Παλαιών Κακών Γερμανός: Baxaxaxa ‎ “The Old Evil”


Άκου τον αντίλαλο απ’τα μπουντρούμια.
Θυμήσου τον Όσρικ και δες πως ο Πανξεφτιλάτωρ Χρόνος μεταμορφώνει διαμάντια του παρελθόντος σε μπιχλιμπίδια.

Σεμεδάκι & Φοντάν: Abhor/Abysmal Grief “Legione Occulta / Ministerium Diaboli”

Πως θα ήταν η αισθητική ενός album, αν ο δημιουργός κρύβει στα καμώματά του, τα δικά σου μύχια σύμβολα; Η Μεγάλη Ιταλική συνουσία ράβει το μυαλό σου, με κλωστή από τα βαφτιστικά σου ρουχαλάκια, για να κλειδώσει την καθεστηκυία τάξη που το κυβερνά. Είναι τοποθετημένη με ακρίβεια να θωπεύει το υποσυνείδητό, ενώ χαζογελάς, ανήμπορος ν’ αντιδράσεις στο πνεύμα της ιλαρότητας που σου προσφέρει. Ανασταλεί κάθε ικμάδα της κράσης σου, κι εσύ χάσκεις αποσβολωμένος μπροστά στο χοντροκομμένο πανηγύρι του ζοφερού τρόμου που ετόλμησαν.

Στο πρώτο κομμάτι “Legione Occulta” οι ημίθεοι Ιταλοί Abhor ντύνουν με μουσικές νότες έναν εξορκισμό. Άμεση εισαγωγή στο θέμα με ένταση στα riff σε mid-tempo ρυθμό, άτρωτα φωνητικά και organ μεγαλοπρέπεια μέχρι να σκάσει το κουκούλι. Τότε, τα γυναικεία «φωνητικά» (δαιμονισμένη) που υβρίζουν στα Ιταλικά, καθώς και η επιτακτική δυναμική του ιερέα (εξορκιστή) δίνουν την δυνατότητα στον Ulfhedhnir (ή τον Domine Saevum Graven) να διηγηθούν την ιστορία από την πλευρά του βιβλικά Κακού. To heavy πλαίσιο του ρυθμού και τα πλήκτρα δυναμιτίζουν όσα γίνονται στο background, δημιουργώντας μια αγχώδη εσωτερική ένταση που καθώς η διαδικασία προχωρά μετατρέπεται σε μάγκωμα ψυχής και σαγήνη για όσα επιτελούνται. Ο εξορκισμός δημιουργεί μια εμμονή, μέσα στην οποία ενώ δεν θες να δεις- κοιτάς -και τελικά τίποτε δεν αφήνει να σιγάσει το πάθος και η αποστροφή που σε κυριεύουν. Αποταγή! άναψε τα φώτα και σκέψου πόσο θα μας είχε στιγματίσει αν το έγραφαν στα 90’s.. Το “Possession Obsession” συνεχίζει την διήγηση μ’ ένα εξαιρετικό κεντρικό riff. Μπορεί να είναι το «κανονικό» κομμάτι του split, σε δομικό επίπεδο, αλλά χρησιμοποιεί ιδανικά τα κλισέ της occult εκεχειρίας. Κυρίως στο συνδυασμό riff και πλήκτρα που ολοένα και μετατρέπουν τον ρυθμό, καταφέρνοντας να συνεπάρει σταδιακά και τελικά να δυναμιτίζει με τρόπο που σε μαγνητίζει. Το επιστέγασμα της μουσικής των Abhor θα δοθεί μ’ αισθητική ζοφερής αρχοντιάς.

Abhor

Larte Dellorrore: Ο άνθρωπος στο εξώφυλλο είναι δαιμονισμένος. Το βλέμμα του είναι χαμένο κάπου μέσα του ψάχνοντας τι βρωμερό στέκει επάνω στην καρδιά του, ενώ το αίμα στάζει από ακαθόριστες πληγές στα λευκά σεντόνια. Το σημείο που οδηγεί στην αρπαγή του νου, είναι η στάση δυσώπησης (επίμονη παράκληση, ικεσία) που μοιάζει να οδηγείται το σώμα, από την ελάχιστη ψυχή που απέμεινε στο κατεχόμενο κουφάρι. Σαν οδική βοήθεια στα κανάλια του υποσυνείδητου, η εικόνα αυτή μας πηγαίνει πίσω σε αφετηριακά οδυνηρά συμβάντα. Στιγμές που έχουμε κρατήσει, όπως ο άρρωστος συγγενής στο κρεββάτι. Οι Ιταλοί χτυπούν με αμόνι την υπόφυση του ποιμνίου, χρησιμοποιώντας το λευκό σεντόνι, την παλιά πρίζα, τον διακόπτη στον πράσινο τοίχο και βέβαια τον εσταυρωμένο (το ότι είναι βαλμένος ανάποδα, χάριν θέματος, δεν αλλάζει τις πλοηγήσεις του υποσυνειδήτου). Το παλαιό σπίτι κουβαλά και άσχημες αναμνήσεις, που κάπως/κάποτε θα γίνουν ολοζώντανές σκηνές σε όσους κρατούν τη θύμηση του κακού.

Οι Abysmal Grief βάζουν τη βελόνα στη τελετουργική νηνεμία και φτιάχνουν το μεγαλύτερο έπος της ιστορίας τους, υπό τον τίτλο “Ministerium Diaboli”, που είναι χωρισμένο σε τρία μέρη. Το πρώτο τρίλεπτο λειτουργεί σαν intro. Περίφημα πλήκτρα και φωνές μιλούν αδιόρατα στο αμφιθέατρο των αποφάσεων και απροσδιόριστα μας οδηγούν στη μυστικιστική φαντασμαγορία, όταν λίγο πριν το τέταρτο λεπτό, η επαναλαμβανόμενη και εύκρατα πένθιμη μελωδία των πλήκτρων αλλάζει ρότα στη διήγηση. Τότε, ο βαρύτονος ξεκινά ν’ απαγγέλει με ύφος γραμματικού, ακατάλυπτα λόγια που μας ταξιδεύουν μεθυστικά δίπλα στη μουσική διάβαση, μέχρι ν’ αφεθούμε μετέωροι στον υπνωτικό λήθαργο που ξυπνά έναν άλλο εαυτό, εαυτό μυστηρίων. Λίγο πριν το ένατο λεπτό αρχινά η doom κατάβαση. Το αργό σουλάτσο με τις heavy κιθάρες έρχεται σαν είδος βαδίσματος και θα μεγαλώσει με φωνές ωσότου βγει σε solo κουμπωμένο στο ύφος, με την απαραίτητη φρενίτιδα εντός των doom τειχών. Το επιστέγασμα της μουσικής των Abysmal Grief θα δοθεί μ’ αισθητική εστέτ παρακμής.

