιο ανατατικό/ανυψωτικό και μελωδικό χαρακτήρα που δείχνει να κλείνει το μάτι έως και στις φωτεινότερες τάσεις του ιδιώματος (λέγε με blackgaze).

Φέτος με το “The Seven Sorrows of the Virgin” (με προφανή την αναφορά του τίτλου) δείχνει να θέλει να παρουσιάσει ένα λιγότερο τραχύ ηχητικά χαρακτήρα, με riffs και ατμόσφαιρες που προσωπικά μου έφεραν στο μυαλό τόσο τους αγαπημένους μου Lurker of Chalice (εδώ να τονίσουμε πως ήδη κυκλοφορεί αυτό εκεί έξω) όσο και τους ύστερους Leviathan (αφουγκραστείτε λόγου χάρη την “υγρή” παραγωγή και προσέξτε τα “μπουκωμένα” φωνητικά του Mories), ιδιαίτερα από τη μέση του album και μετά, με αποκορύφωμα μάλλον το κλείσιμο του album ονόματι “Schurftkorsten op de bebloede kelder kaarsen”, ενώ τα διάφορα ηχητικά καρυκεύματα (οι “φαντασματικές” φωνές της πρώτης σύνθεσης και τα old school πλήκτρα, όπου εμφανίζονται στο album) καταλήγουν να είναι είναι πιο πολύ συμπληρωματικά παρά εκφυλιστικά στην παραπάνω διαπίστωση.

Το τελικό απόσταγμα των ακροάσεων είναι πως, για πολλοστή φορά, ο Ολλανδός είναι καλός, κάτι που με κάνει να επιστρέφω στην πρώτη παράγραφο της παρουσίασης που διαβάζετε και κατ επέκταση να σκέφτομαι όλο και περισσότερο τι θα γινόταν αν αποφάσιζε να αφιερώσει πχ ένα χρόνο από τη ζωή του, στη σύνθεση ΕΝΟΣ και μόνο album. Μέχρι αυτή η υποθετική σκέψη να πραγματοποιηθεί, εσείς μπορείτε να αφιερώσετε χρόνο σε μια από τις πρώτες καλές κυκλοφορίες του νέου έτους για το black metal.

Κι αν το κείμενο αυτή τη φορά βγήκε λίγο μικρότερο και συνοπτικό από ότι σας είχα συνηθίσει τελευταία, δεν τρέχει τίποτα: όπως επεσήμανε και ο σύντροφος Plunderer όταν συζητήσαμε για το album, εδώ ο ίδιος ο Mories δεν ασχολείται τόσο ενδελεχώς με την κάθε του κυκλοφορία, εμείς θα το κάνουμε;

Σας έγραψα (κι άλλη) μια κασέτα

Το κουβεντιάζω τόσο συχνά με φίλους που κινδυνεύω να γίνω κουραστικός (γραφικός, είμαι ήδη).
Αν ακούσεις στις 33 στροφές τα 45ρια των My Dying Bride (“God is Alone”, “Symphonaire”, “The Thrash of Naked Limbs”, το flexi 7″ του ’93 και το “I Am the Bloody Earth”), βιώνεις Άλλους Κόσμους.

Με φόρα απ’την προηγούμενη κασέτα μας λοιπόν, μάζεψα όσα κομμάτια είχα λατρέψει από τα 45ρια τους, παιγμένα στις 33 στροφές.
Σε αυτά, πρόσθεσα μερικά από τα 33ρια που πιστεύω πως ξεχειλώνουν Πραγματικότητες αν ακουστούν ακκκόμμμη πππιο αρργγάααα.
Σας τα παραδίδω λοιπόν, σ’ενα φάκελο του οποίου η διάρκεια χωρά μάλλον μόνο στην elusive 120άρα κασέτα.

Μη γελάτε, κάποτε υπήρξαν και 120ρες κασέτες.