Abysmal

Larte Dellorrore: Μπαίνεις πάλι στο σπίτι της θείας που δεν είναι πλέον κοντά μας. Έχει σκόνη επάνω στον πλαστικό μουσαμά, αράχνες ντύνουν τα κρύσταλλά στη παλιά σερβάντα. Μα εσύ στέκεις όρθιος και κοιτάς το τραπέζι που καθόσαστε παλιά, θυμάσαι την πορτοκαλάδα στο κακοπλυμένο ποτήρι. Μα το τραπέζι έχει πια εγκαταλειφθεί. Σαν οδική βοήθεια στα κανάλια του υποσυνείδητου, η εικόνα αυτή μας πηγαίνει πίσω σε τυπικές υποχρεώσεις. Στιγμές που όλοι έχουμε ζήσει, όπως ο καταναγκασμός των εθιμοτυπικών επισκέψεων (Και μην ξεχάσεις, τώρα που θα φτάσουμε, να πεις τα χρόνια πολλά στη θεία). Οι Ιταλοί χτυπούν με αμόνι την υπόφυση του ποιμνίου, χρησιμοποιώντας σεμεδάκι σε τραπέζι καθιστικού, δίπλα σε τσίγκινο τασάκι και μαύρη φοντανιέρα. Σαν κερασάκι στη τούρτα μαρτύριο, ο κόρυμβος του τρόμου, το αποκεφαλισμένο παιχνίδι του μακρινού παρελθόντος..

Γυρνώντας ως αντίδωρο το δώρο που μας έκαναν Abhor & Abysmal Grief, πάμε να τιμήσουμε τους προπάτορες αλλά και την ιστορία του Ιταλικού Black Metal. Με πλοηγό τον βαρκάρη με το δρέπανο θα φτάσουμε στην Alessandria του Piedmont, όταν οι δούλοι της μίζερης καταχνιάς τράνταζαν τα μάρμαρα του ψόφου.

Mortuary Drape “Into the Catachthonium”

Catachthonium

Κανονικά, θα έπρεπε να έβαζα το All the Witches Dance” για να βλέπατε το εξώφυλλο στην μεγαλοπρέπειά του. Ωστόσο, το 2002 βγήκε ένα bootleg compilation από την Unisound, με τίτλο που ξεκλειδώνει και υποσυνείδητο τεχνοκράτη. Ακόμα νιώθω θαυμασμό για τη λέξη Catachthonium (ο Τζανετάτος υπέγραψε εδώ, ότι και να ήταν/όπως και να έγιναν τα πράγματα) σε συνδυασμό βέβαια με το απροκάλυπτο πτώμα, τα κεριά και τις πραγματικές εικόνες που είχα (καταπακτή με κόκκαλα και κρανία που είχε/έχει το οστεοφυλάκιο του χωριού μου και ανοίξαμε αρκετές φορές μέσα στα χρόνια).

Στο “Into the Catachthonium” θα βρούμε το ντεμπούτο του ’94 και το Ep του ’92, άρα την βασική δράση των Ιταλών όταν έγραφαν ιστορία στο underground. Το Black Metal των Mortuary Drape οφείλει πολλά σε Venom, Mercyful Fate, το thrash των late 80’s αλλά και τα soundtrack των Ιταλικών θρίλερ. Πέρα από αυτά, είναι βαπτισμένο στον ελληνικό ήχο, όπως αυτός διαμορφώθηκε από Νecromantia, Varathron και Rotting Christ. Το άρτιο κέντημα όλων τα παραπάνω εμφανίζει μια λαμπυρίζουσα προσωπικότητα, που θα ήταν τελικά δίκαιο να θεωρηθεί αυτόνομη. Δομικά το heavy riffing κρατά τα γκέμια στ’ άλογα του occult άρματος. Μελωδικά περάσματα και ουσιαστικά samples χρωματίζουν την πλοκή ενώ η χρήση γυναικείων φωνητικών μας μεταφέρει πέρα μακριά από σκοτεινούς αιώνες στις παρυφές του Άδη. Η ουσία της ομίχλης που πλουμίζουν τα συγκεκριμένα μοτίβα είναι καθοριστική για το μεγαλείο των Ιταλών. Το βασικό χαρακτηριστικό του χθες είναι παρόν. Μια κιθάρα παίζει μπροστά από το ρυθμικό μέρος, δημιουργώντας άδειο «χώρο» (λυπάμαι που ενώ υπήρξε αναβίωση του ελληνικού ήχου, ακόμα δεν το είδα σαν εφαρμογή), παράλληλα αυτό που κάνουν με τα solos είναι αξιοσημείωτο. Γιατί το solo σαν τρόπος παιξίματος είναι πολύ μακριά από το μαυρομεταλλικό ύφος και ήθος (solo=επίδειξη και όχι ουσία) και οι Ιταλοί κατάφεραν περίφημα να το εντάξουν χωρίς να γλασάρουν την πλοκή. Το μπάσο είναι σημείο αναφοράς και δουλεύει πολύ (περισσότερο στο Ep “Into the Drape”) ενώ τα φωνητικά έχουν αυτή τη βαθιά και παχιά άρθρωση που εν μέρη μπουκώνει αλλά τελικά βοηθά το σύνολο να κοντέψει το μνήμα απ’ τον περίβολο. Εκτιμώ, πως το παλαντζάρισμα metal ρυθμός/ατμόσφαιρα δεν αναιρούσε την σκιά τότε, ενώ στο σήμερα έχει σημεία που τα λες και cheesy. Το πάντρεμα αυτό ήταν όμως ο σκοπός, ήθελαν την ενσωμάτωση και είναι καταδεκτικό του τρόπου που έγραφαν. Εδώ έχουμε ιστορία, που αναφέρει τις δύο αυτές κυκλοφορίες στην ομάδα εκείνων που δημιουργούσαν την οπτική. Με λίγα λόγια, έτσι οδηγήθηκε το heavy metal στο σκοτάδι και αργότερα απέκτησε την αυτόνομη δύναμη να σκουρύνει οριστικά. Οι Mortuary Drape είναι ένα σχήμα που στα πρώιμα χρόνια είχε περιβληθεί καπνούς μυστηρίου σχετιζόμενο με αίρεση. Είναι δεκάδες οι φήμες για μέλη πτωμάτων επί σκηνής αλλά και οι εικασίες (κάποιες ήταν αλήθεια, στο μέτρο του επιτρεπτού) για τα Live που έκαναν. Ωστόσο το βασικό μοντέλο κεριά, κουκούλες και απόκρυφα διακριτικά έζησε από το χθές μέχρι και το σήμερα..

official να ‘ν οι ώρες σας.

Ο δεύτερος λόγος που μ’ έκανε να επιλέξω το bootleg αντί για το Full-album είναι οικονομικός. Νισάφι πια με την ακριβή ιστορία του black metal, που είναι ανοιχτή σε μια ακαθόριστη ελίτ, που πληρώνει χρήματα επειδή της είπανε πως πρέπει, ενώ παίζει να μη νιώθει δράμι. Είναι γελοίο να κοστίζει το ντεμπούτο του ’94, σαράντα ευρώ στην ελάχιστη τιμή του discogs, ενώ το συγκεκριμένο bootleg να κάνει στη χειρότερη όσο ένα εισιτήριο σινεμά. Παράλληλα είναι και ζήτημα ευκολίας. Κάθε κυκλοφορία πρέπει να μπορεί να βρεθεί. Τα bootleg σαν αυτό, δεν πωλούνται πλέον στο discogs, αλλά σίγουρα θα τα βρείτε στο μοναστηράκι σε μαγαζιά ή σε κάποια λίστα. Πιστεύω ακράδαντα πως κάθε κυκλοφορία θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται στη κατοχή των οπαδών (και προφανώς δεν έχουν όλοι χρήματα για να βρουν την πρώτη κοπή). Η πρόσβαση είναι προϋπόθεση της αγοράς. Η αγορά είναι συμμετοχή. Η συμμετοχή δημιουργεί αντικείμενα μνήμης.