Εξώφυλλο
Εσώφυλλο|Τράκλιστ

Θα παρατηρήσετε πως λείπουν κομμάτια από το “God is Alone” και το flexi του ’93.

Δε συνέβη επειδή δε τα λατρεύω.
Σας τα φυλάω για την επόμενη κασέτα.

Bare your breasts to (very) slow kisses…

Γενεές Δεκατέσσερις: MISÞYRMING “Algleymi”

noevdiaΚάποτε μόνο και μόνο το Logo της Norma Evangelium Diaboli προκαλούσε τρόμο και δέος. Σεβασμό για το περιεχόμενο, ανεξάρτητα από το project που το φιλοξενούσε. Αυτό το συναίσθημα κράτησε χρόνια. Θόλωσε και άρχισε να σβήνει, όταν ο «αγαπητός», κυκλοφόρησε τη ψαγμενιά “Occult Rock” του trio Aluk Todolo. Δεν είναι μεμπτό ν’ ακούς άλλες μουσικές αλλά μη προσπαθείς να πουλήσεις φούμαρα σε (προ)φανατικούς. Κάποτε μας είπες πως έδιωξες Sinn & Yohann, γιατί πρόδωσαν & ταπείνωσαν τους Hirilorn, με τη συμμετοχή τους σε hardcore project. Είκοσι χρόνια μετά σου πέρασε, είναι για σένα cool να κυκλοφορείς experimental/Psychedelic-Krautrock Rock από ΑΥΤΟ το label;

Αν σε καλούσα σε απολογία για ιδεολογική παλινδρόμηση, φαντάζομαι θ’ απαντούσες κάπως έτσι: «Ο καλλιτέχνης πρέπει να στέκεται πέρα από την αρτηριοσκληρωτική σταθερότητα που κάποτε τον συνέφερε να πρεσβεύει, λόγω καλλιτεχνικού στόχου ή για να δημιουργήσει εκτόπισμα προσωπικότητας αφού δεν είχε το απαραίτητο ταλέντο. Το Modus operandi του ανθρώπου εμπεριέχει μονάχα τη θρησκευτική και ιδεολογική γκάμα που ενδεχόμενος φέρει. Υπάρχει, όμως, κάτι ανώτερο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “Aesthetic operandi”. Συνήθως δίνει εντολές εν κρυπτώ και παραβύστω, λειτουργεί ως επιβλέπων φάρος και θα πάρει τα ινία όταν χαθεί το momentum στις ιδέες και τη πίστη. Είναι τόσο επιβλητική η παρουσία του, που έχει τη δυναμική να μοντάρει τις προτιμήσεις μας στο γνώμονα της αισθητικής που επιτάσσει κάθε εποχή».  

Ανεξάρτητα από το ποια θα ήταν στην πραγματικότητα η απάντησή του, η σχέση μας με την αισθητική αναδίπλωση είναι συγκεκριμένη. Η ώρα που η αναδίπλωση ξεκινά ισοδυναμεί με την ημερομηνία λήξης της συγκίνησης που μας προσφέρει η αισθητική. Από την άλλη πλευρά έχουμε φάει αρκετά ληγμένα, όποτε δε θα κολλήσουμε στη καλλιτεχνική κατανάλωση, ειδικά αν έχει σοβαρό ενδιαφέρον για την εξέλιξή της τέχνης που μας ενδιαφέρει. Αργότερα, αυτό το κείμενο θα ισχυριστεί πως το “Algleymi” (που αγοράστηκε, δικαιολογημένα δίχως προακρόαση) ανήκει στα album αυτής της κατηγορίας.