Αντικείμενα Μνήμης.

Μια κυκλοφορία σε οποιαδήποτε μορφή κι αν αποκτηθεί, είναι ένα αντικείμενο μνήμης. Το υλικό μέρος ενός album καταφέρνει να εσωκλείει συναισθήματα που ταξιδεύουν από το παρελθόν κάθε εαυτού στο εκάστοτε παρόν έκθεσης. Με τον τρόπο αυτό υπάρχει ένα ανοιχτό κανάλι μνήμης και συναισθηματικής προόδου απέναντί στο album. Είναι προφανές πως αυτή η πρόοδος είναι παράλληλα και προσωπική/εσωτερική, που θα πάει ακόμα πιο βαθιά μέσα μας. Ωστόσο, εδώ μας ενδιαφέρει η κυκλοφορία ως διαχρονικό εργαλείο, σε σχέση με το ίδιο το περιεχόμενο. Κάθε εποχή κουβαλά πολλά στοιχεία που την θυμίζουν, όταν το album έρχεται στα χέρια μας και ξεκινά η διαδικασία αναπαραγωγής. Πέρα από τη μουσική και τους στίχους, είναι το artwork και οι φωτογραφίες αλλά και λεπτομέρειες όπως η ποιότητα του χαρτιού και του πλαστικού ή ακόμα και η προχειρότητα ή τα λάθη (όπως για παράδειγμα το tracklist του “Into the Catachthonium”- γιατί μαθαίνεις για τη demo period από τον λάθος τίτλο στο τελευταίο κομμάτι) που ενδεχομένως έχει. Σκοπός του αντικειμένου μνήμης είναι να προκαλέσει «εισβολή του παρελθόντος» σε κάθε εκάστοτε παρόν έκθεσης. Ο σκόπελος αυτής της «εισβολής» είναι η νοσταλγία, γιατί η διαδικασία χρωματίζει άμεσα το σήμερα με την ώχρα του χθες. Αναζητάμε το περιεχόμενο, με το βάθος της συσχέτισης που έχει επιτελέσει η ζύμωση του χρόνου. Κι εδώ η νοσταλγία μπορεί εύκολα να μετασχηματίσει σ’ ένα είδος αυτολύπησης (για το ψυχολογικό παρόν της έκθεσης σε σχέση με το παρελθόν των εκθέσεων). Εκείνο που ενδιαφέρει το νοσταλγό είναι λιγότερο το Παρελθόν από αυτό καθ’ εαυτό το αίσθημα της νοσταλγίας. Αυτό πρέπει να προσπεραστεί, όχι μόνο γιατί σαν ψυχική δρομολόγηση δεν οδηγεί κάπου, αλλά επειδή η «εισβολή του παρελθόντος» είναι παρούσα στο παρόν μέσω ενός αντικειμένου μνήμης. Στόχος δεν είναι η αναβίωση αλλά η εκ νέου κατανόηση του παρελθόντος, με όπλο τη γνώση όσων ήλθαν αργότερα (την εκπαίδευση που έχει πραγματοποιηθεί). Εν τέλη βάση των παραπάνω θα μπορούσε να ειπωθεί πως η έκθεση σε οποιαδήποτε κυκλοφορία του παρελθόντος είναι εν δυνάμει παρόν.

Psicologia Del Miglioramento: Φωτοσκοπούμε τους τριγμούς που επιφέρει η τρομάρα του δαιμονικού στο θυμικό, η πανώλη των δεισιδαιμονιών στη λογική και ο κυνισμός του απευκταίου στο ένστικτο (του ζωντανού που κοιτά ένα πτώμα, γνωρίζοντας πως κάποτε θα πάρει κι αυτός τη θέση του στο μνήμα). Καγχάσαμε ως ανάλγητοι για την πίκρα που μας προσφέρει η γνώση της ζωής και τελικά οδηγηθήκαμε σε συμβιβασμό, αγνοώντας το δεδικασμένο. Ωστόσο, οι μυημένοι στο μυστήριο της μαυρομεταλλικής αισθητικής αλλά και της occult θεματολογίας γενικότερα, έχουν περάσει προ πολλού τον ψυχολογικό φραγμό της αποστροφής μετέχοντας με κέφι στο γλέντι του αποτρόπαιου. Διαθέτουν έναν μηχανισμό στήριξης, ένα φαντασιακό πλαίσιο θέασης που τελικά εκπέμπει ζεστασιά. Μοιάζει σχήμα οξύμωρο αλλά είναι απλά ένα αντισταμινικό ζοφερότητας, μια άχρονη εποχή θρύλων και οιωνών προς την αλλεργία της καλλωπισμένης ρουτίνας του παρφουμαρισμένου τους Τίποτε.

https://ironbonehead.de/frame.htm

 

Σας έγραψα μια κασέτα (περίπου)

Πριν λίγο καιρό, στον πάντα φιλόξενο Archivist.fm κάναμε μαζί με τον Αλέξη τον Bathory μια ωραία εκπομπή στην οποία παίξαμε (κυρίως) doom/death metal πράγματα από τα 90’s.

Επιλέξαμε, (κυρίως) κομμάτια που βγήκαν σε δίσκους 45 στροφών παίζοντας τα όμως στις 33. Το αποτέλεσμα ήταν Αποκαλυπτικό.

Στην περίπτωση που θέλετε να απολαύσετε τα κομμάτια χωρίς την ανούσια φλυαρία μας, σας τα μάζεψα παρακάτω.

Η συνολική διάρκεια τους, βγαίνει κουτί για μια 90άρα κασέτα.

Tracklist

Make yourself all honey, and the flies will devour you.

.

NTRVW: Αίμα, “Δός μοι, φησίν, ὧδε επὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν”

Κατά τους πρώτους αέρηδες του Φθινοπώρου μίλησα με τον Goat Architect για το ντεμπούτο album των Αίμα, «Τράγος».  Παρακάτω θα βρείτε όλα όσα μου είπε, χωρισμένα σε πέντε κεφάλαια.

front

Κεφάλαιο πρώτο, Αισθητική..

Το εξώφυλλο, είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο «Το Άγιο Αίμα και το Άγιο Γκρααλ» (Lincoln Henry , Leigh Richard , Baigent Michael). Η ιστορία που μας ενδιαφέρει ξεκινά από την Ιερά εξέταση και τα βασανιστήρια που πέρασαν αρκετοί Ναΐτες. Πολλοί εξ’ αυτών ομολόγησαν τελετουργικά και μυστήρια στα οποία είχαν μυηθεί. Μέσα σε αυτά ήταν και «κάτι» που ονόμασαν «Μπαφομέτ». O μεγάλος αριθμός των ομολογιών, τα κοινά που είχαν στο περιεχόμενο και το ότι οι μάρτυρες ζούσαν σε διαφορετικά μέρη, δεν αφήνει περιθώριο στη σκέψη, πως η ιστορία που ακολουθεί ήταν μια απλή επινόηση.

Αρχικά, απ’ όλους όσους ομολόγησαν ο «Μπαφομέτ» αντιμετωπιζόταν με δέος. Ένα δέος που ισοδυναμούσε με ειδωλολατρία. Σε μερικές περιπτώσεις η εξιστόρηση ξεκινούσε από τα δρακοντόσχημα γλυπτά τέρατα που διακοσμούν τις υδρορροές γοτθικών εκκλησιών, παρόμοια με τα οποία βρέθηκαν και σε πολλές σκήτες του τάγματος. Ωστόσο, αρκετές από αυτές τις μαρτυρίες δεν έμειναν μονάχα στον συμβολισμό, μιλώντας για μια φαντασματική εμφάνιση ενός γενειοφόρου κεφαλιού. Μια ερμηνεία του ονόματος «Μπαφομέτ», που μοιάζει να έχει βάση, μας λέει πως τ’ όνομα αυτό είναι παραφθορά της αραβικής λέξης «αμπουφιχαμέτ» που προφέρεται «μπουφιχιμάτ» στα Μαυριτανικά και σημαίνει «πατέρας της κατανόησης» και «πατέρας της σοφίας». Ακόμα η λέξη πατέρας στα αραβικά μπορεί επίσης να υπονοεί την έννοια της «πηγής». Με βάση τα παραπάνω το όνομα «Μπαφομέτ» αναφέρεται σε κάποια υπερφυσική ή θεϊκή αρχή. Ωστόσο, δεν υπάρχει κάποια μαρτυρία που συνδέει τον «Μπαφομέτ» με τον Θεό ή τον Αλλάχ και αυτή η «διάκριση» δημιούργησε μια εύλογη ερώτηση. Ποιος ήταν ο «Μπαφομέτ» αν δεν ήταν ο Θεός ή ο Αλλάχ;

Παράλληλα, υπήρχαν αδιάσειστες ενδείξεις πως οι Ναΐτες είχαν μια κατηγορία κρυφών τελετουργιών που συνδεόταν με μια κεφαλή κάποιου είδους, της οποίας η ύπαρξη αποδείχτηκε ένα από τα κυρίαρχα θέματα σε όλα τα αρχεία της Ιεράς εξέτασης. Υπήρξαν λοιπόν πολλές και διαφορετικές ερμηνείες της κεφαλής. Η πρώτη έκανε σύνδεση με την Αλχημεία. Στην διαδικασία για τη δημιουργία της φιλοσοφικής λίθου υπήρχε μια φάση που λεγόταν “caput mortuum” δηλαδή «νεκρά κεφαλή», το “nigredo” ή «μαύρισμα» που λέγεται ότι συνέβαινε πριν από την καθίζηση της φιλοσοφικής λίθου. Η δεύτερη έκανε μια σύνδεση με το τάγμα των Ναϊτών, λέγοντας πως ήταν το κεφάλι του ιδρυτή της Ούγου ντε Παγιέν. Η Τρίτη έκανε σύνδεση με την ιερά σινδόνη του Τουρίνου, που ήταν στην κατοχή των Ναϊτών, η οποία κατά την δίπλωση έμοιαζε πολύ με κεφάλι. Η δική μας ερμηνεία έρχεται από τις πιο πρόσφατες εικασίες για το ζήτημα. Πρόκειται για την σύνδεση της κεφαλής, με την κάρα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Στην ίδια λογική λέγεται πως το Άγιο δισκοπότηρο ήταν επίσης η κάρα. Σε αυτό το σημείο το εξώφυλλο έχει εξηγηθεί σαν το πρώτο σημείο του συμβολισμού που έχει ο Τράγος.

in lay

Το inlay του βινυλίου περιέχει το κλισέ σχέδιο με την ανάποδη σταύρωση. Ένα σύμβολο που έχει παίξει πολύ στο black και το death metal, από σχήματα όπως οι Irreverent και Incantation. Ωστόσο, έχει και προσωπικούς συμβολισμούς. Επίσης δεν φοβόμαστε καθόλου τα κλισέ του είδους. Ίσα ίσα το επιδιώκουμε, μας αρέσει πολύ και φαίνεται στον τίτλο αλλά και το εξώφυλλο του δίσκου. Υπήρξε μάλιστα πρόταση από την Nuclear War Now, να μπει αυτό το σχέδιο για εξώφυλλο, αλλά θεωρώ ότι αυτό που επιλέχθηκε τελικά ταιριάζει πιο πολύ με τον τίτλο και το πνεύμα του δίσκου. Αυτό είναι το δεύτερο σημείο του συμβολισμού που έχει ο Τράγος.

Gr

Υπάρχει ακόμα κι ένα σχέδιο που δεν μπήκε στο album. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ωστόσο σε κάποια άλλη έκδοση. Είναι ένας ιερωμένος που λιντσάρεται από δαίμονες. Είναι βασισμένο σε πίνακα που είχε δημιουργηθεί στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Σε μια γενική θεώρηση το artwork είναι συνδεδεμένο με τα μέλη των Αίμα, η βασική ιδέα ήταν κάθε σκίτσο να συμβολίζει «κάτι» για κάθε μέλος του συγκροτήματος. Ευτυχές ήταν ότι ο Godlike ikons κατάλαβε πολύ καλά τι θέλαμε και παρουσίασε τα σκίτσα του υπό το πρίσμα του κλασικού Black και Death Metal.

Κεφάλαιο Δεύτερο, Μουσική..

Η ηχογράφηση είχε μια κεντρική ιδέα. Πάντα όταν άκουγα τα παλιά demo (όπως το “Seventh Blasphemy” & “Blood Upon the Altar” και γενικά δισκογραφία εκείνης της εποχής, όπου δεν υπήρχε η διαχωριστική γραμμή μεταξύ Black και Death) είχα την εντύπωση ότι ο drummer δεν κράταγε ρυθμό, αλλά ότι απλά ακολουθούσε την μουσική προσπαθώντας να επιβληθεί στο ρυθμό. Αυτό προφανώς είχε συμβεί λόγω της έλλειψης τεχνικής κα μέσων ηχογράφησης. Προσπάθησα να εξομοιώσω αυτή την αίσθηση, πιάνοντας τον Divine Desecrator (drummer) στον ύπνο. Πριν από την ηχογράφηση δεν είχε ιδέα για τα κομμάτια. Έπειτα του τα έδειχνα λίγο και ξεκινούσαμε να γράφουμε απευθείας, χωρίς μετρονόμο. Αργότερα πρόσθεσα το μπάσο και την άλλη κιθάρα από πάνω, με αποτέλεσμα τίποτα να μην μπορεί να πέσει ακριβώς πάνω στο άλλο, όπως θα γινόταν σε μια συντονισμένη ηχογράφηση. Τα φωνητικά μπήκαν τελευταία και τα τοποθέτησε ο Kerasphoros όπως νόμιζε, προσθέτοντας τα δεύτερα όπου νόμιζε ότι θα δώσουν κάτι περισσότερο στα κομμάτια. Από κραυγές μέχρι τα φιδίσια των Beherit. Η μίξη ήταν σχεδόν ακατόρθωτη μετά από όλο αυτό αλλά ευτυχώς o Σωτήρης (Λάσκαρης) κατάλαβε ακριβώς αυτό που θέλουμε να κάνουμε και έβαλε όση τάξη έπρεπε. Όλα αυτά έγιναν συνειδητά. Στο μέλλον πραγματικά δεν ξέρω τι θα γίνει. Μπορεί να βγει κάτι κλινικά παιγμένο η καμία πρόβα ηχογραφημένη μ’ ένα μικρόφωνο σε υπόγειο. Κανείς δεν ξέρει.