Íslensk saga

Flames of HellΤο ταξίδι μας μέχρι την Ισλανδία είναι μακρινό, οπότε έχουμε αρκετό χρόνο για μια καλή ιστορική αναδρομή. Πρώτη στάση οι Flames of Hell και το ντεμπούτο τους “Fire And Steel”, που κυκλοφόρησε το 1987 (!). Σχήμα φάντασμα (όσο και iconic) για τους ντόπιους. Όσα έγιναν γνωστά για τα 3 αδέλφια Nicolaison (γνωστοί και φίλοι τους έλεγαν Nicolai), που ήταν πίσω από το project, ήρθαν από το στόμα του παλιού drummer των Potentiam G.Ó. Pálmason (μακρινός ανιψιός τους, η γιαγιά του ήταν αδελφή της μάνας τους). Η ηχογράφηση του μοναδικού album έγινε κρυφά στο studio της Χριστιανικής Αδελφότητας Νέων (YMCA) του Reykjavík. Μάλιστα, όταν ο Steinþór ηχογραφούσε τα φωνητικά, ο Leader της YMCA διαπίστωσε με φρίκη τι ακριβώς συνέβαινε. Το αστείο είναι πως τους άφησε να ολοκληρώσουν τις ηχογραφήσεις (Σκανδιναβική νοοτροπία) κι έπειτα άλλαξε τον χώρο του studio (επειδή το μαγάρισαν) και τους είπε να μην ξαναπατήσουν. Ωστόσο, ειδικά τα φωνητικά είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο του album. Με βάση τις ως τότε επιρροές, εδώ έχουμε ολίγη από King Diamond, Franta Storm και Attila Csihar. Η φωνή του μπορεί να χαρακτηριστεί ως βαρύτονη ψευδο-οπερατική που ξανοίγει σε κραυγές με αλλοπρόσαλλο αποτέλεσμα. Οι δυο Nicolai έπαιζαν στο ντεμπούτο ενώ ο τρίτος, που ζούσε από νωρίς στη Γαλλία, επιμελήθηκε το εξώφυλλο και την κυκλοφορία του Lp (μέσω του εκδοτικού οίκου Draconian Books and Publishing έκανε το label Draconian Records). Μουσικά, έπαιξαν ένα περίεργο κράμα, σα Venom δίχως γκάζια, ενώ στο κομμάτι της αισθητικής αγγίζουν τους Bathory, έχοντας ένα πολύ σκοτεινό concept για την εποχή (Ας μην ξεχνάμε πως το πρώτο Black Metal album ιστορικά είναι το “Under the Sign of the Black Mark”, που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά).

Στα 1990 είχαμε τη obscure κασέτα των Christblood “Massacre in Heaven”, που είναι εδώ μονάχα ως αναφορά για το πέρασμα του πρώιμου Black/Death από την Ισλανδία (λόγω του άθλιου ήχου δεν προτείνω να τη ψάξετε). Στη Death Metal σκηνή, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο ντεμπούτο των Sororicide “The Entity” (1991), το οποίο κουβαλά μια σιδερένια μπάλα στην ανάπτυξη, ικανή φέρει στο μυαλό τους τιτάνες της αργοπορίας Delirium με το κορυφαίο “Zzooouhh” (1990). Η ατμόσφαιρα των Sororicide φωτίζει ιδανικά τη σαπίλα τους μέχρι και σήμερα.

Fire & IceΗ Black Metal εποχή σηματοδοτήθηκε από το “Fire & Ice-An Icelandic Metal Compilation” του 1997, όπου θα βρείτε τα περισσότερα ενεργά σχήματα των 90’s σε διάφορα στιλ και ποιότητες. Ξεχωρίζουν, οι Solstafir  του Til Valhallar (όπως κι αν είναι η σωστή προφορά, εγώ θα το λέω Χαλχαλάρ) τις καλές εποχές που αντέγραφαν ασάλιωτα Burzum, πριν αρχίσουν τα flirt με το hardcore στα φωνητικά ή τα κουραφέξαλα που βάζουν σήμερα (υβρίδια μαζικής κατανάλωσης για όσους θεωρούν τα «πλυντήρια» Prog νοοτροπία). Στα υπόλοιπα έστω και αναφορικά Mind as Mine, Ámsvartnir, Fields of the Filthy. Από εκεί και πέρα στα 00’s υπάρχουν πολλές μεμονωμένες περιπτώσεις όπως το “Bálsýn” (με το καταπληκτικό “Álfablóð” σε άλλο φόντο) των Potentiam (thanx Τόλη) και οι grinders Forgarður Helvítis με τους ποιητικούς στίχους στο “Gerningaveður” (thanx Πάνο).