Όσο αφορά τον ήχο ο τράγος είναι demo με διάρκεια album, αυτό ήθελα να φανεί. Στόχος ήταν να είναι σαν τα παλιά demo. Οι δομές να είναι απλές αλλά και δυσνόητες. Τα πιο αργά σημεία σαν την κορύφωση ενός σφυροκοπήματος, σα το τελευταίο χτύπημα με σφυρί. Προσεγγίζει δομικά και Revenge, Conqueror, Black Witchery, οι οποίοι χρησιμοποιούν μια τακτική, ώστε να μην καταλαβαίνεις στην ουσία όταν αλλάζει γρήγορο riff και πως αυτό έγινε. Οι πιο σύγχρονες αναφορές είναι στα παραπάνω. Τα αργά σημεία δεν παραπέμπουν στο Doom/Death αλλά στο βαλτώδες του παλιού Death. Επίσης συνυπάρχει και το Grind όπως αρχικά ορίστηκε από τους Napalm Death του “Scum”. Χύμα και one take.

Κεφάλαιο τρίτο, Στίχοι..

LrksΤο Αίμα έχει πάντα μονολιθικό concept. Έτσι και εδώ οι στίχοι ήθελα να ‘ναι απλοί χωρίς να παραπέμπουν στον «σοφιστικέ» αποκρυφισμό του σημερινού black metal. Προσπάθησα να πιάσω την “αφελή” σατανίλα της πρώτης περιόδου. Οι στίχοι κυμαίνονται σε διάφορα θέματα, από χύμα μέχρι λαογραφικές και θρησκευτικές αναφορές, κυρίως από την αποκάλυψη του Ιωάννη. Tο “Poison communion and real flesh” βασίζεται σε μια λαογραφική ιστορία από τον τόπο καταγωγής μου. Η δοξασία έλεγε πως κάποιος πολύ κακός άνθρωπος που κακοποιούσε την οικογένεια και τους συγχωριανούς του, πήγε μετά τη σαρακοστή να κοινωνήσει. Με την κατάποση, η θεία κοινωνία μετατράπηκε μέσα στο στόμα του σε δηλητήριο με αληθινές σάρκες. Tο “Roar of the animal” αναφέρεται στην γενετική, τη προσπάθεια του ανθρώπου μέσα από την επιστήμη ν’ αναστήσει ένα ζώο το οποίο έχει εξαφανιστεί από την γη και όταν το καταφέρνει δεν μπορεί να δαμάσει τη δύναμή του. Στο παρελθόν έχω κάνει ξανά κομμάτι για την επιστήμη, στο “cryonics for a fallen god” περιγράφω μια ιστορία, όπου οι επιστήμονες προσπαθούν με κρυογονική να διατηρήσουν το σώμα ενός ημίθεου. Ένα από τα θέματα που μου αρέσουν ιδιαίτερα είναι το πώς ο άνθρωπος μέσω της επιστήμης προσπαθεί να επιβληθεί στην φύση και να φτάσει την θέωση, που όλες οι θρησκείες έχουν ως ανώτατο σκοπό ζωής. Στις ιστορίες αυτές, συνήθως χάνει τον δρόμο του, παρακάμπτει τον Θεό και γίνετε “έκπτωτος”. Αυτό που πρέπει να σημειώσω είναι πως οι περισσότεροι από τους στίχους ξαναγράφτηκαν, γιατί στην αρχική τους μορφή είχαν γίνει περίπλοκοι για το concept. Ήθελα να ναι τελείως απλοί, δεν μ’ ενδιαφέρει αν θα φανούν αστείοι η παιδικοί. Καθετί έχει την θέση του και προσωπικά ξέρω γιατί είναι εκεί και αυτό μου φτάνει.

Κεφάλαιο τέταρτο, Ισχυρισμός..

Δεν περιμένω ούτε επιδιώκω ν’ αρέσει σε κάποιον o «Τράγος» αν δεν είναι εξοικειωμένος με αυτόν τον ήχο. Αν κάποιος δεν έχει μυηθεί σε όλο αυτό, ας ακούσει καλύτερα “The Oath of Black Blood” και “Fallen Angel of Doom” και αν πραγματικά τα εκτιμήσει, μετά ας έρθει στο Αίμα. Αλλιώς δεν έχει νόημα, το αντίστροφο δεν πρόκειται να συμβεί. Το είδα και στις κριτικές του album αυτό, δεν βρήκα κάποια που να λέει πως είναι μέτριο. Δεν αρέσει καθόλου ή αρέσει πολύ. Έχει να κάνει καθαρά με την κατανόηση του υλικού και την εξοικείωση. Προσωπικά, αν κάποιος δεν είναι μυημένος θα προτιμούσα να πάει στα προαναφερθέντα album και μετά ας ακούσει τον “Τράγο». Αν δεν κατανοήσει τα basic αυτού του ήχου, δε θα συνεχίσει και απλά θα χαθεί.

Κεφάλαιο πέμπτο, Έμπνευση..

Unholy Archangel “Blessed by Aris”

Unholy ArchangelΕίναι ίσως οι πρώτοι που ασχολήθηκαν συστηματικά με αυτόν τον ήχο στην Ελλάδα. Τελείως χύμα συνθέσεις και βάρβαρα φωνητικά. Είχαν την πρωτοτυπία να πάρουν το war concept αυτού του ιδιώματος και να το μεταφέρουν στην αρχαία Ελλάδα, μιλώντας για μάχες του παρελθόντος και αρχαία ελληνική μυθολογία. Τα κλισέ του είδους τα έχουν διατηρήσει στο ακέραιο και ο frontman Iapetos είναι από τις πιο εμβληματικές φιγούρες της ελληνικής σκηνής. Όλα είναι στην θέση τους, τεράστιες ταβανοπροκες, αντιασφυξιογόνες μάσκες, πολυβόλα και η αίσθηση του Ross Bay μέσα από το αρχαιοελληνικό πρίσμα. Θεωρώ πως η συγκεκριμένη κυκλοφορία είναι η πιο εμβληματική, λόγω της μικρής διάρκειας και της σχεδόν one take προσέγγισης.

Goatvomit “Chapel of the winds of Belial”

GoatvomitΑυτή η κυκλοφορία είναι ίσως η καλύτερη που έχει βγει ποτέ, από τον συγκεκριμένο ήχο, στην ελληνική σκηνή. Γενικά σαν σχήμα έχει τρομερά cult status, που ακόμα και πιονέροι του συγκεκριμένου είδους έχουν προσκυνήσει στη συγκεκριμένη κυκλοφορία. Όταν το ακούς πραγματικά νιώθεις ότι ηχογραφήθηκε Τότε στον Καναδά. Βάρβαρο όσο δεν πάει και η εισαγωγή με τα πλήκτρα πραγματικά σε στοιχειώνει. Το Moyen-ικό εξώφυλλο δεν αφήνει περιθώρια σε κανέναν να μην καταλάβει τι παίζει, ακόμα και αν δεν το έχει ακούσει. Φημολογείται ότι υπάρχει αρκετό ηχογραφημένο υλικό που δεν έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Μπάντα θαμμένη στα υπόγεια. Γαμάτο!

Mockery “False Crucifixion”

Mockery “False Crucifixion”Λένε πως το σχήμα ήταν από Θεσσαλονίκη, έτσι γράφει και το διαδίκτυο, αλλά δεν παίρνω όρκο. Είχαν βγάλει μόνο αυτήν την κασέτα, η οποία έχει απίστευτο υλικό. Ήταν λίγα χρόνια πριν αναβιώσει το συγκεκριμένο είδος, με φοβερές και πολύ σκοτεινές συνθέσεις. Υπάρχει ένα touch από ελληνικό ήχο. Μνεία πρέπει να γίνει και στο τίγκα γραφικό εξώφυλλο, το οποίο θεωρώ ότι πιο ταιριαστό. Φωτογραφίες με γυαλιά και corpsepaint, όπως όλοι ξέρουμε ποιοι. Πολλοί θεωρούν αυτή τη κασέτα σα την καλύτερη κυκλοφορία από την Ελλάδα σε αυτόν τον ήχο. Μπορεί και να είναι έτσι. Πάντως, παρόλο που το σχημα δεν έχει ξαναεμφανιστεί από τότε, δισκογραφικά έχει αφήσει ανεξίτηλο σημάδι με αυτήν την κυκλοφορία.

http://www.nwnprod.com/

 

Were YOU a witness; Lingua Ignota “Caligula”

Αν ο χωροχρόνος ήταν μια παράμετρος που θα μπορούσαμε να αψηφήσουμε (με μεθόδους πέρα από τη φαντασία μας η άλλες διανοητικές ασκήσεις εννοώ), ένα από τα μέρη που θα ήθελα να παραστώ θα ήταν ο καθεδρικός ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Νέα Υόρκη, στις 12 και 13 Οκτωβρίου του 1990 συγκεκριμένα: τότε δηλαδή, που ηχογραφήθηκε το Plague Mass live album της Diamanda Galas. Η ιστορία γύρω από το album είναι λίγο πολύ γνωστή (όπως και η γενικότερη ακτιβιστική δράση της Galas), δηλαδή πως η performance μέσα στο ναό αποτέλεσε προφανώς ένα κατηγορώ απέναντι στην-τότε-αδιαφορία των θρησκευτικών και πολιτικών αρχών απέναντι στην πρόληψη και αντιμετώπιση του AIDS. Το Plague Mass είναι προφανώς μια λειτουργία και η ερμηνεία της μέσα στον καθεδρικό ναό ήταν επί της ουσίας ένας τρόπος να επαναπροσδιορίσεις και να στρέψεις τα μέσα του “εχθρού” εναντίον του: την ακουστική/αρχιτεκτονική υποβλητικότητα του χώρου, τους θρησκευτικούς/μεταφυσικούς/ενοχικούς συνειρμούς που προκαλεί ένα τέτοιο μέρος (είτε είσαι πιστός είτε όχι), το ότι απευθύνεται στο κοινό σε πρώτο πρόσωπο σαν να κηρύττει, την ίδια την εξοντωτική (για το δέκτη) φύση της ερμηνείας της.

(όταν ντύνεσαι όλη τη βρωμιά του κόσμου προκειμένου να τη στρέψεις πίσω στα πλαίσια μιας performance, είναι λογικό να μοιάζεις κάπως έτσι)

Κοντολογίς, το Plague Mass σου ρουφάει την ενέργεια καθώς το ακούς να διαπερνάει το χωροχρόνο και τα ακουστικά/ηχεία και να σε κοιτάζει κατάματα μέσα σου, εκπέμποντας την δίκαιη οργή του, συνεπώς μόνο να φανταστώ μπορώ πόσο έντονη εμπειρία θα ήταν για τους παρευρισκόμενους.

Η Διαμάντω επί το έργο © Ebet Roberts, 1990

Η Lingua IgnotaKristin Hayter, συμβατικά) λοιπόν, περισσότερο χρησιμοποιεί εκφραστικά/αισθητικά εργαλεία παρόμοιας νοοτροπίας και στρατηγικής με την Galas-σε συγκεκριμένο θεματικό πεδίο και άλλο ηχητικό πλαίσιο φυσικά-παρά παίζει με την αντίθεση του ιερού/αγνού με το μολυσμένο/ανίερο από την οπτική του μύστη (όπως συχνότερα αγαπάμε/συνηθίζουμε στην κουλτούρα μας, όσοι από εμάς έχουμε extreme metal αλλά και μάλλον πιο συγκεκριμένα μαυρομεταλλικές καταβολές) κι αυτό είναι κάτι που με τη μια μου χτύπησε όταν άκουσα το αρκετά καλό All Bitches Die τέλη του 2017 και το παρουσίασα στο Underground Kommandoz του Metal Hammer Φεβρουαρίου 2018, με το όνομα της ήδη να συζητούνταν σε underground κύκλους (λίγους μήνες μετά το album θα επανακυκλοφορούσε από την Profound Lore και θα ξεκινούσε μια πιο επίσημη προώθηση). Το ότι αργότερα έμαθα πως η πτυχιακή της εργασία για το Master Καλών Τεχνών της περιλάμβανε μια εννοιολογική ταύτιση μέσω μιας μαθηματικής συσχετιστικής μεθόδου, στίχων αισθητικού μισογυνισμού από extreme μπάντες με δικαστικά έγγραφα/αστυνομικές αναφορές/ηχητικά ντοκουμέντα από της δικές της εμπειρίες ως θύμα κακοποιητικής σχέσης (το οποίο αφορά και τον κύριο στιχουργικό ερέθισμα του μουσικού της project έως τώρα, ως γνωστόν) απλά συμπλήρωσε ιδανικά την παραπάνω αίσθηση και εικόνα, όπως και η δραστηριοποίηση της στον ευρύτερο noise/experimental χώρο φυσικά.

Αυτά όμως ίσχυαν μέχρι τον Ιούλιο του 2019, καθώς το φετινό full-length της ονόματι Caligula, δείχνει το industrial/noise/neoclassical ύφος της να διευρύνεται σημαντικά αλλά και να ολοκληρώνεται ως όραμα, όντας μια δουλειά που δεν είμαι σίγουρος σε τι βαθμό έχουμε ακούσει παρόμοια, ως τελικό απόσταγμα.Μια τρόπο τινά κυριολεκτική ηχητική Lingua Ignota στην ευρύτερη extreme σκηνή;Όχι, αλλά ναι παράλληλα.