Τέλος, αν θέλουμε να βάλουμε αφετηρία στην σύγχρονη ιστορία του Ισλανδικού black metal, θα πρέπει να πιάσουμε την demo period των Svartidauði και το κορυφαίο “Flesh Cathedral” (2012). Παράλληλα, όσα έκανε ο H.V Lyngdal με τους Wormlust, που συνοψίζονται στο compilation “The Wormlust Collective” (2012), δίχως βέβαια και να ξεχνάμε και το ντεμπούτο του “The Feral Wisdom” την επόμενη χρονιά. (τα δυο αυτά σχήματα έκαναν το πρώτο τους demo το 2006, οπότε είναι κομβικά για τις μετέπειτα εξελίξεις). Το 2012 είχαμε και το demo των Chao “Spiritus Sankti”, που λίγο αργότερα άλλαξαν όνομα σε Sinmara για να επιτεθούν με το “Aphotic Womb” το 2014.

Söngvar elds og óreiðu

 

SongvarΣτα late 00’s-early 10’s κάθε πικραμένος που κατάφερνε να πιάσει τάστα και χορδές όπως οι Ulcerate, πίστευε ότι κοντεύει το απαύγασμα των 00’s, δηλαδή τους αρπισμούς μέσα στον κυκεώνα άρα το έργο του Christian Bouche από το 2004 μέχρι και σήμερα. Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2015, την χρονιά που οι τυχάρπαστοι Πολωνοί Outre σκύλευσαν τ’ απομεινάρια της θείας κοινωνίας, με όνομα παρμένο από album των Portal και μουσική ξεπατικωτούρα Deathspell Omega. Την ίδια χρονική στιγμή οι Misþyrming ήταν μέσα στο ιερό κι έκοβαν τ’ αντίδωρα του παπαHasjarl. Στο “Ghost Chants” θα δεις τι σημαίνει στυγνή αντιγραφή στο έργο κάποιου, αντίθετα στο ντεμπούτο των Misþyrming θα δεις τι σημαίνει έμπνευση από το έργο κάποιου.

Αρχικά, ομολογώ πως μ’ ενοχλεί αφάνταστα το hype και οι Ισλανδοί το είχαν αυτό από τη πρώτη μέρα. Το σούσουρο οφείλεται σ’ ένα βαθμό στ’ όνομα της Terratur Possessions, γιατί πέραν του ότι έχει καλό όνομα σα label δεν κόβει άμεσα επανεκδόσεις, οπότε δυναμιτίζει τους ενδιαφερόμενους για άμεση αγορά (επειδή αργότερα θα πάει ο κούκος αηδόνι). Όπως είχα σημειώσει στο Underground Kommandoz του Metal Hammer τον Σεπτέμβριο του 2015, το δυναμικό και βαρύ ηχητικό πλαίσιο ήταν η ενδεδειγμένη βάση για να βγουν και να ψαρώσουν το ποίμνιο. Εδώ θα βρούμε την εικαστική λογική και τα φωνητικά των Muknal της Crepúsculo Negro (2012 demo). Στο εσωτερικό τα πυρακτωμένα riff έχουν ευθύβολη ροή και δε σταματούν να ηλεκτρίζουν ούτε στα breaks, ενώ ηχητικά είναι κοντά στις θέσεις των Svartidauði οπότε και το πνευματικό έργο των Deathspell Omega (“…af þjáningu og þrá”, “Ég byggði dyr í eyðimörkinni”). Παράλληλα, στον ήχο της κιθάρας υπάρχουν και άλλες διαστάσεις (στο “Er haustið ber að garði” το riff μπορεί και μιλάει) που προσφέρουν διαβάθμιση στο υλικό. Αν δεν έχετε ακόμα ακούσει το album, είστε ένα βήμα μακριά από το εναρκτήριο “Söngur heiftar” που κουβαλά την ισορροπία της συνέχειας. Αργότερα, θαυμάστε το a la Mortiis/Fata Morgana finale του “Endalokasálmar” και εν κατακλείδι, νιώστε την αγαστή συνεργασία των εμπνεύσεων στο εξαιρετικό “Söngur uppljómunar”.