Το Caligula δείχνει την Hayter να εισάγει έγχορδα (τσέλο/βιολί) καθώς και φυσικά τύμπανα και κρουστά σε σημεία, να χρησιμοποιεί επιρροές από black metal(σε κάποιες φωνητικές ερμηνείες, χρήση κρουστών αλλά και ενορχηστρώσεις, λόγου χάρη στα Days Of Tears And Mourning και Spite Alone Holds Me Aloft, ή στα “υπο-blasts” του If My Poison Won’t Take You My Dogs Will), sludge (σε κάποια heavy σημεία με τύμπανα και στρώματα θορύβου τα οποία θα φέρουν συνειρμικά και μάλλον αναμενόμενα το αδελφικό σχήμα των The Body, των οποίων ο Lee Buford συμμετέχει εδώ επίσης, μεταξύ άλλων εκλεκτών συντελεστών), εκκλησιαστική μουσική και μεσαιωνικές μελωδίες, να έχει γενικότερα μια πιο ψυχωμένη φωνητική απόδοση σε σχέση με τα δύο προηγούμενα πονήματα της που σε συνδυασμό με το ούτως η άλλως φορτισμένο (και πιο απλωμένο σε ερμηνείες,αναφορές και συμβολισμούς πάντως) στιχουργικό περιεχόμενο οδηγεί έως και σε ανατριχιαστικά αποτελέσματα (αποκορύφωμα ο παντελώς στοιχειωτικός επίλογος I Am The Beast, αν και μπορούν να αναφερθούν οι περισσότερες συνθέσεις) και εν τέλει σε ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα με δική του προσωπικότητα και μια δουλειά που θα χαρακτηρίσει τόσο την-ποιοτικότατη παρεμπιπτόντως-χρονιά που διανύουμε αλλά και τη δεκαετία που φεύγει.

Απομένει να τα διαπιστώσουμε αυτά και δια ζώσης όπου ελπίζω όχι μόνο να του κόψει κάποιου διοργανωτή να κανονίσει ένα event για να τη δούμε ζωντανά σε οποιοδήποτε κλειστό χώρο στην Ελλάδα, αλλά ιδανικά να του κόψει αρκετά ώστε να γίνει στην Αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Παύλου στην Αθήνα (όπου ως γνωστόν πραγματοποιούνται μουσικά events πειραματικής και λιγότερο πειραματικής μουσικής κάθε χρόνο).

Είμαι σίγουρος πως ο συναισθηματικός απόηχος-ή το πνεύμα, αν προτιμάτε-που γέννησε το βίωμα των παρευρισκόντων στο event της Galas το 1990 στη Νέα Υόρκη, θα είναι εκεί.

label

RKRD KLLKTR: Squamata Serpentes Viperidae-Hail Conjurer “Dreams of Serpent”

ΑΒ

Επ’ ευκαιρία της απόκτησης του ντεμπούτου των Hail Conjurer σε βινύλιο, επανέρχομαι σε όσα σημείωσα στο Underground Kommandoz του Metal Hammer τον Σεπτέμβριο του 2018. Αρχικά πρόκειται για το solo project του Harri Kuokkanen (τραγουδιστή των Hooded Menace, drummer των Ride for Revenge, τραγουδιστή και drummer των Horse Latitudes κ.ά). Εδώ θα βρούμε και πάλι όσα μας γοητεύουν στο μέτρο της αισθητικής. Αυτό πρακτικά σημαίνει πολύ λίγα σημεία από τα οποία μπορούμε να πιαστούμε για να εισέλθουμε στο θεματικό μέρος του album (ακόμα και του Project). Η γοητεία της δυσκολίας δεν είναι δέλεαρ μελέτης για όλους. Μπορεί να λειτουργήσει όμως θετικά σε όσους βλέπουν πίνακες ζωγραφικής ή διάβαζαν comics. Δηλαδή, σ’ αυτούς που έχουν εκπαιδεύσει/εξασκήσει την άφεση του μυαλού σε μια εικόνα, το χάζεμα που αυτή προσφέρει και την φαντασία που τελικά γεννά. Παράλληλα, το μέτρο αισθητικής δεν σημαίνει πως αυτό που βλέπεις πρέπει να σου αρέσει επειδή είναι minimal. Τις περισσότερες φορές το εικαστικό μέρος ενός album έχει έναν δρόμο που δεν ακολουθείς (γιατί πολύ απλά εκτίθεσαι στα σύμβολα ενός άλλου). Μπορείς όμως ν’ αφεθείς στο αίνιγμα που σου προσφέρει και σε όσα σημεία έχουν συμβολισμούς που μιλούν στο δικό σου υποσυνείδητο. Η αισθητική ενός album γεννά συνειρμούς με τις παραστάσεις που κατέχει ο ακροατής. Κατά συνέπεια μπορεί να ειπωθεί πως έκθεση στη τέχνη είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από την αισθητική του καλλιτέχνη και τη γνώση του ακροατή/θεατή. Οπότε και βίωμα της τέχνης μπορεί να οριστεί ένα νέο επίπεδο αντίληψης που προκύπτει από την αναβάθμιση συμβόλων που κατέχουμε ή τη γέννηση νέων.

Στην πρώτη πλευρά του Lp, που φέρει τίτλο ως άλλοτε (Fullmoon Side) η πορεία ξενικά από το ξέφωτο (Lichtung) με τις μαγεμένες μελωδίες που μεγαλώνουν στα μάτια μας από το ακιδωτό τσίμπημα της οργανικής υποστήριξης. Στη μέθοδο της ιεροσυλίας (Sacrilege) θα βρούμε σπερματικά τη λογική της τακτικής. Δίπλα στο πενιχρό φτιασίδωμα αναδεικνύει την προσπάθεια μέσω πλήκτρων ή εφέ κιθάρας (ή και τα δυο), που όσο μεγιστοποιούν την μελωδία άλλο τόσο ψεκάζουν καπνό μυστηρίου. Αργό, διηγηματικό τέμπο στο Mysterium Tremendum, με τη ατμόσφαιρα να πιάνει ρότα σιγοκαίγοντας τη ροή του album μέχρι το φινάλε. Τα σαθρά θεμέλια είναι η βάση πάνω στην οποία χτίζει μεθοδικά μελωδίες μέσα στην ηχητική σκουριά, κάνοντας σύνθεση με αντίθεση. Ανάλγητη ευφορία εκ της απόγνωσης στο χαλασμένο τοπίο.