Εδώ έχουμε έναν νέο μουσικό που απασχόλησε και θα συνεχίσει ν’ απασχολεί το ποίμνιο και στο μέλλον. Ο D.G κατά κόσμο Dagur Gíslason γεννήθηκε το 1993, έγραψε μόνος του το ντεμπούτο ενώ είναι βασικό πρόσωπο πίσω από Naðra, Skáphe, Martröð,〇. Το σπουδαιότερο όλων όμως είναι πως διαμόρφωσε τον black metal ήχο του Ισλανδικού κύματος των 10’s, όντας πίσω από τις περισσότερες δουλειές ως παραγωγός. Συνάμα, τρέχει και το δικό του Label (Vánagandr) αποκλειστικά με Ισλανδικό black metal σε κασέτες! (προοικονομία: ο δρόμος για το overground χτίζεται με καλές προθέσεις).

Αυτό που έκανε στο “Söngvar elds og óreiðu” δεν είναι απλό, αν και στις πρώτες ακροάσεις δε μπορείς να δεις το βάθος του. Η μεθοδολογία ήταν να εισάγει στη μουσική ορθόδοξα τροπάρια αλλά και μοντέρνες πατέντες. Δίχως άγαρμπες κινήσεις, δημιουργεί ένα σύνολο που εκπέμπει και ρέπει στο σήμερα κλείνοντας το μάτι στο χθες. Ολόκληρο το album βγάζει διάθεση και το πράττει με συνεχή κίνηση και ιδέες ολόφωτες. Το drumming του H.R.H (Carpe Noctem, Naðra) δίνει Death Metal αύρα και στιγματίζει την πλοκή. Το ατού που θα προσδώσει διαχρονικότητα είναι το άρτιο songwriting. Ο συνασπισμός ιδεών θα ενώσει το ακατέργαστο με το μελωδικό σε συγκόλληση δίχως ίχνη που φανερώνουν δυστοκία κι έλλειψη κρίσης. Σε αυτό το σημείο μπορεί να ειπωθεί πως ο Ισλανδός δεν ήταν απλά ένας ικανός σιδεράς που βαράει ορθά στο αμόνι του αλλά και μπροστά στη σκέψη. Το δυναμικό χαρακτηριστικό είναι η ενοποίησή όλων των στοιχείων στον καμβά της ατμόσφαιρας. Αυτό είναι και το απόλυτο highlight, γιατί κατόρθωσε να παίξει δίχως να διαταράξει τη μελανή της ηρεμία, ενώ ολόγυρα πυροδοτεί blackmetal του σκοτωμού. Αυτός ο συνδυασμός σε κάνει ν’ αποζητάς το album, ώστε να χαθείς όλο και περισσότερο μέσα στο περιεχόμενο. Κάπως έτσι θα καταστήσει σαφές πως όποιος έχει ταλέντο, κατορθώνει ν’ απλώσει ατμόσφαιρα μέσα στην παικτικότητα, ειδικά αν αυτή δεν έχει τεχνικό ίρτζι.

Live at KEXPort

Λοιπόν, αυτό θα πρέπει να το δείτε ολόκληρο. Για να σας βάλω στο κλίμα μιλάμε για ένα free block party που έγινε το καλοκαίρι του 2016, έξω από ένα hostel στο Reykjavík. Σκοπός ήταν ν’ αναδειχτεί στους επισκέπτες η τοπική Ισλανδική σκηνή σε όλες τις μουσικές τις εκφάνσεις (δεν είχε καν άλλο Metal σχήμα). Άρα η εμφάνιση των Misþyrming δεν ήταν ακριβώς εντός έδρας, μίας και οι περισσότεροι στο κοινό δεν ήταν οικείοι με όσα θ’ άκουγαν. Πέρασαν τέσσερα χρόνια κι εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτό το live είναι ότι πιο φρέσκο, όσο αναφορά την αισθητική που έβαλαν στο black metal όσοι γεννήθηκαν στα 90’s. Γι’ αυτή τη γενιά το Black Metal είναι ένα κατανοητό μουσικό προϊόν, το οποίο έχει τη δική του σκηνή μεν αλλά δε βλέπουν το λόγο να μη το κάνουν προσβάσιμο δε. Πρακτικά εδώ έχουμε την τέλεια μεταγλώττιση των δεδομένων, για να γίνει κατανοητό το αποτέλεσμα ακόμα και σε ανθρώπους που δεν έχουν άνεση με την extreme έκφραση. Είναι τόσο άρτιο το παρουσιαστικό τους (πουκάμισο, παντελόνι και λουσμένοι στο αίμα) γιατί βγάζει ένα zombie image που σίγουρα κλείνει τις αποστάσεις (το “walking dead” έπαιζε εφτά χρόνια μέχρι τότε). Αφού λοιπόν οι αποστάσεις μειωθούν η αντίδραση του ανυποψίαστου δεν είναι η άμεση αποχώρηση. Όπως θα δείτε, οι παρευρισκόμενοι παραμένουν προσπαθώντας να εναρμονιστούν με τη μουσική. Το μόνο που χρειάζεται για να έρθουν πιο κοντά, είναι να νιώσουν τη δύναμη της μελωδίας στα Deathspell-ικά μασήματα του “Friðþæging blýþungra hjartna”. SwΣυμπερασματικά, για το συγκεκριμένο Live ένιωθα την ίδια αμφιταλάντευση με τη φωτογράφιση των Sun Worship (στο πολύ δυνατό “Pale Dawn” του 2016). Είναι και τα δυο αρκετά μακριά από το ζητούμενο, ωστόσο το “Aesthetic operandi” (που ίσως έλεγε και μια ψυχή) δεν είναι ακλόνητο, μεταβάλλεται και σταδιακά θα κάνει αποδεκτές τις μοντέρνες τάσεις που με κάποιον τρόπο μιλούν μέσα μας.

Algleymi

 

extanoΤο πουλέν από τον ορμίσκο του καπνού επέστρεψε με δικαιολογημένη ευεξία αλλά με μια αδικαιολόγητη χαρά και τρόπον τινά πανηγυρική λογική στο ύφος. Πλέον στο Black Metal τους μπορείς να βάλεις το πρόθεμα «μελωδικό» και να περιγράψεις με ακρίβεια που τρέμει η βελόνα της πυξίδας. Στην ουσία εδώ θα βρούμε τον τρόπο που από τούδε και στο εξής θα περιοδεύουν. Η αδυσώπητη ενέργεια (ζέση & ταχύτητες) βρίσκεται σε κάθε σπιθαμή του album καταφέρνοντας να επευφημηθεί. Τα τραγούδια είναι στη πένα, ώστε να μην υπολείπεται κάποιο στο σύνολο. Στον τρόπο που παρουσιάζει τα κομμάτια ίσως φέρει στο μυαλό τους Sektemtum στο “Aut Caesar, aut Nihil”, με τα ευκολομνημόνευτα riff που γλυκοκοιτάζουν τη φάση του black n’ roll (σιχαμένο tag). Στις κιθάρες έπεσε μελέτη, έγραψε κάποια εξαιρετικά riff που διαχέονται και ρέουν. Σε σημεία βέβαια μοιάζουν σα να έχεις βάλει τον Hasjarl με περίστροφο στο κρόταφο να «συμμαζέψει» τις ιδέες του Hunter Hunt-Hendrix. Επιπρόσθετα, τα διακατέχει μια χαρμόσυνη και τρόπον τινά επική αύρα η οποία σε συνδυασμό με το μουντό τέμπλο φαλκιδεύει το peha. Είναι κι αυτό το αναθεματισμένο εναρκτήριο “Orgia” που με σαστίζει, γιατί μ’ έχω πιάσει να χορεύω..

Το βασικό μέλημα του Dagur ήταν να πετύχει μια καθοριστική παραγωγή, που θα κάνει το υλικό άμεσα προσβάσιμο. Το τελικό αποτέλεσμα, όπως φάνηκε και από τις αντιδράσεις, ήταν εκκωφαντικά πετυχημένο. Προσωπικά, θα το χαρακτήριζα κακούργημα με μηδενική ανοχή για εφετείο. Ηθικός αυτουργός της όλης κατάστασης ο “λούστρος των 10’s”, o man από τη Buga της Valle del Cauca, Jaime Gomez Arellano (Recording/Mastering/Mixing σε Altar of Plagues “Teethed Glory & Injury”, Ghost “Opus Eponymous”, Myrkur “M”) δε νομίζω πως χρειάζεται να προσθέσω κάτι περισσότερο. Αλλά πρέπει να θυμάστε πως είναι ο τύπος που έχει πάρει εργολαβία τα Remixing/Remastering σε μεγάλα σχήματα, όπως αυτά που έκαναν οι Paradise Lost και οι Mayhem στο “Grand Declaration of War”. Να είστε σίγουροι πως θα έρθουν κι άλλα, ελπίζω σε πανάκριβα box-set, βούτυρο στο ψωμί όσων χτίζουν βιβλιοθήκη και όχι δισκοθήκη. Αυτό που έχει γίνει εδώ είναι η ακριβής τοποθέτηση του υλικού στην οπτική γωνία που θα μπορούσε να «δει» κι ένας οπαδός των Ghost. Κι αν αυτό αδελφέ μαυρομέταλε (λέμε τώρα) δε σ’ ενοχλεί, φαντάζομαι πως σ’ αρέσουν ακόμα οι Behomoth, περιμένεις με αγωνία το επόμενο Watain και ψάχνεις το μέλλον του Black Metal σε ξεπλύματα τύπου Schammasch.

Δε ζούμε στον ίδιο κόσμο, δε θα περπατήσουμε ΠΟΤΕ στα ίδια μονοπάτια. Για να εξηγηθώ: Το κεντρικό χαρακτηριστικό στο “Algleymi” είναι η άκρατη προσπάθεια να γίνει αρεστό. Δηλαδή, η αντίθετη πορεία από το δόγμα της Ιδέας (ασπρόμαυρο εξώφυλλο, ψύχος, τακτική ενόχλησης στον ακροατή). Κοντολογίς, οι Ισλανδοί θέλουν να γίνουν διασκεδαστές και τραβούν την ατραπό προς το εκκεντρικό easy listening (όρος επιεικής και δίχως μπινελίκι, για τον πρότερο έντιμο βίο). Δεν αντιλέγω πως κατέβαλαν προσπάθεια και σκέψη (αλλαγή τονικότητας) γιατί μετέστρεψαν ολόκληρο το τρόπο μετάδοσης (ήχος). Αν πάμε στη λογική που λέει ότι κατάφεραν να κάνουν χαρμόσυνα riff σε γκρίζο φόντο κι έναν τρομερό ήχο δίχως τη βοήθεια μεγάλου Label, θα ήταν σα να επευφημούμε έναν δολοφόνο για το σημάδι του. Μπορεί να δαπάνησαν μήνες ακόμα και χρόνια, αλλά ο σκοπός είναι συγκεκριμένος και πάει το Project πέρα από την ιδεολογία του underground. Σαν παρηγοριά κρατάμε τα φωνητικά, που συνεχίζουν στην ίδια εμβέλεια (αλλά σε σημεία δε κολλάνε καθόλου με τη μουσική). Την καπνοδόχο που αχνίζει ατμόσφαιρα, η οποία θα διοχετευτεί μ’ έξυπνους τρόπους και σ’ επικίνδυνες στροφές της ροής. Τέλος, το εικαστικό. Το εξώφυλλο του Manuel Tinnemans είναι για μένα το αδελφάκι του “Apocalypticists” (δισκάρα) των Kriegsmaschine. Ο συνοδοιπόρος Δ. Σκούρας θεωρεί ότι είναι πιο κοντά στο “Synarchy of Molten Bones” των Deathspell Omega (στην λογική ίδιο Label/ίδιος καλλιτέχνης).

ΔΕΝ έχουμε ανάγκη από ωραία riff, καλοπαιγμένο και συναυλιακό υλικό. Ψάχνουμε την εξέλιξή ενός εκκολαπτόμενου χαρακτήρα. Κι εδώ βρίσκεται ο λόγος που αγόρασα το “Algleymi” δίχως προακρόαση. Οι Misþyrming μόνταραν χαρακτήρα στο εξαιρετικό ντεμπούτο. Ελπιδοφόρα ήταν και εξέλιξη στο “Hof”, από το split με τους Sinmara το 2017. Τόσο στην παραγωγή που έβγαζε ορθά τον όγκο, όσο και στη τεχνική που είναι ένα κλικ πάνω από το ντεμπούτο. Ωστόσο, από τότε είχε αρχίσει η μπουγάδα στη βρωμιά του ήχου και ειλικρινά δεν περίμενα ότι θα φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Το δεύτερο βήμα έχει μονάχα έναν στόχο, τη πορεία προς τις «διεθνείς αγορές». Υποθέτω πως η επιτυχία που έχει το υλικό των Mgla, ειδικά στα live, επηρεάζει αρκετά σχήματα που απολαμβάνουν να παίζουν μπροστά σε κόσμο ή θέλουν να ζήσουν το ροκ σταριλίκι κάνοντας περιοδείες. Εν κατακλείδι, το υλικό του “Algleymi” έχει ημερομηνία λήξης, διαφορετική για κάθε καταναλωτή. Για μένα έληξε γρήγορα (έχω δυσανεξία στον καλλωπισμό του Black Metal). Θα το ξαναβάλω να παίξει μονάχα αν οι εξελίξεις στα 20’s το επιτάσσουν. Για σένα θα λήξει ανάλογα με το δικό σου “Aesthetic operandi”, όπως θα λέγε και ο εκδότης του. Ο οποίος συνεχίζει ακάθεκτα να είναι ανακόλουθος της ιστορίας του. Μετά τη ψαγμενιά (“Occult Rock”) κυκλοφόρησε δίσκο frozen yogurt (“Algleymi”) και λίγο πριν τελειώσει η χρονιά/δεκαετία μας πέταξε ένα επικό flyer (βγαλμένο από τα 90’s) για να προλογίσει το μυστικό project NEDXXX (είναι ξεδιάντροπα οι Abigor με κάτι ταμ-ταμ) με όνομα ξενοδοχείου ημιδιαμονής (credit Δ. Σκούρας). ΑϊΣιχτίρ! το κόβω εδώ, πάω να βάλω Musta Surma και να διαβάσω τ’ άπαντα του θρυλικού Isten.

https://www.noevdia.com/