16-21

Στη δεύτερη πλευρά του Lp (Salvation Side) θα μυηθούμε στο ηχητικό χάρβαλο του Witch’s Throat. Εδώ πιάνει δυναμικά το τροπάριο της Φιλανδικής τραχύτητας. Εντούτοις, ακόμα και στα πιο αργά σημεία χρησιμοποιεί αυτό που αποκαλώ οργανικό ambient (δίχως τη βοήθεια κονσόλας) κάνοντας δόκιμη φασαρία με πιατίνια και μικροφωνισμούς που κρατούν σθεναρά την ωμή ανάπτυξη. Αντί-τεχνική δράση για να μπορέσει ν’ αφεθεί στο μετέωρο και το ανερμάτιστο προκαλώντας ζάλη και τελικά μέθη. Στο κεφάλι του φιδιού (Käärmeen pää) θα γυρίσει και πάλι στη μελωδία με κίνηση που έρπει βγάζοντας θετική αύρα. Τα τύμπανα σε μορφή εφέ δημιουργούν εκείνους τους τριγμούς που δεν αφήνουν την ηρεμία να επέλθει, γιατί ο ερπετοειδής κίνδυνος άξαφνα εφορμά. Στο χωρίο (Revelation 16:21) όπου ο Άνθρωπος βωμολοχεί προς τον Θεό, πιστώνοντας τ’ ακραία καιρικά φαινόμενα στο θεολογικό Αίτιο, αφιερώνει το τελευταίο του κεφάλαιο. Εδώ η ταχύτητα δεσπόζει με δηλητηριώδη riff και αγριεμένα φωνητικά που θ’ αγγίξουν τ’ αλύτρωτα καθαρά, ώστε να φτάσει τη διήγηση στο κρεσέντο και να βγάλει εσώψυχα.

Επιμύθιο: Σ’ εποχές που οι περισσότεροι τρώνε τα σκύβαλα του black metal, ο Φιλανδός σμιλεύει στο μπρούτζινο λεβέτι την ατμοσφαιρική μαγεία του παρελθόντος με την ψυχολογία ερείπιο του παρόντος και τελικά παράγει σοβαρό Black metal. Αν και παράδοξο, το “Dreams of Serpent” μοιάζει σα να διασκευάζει ολόκληρο το “Hailstorm” των Barathrum o Arioch των Funeral Mist.

BarathrumHailstorm

HSTRMΧαμένο στη λήθη του χρόνου. Πρόκειται για το δεύτερο σχήμα (το πρώτο ήταν οι Necromantia) στην ιστορία του Black Metal με διπλό μπάσο. Αμφιλεγόμενο τότε, βοήθησε (υποθέτω) με τον εκκεντρικό ήχο του, σχήματα όπως οι Slagmaur αρκετά χρόνια αργότερα. Οι Φιλανδοί μοιάζει να ηχογράφησαν στις αποχετεύσεις της επαρχίας του Kuopio. Ένα mid ως και slow tempo βαλτώδες έλος γεμάτο αναθυμιάσεις μεθανίου για όλες τις μύτες. Το παράδοξο ήταν πως ενώ μοιάζει να παίζουν με χαλασμένα όργανα μέσα στη καρβουνόσκονη, έχουν στιγμές που φέρνουν σε τραγούδι και ίσως θυμάσαι αργότερα (In Darkness I Fly, Battlecry). Η παραγωγή/μίξη ήταν το μυστικό που οδήγησε κάποιους να τους βαφτίσουν ως και Black/Doom. Φανταστείτε σπηλιά και τον ηχολήπτη να έχει στήσει στη πρώτη πλατεία. Δίπλα του τύμπανα και δυο μπάσα πίσω από σταλαγμίτες. Αν το κάνατε εικόνα, βάλτε με το νου σας μικρή σήραγγα που οδηγεί σε δεύτερη πλατεία. Κάπου εκεί παίζουν riff, κιθάρες που σύρθηκαν μέχρι εδώ στην υγρή λάσπη. Τον Demonos Sova τον έχω φανταστεί να τραγουδά από πάνω, κρεμασμένος σα νυχτερίδα. Δεν είναι χωρατό, γιατί ο ρόλος του είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Μπορεί να έχει χρησιμοποιήσει τόνους εφέ αλλά είναι φανερό πως δούλεψε περισσότερο απ’ όλους, για να γεμίσει το album σπιθαμή προς σπιθαμή. Αν υπάρχει έμπνευση στα φωνητικά που τον έβγαλε σε αυτές τις όχθες, αυτή δεν είναι άλλη από τον απόγονο των Απάτσι It των Abruptum. Σε κομμάτια σαν το “Slavery and Delusion” μας κάνουν να χαμογελάμε για την εξαιρετική χρήση των διηγηματικών φωνητικών του Magus (Necromantia). Και μιας που ανέφερα τ’ όνομα αυτό ξανά, όταν μιλάμε για δυο μπασοραφές δίπλα τους πάει μονάχα τ’ όνομα Baron Blood (δεν το είχα σκεφτεί, αλλά γράφοντάς το εδώ, λέω πως τα δυο «B» δήλωναν πάντοτε τα δυο μπάσα). Το “Hailstorm” είναι ένα ιδιόρρυθμο κράμα με «τρομερά διασκεδαστικό» αποτέλεσμα και το σπουδαιότερο, με τα ελάχιστα των ελαχίστων ως υλικά. Δυστυχώς όμως το γήπεδο δεν είπε ούτε μια φορά τ’ όνομά του. Αλλά γι’ αυτό, ΦΤΑΙΝΕ μονάχα οι ίδιοι.

Μπινελίκι απ’ τα Βάραθρα: Είναι κρίμα να κάνεις demo period στην αυγή της ιστορίας, τέτοιο μπάσιμο, εξαιρετικό δεύτερο album (“Eerie”), αξιόλογο τρίτο (“Infernal”) και μετά να εγκαταλείπεις την ιδιαιτερότητά σου για μια εμπορική χλέπα. Το “Legions of Perkele” για όσους Νιώθουν, είναι μια παρωδία· heavy riffάκια, καθαρή παραγωγή και τελικά πλέμπα-metal album με ρεφρέν που στην καλύτερη το λες Extreme για powerάδες. Η πορεία τους από εκεί και πέρα καλύτερα να μείνει ασχολίαστη. Ωστόσο, κρατάμε σφιχτά τη πρώιμή ιστορία, για τις ενδιαφέρουσες ιδέες στον ήχο και για την cult αισθητική της.

τζιβάνεςModus Vivendi: Είμαστε σ’ εποχές που οι μουσικοί δεν μας αφήνουν σε ησυχία. Χτυπούν αδιάληπτα με νέο υλικό, που λογικό είναι, να μην έχει πάντα την ίδια έμπνευση. Αυτό μάλλον συμβαίνει και στο 8άρι “Decadance” του Hail Conjurer, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο που μας πέρασε. Στην «προακρόαση» (θεϊκή διαδικασία, στην οποία πάντα ήθελα να συμμετέχω) είδα τη παραγωγή ν’ αλλάζει φαλκιδεύοντας τη ατμόσφαιρα του ντεμπούτου. Οι κιθάρες έχουν μοντέρνο ήχο και τα riff σχετικό ενδιαφέρον. Τα φωνητικά δεν λαμβάνουν ρόλους εκφραστικά και το ρυθμικό εξυπηρετεί πεπατημένες δίχως δελεαστικές δυσμορφίες. Τέλος, η αισθητική χάνει πλέον το μέτρο για το οποίο σας μίλησα, για να κάνει παρέα σε καμώματα των 10’s, τέτοια που μοιάζει να ξέχασαν τ’ άγια δισκοπότηρα του Black/Death και κοινώνησαν από stoner τζιβάνες. Κανονικά θα έπρεπε να τελειώσω το κείμενο λέγοντας: Καλώς ήρθες Hail Conjurer, στο καλό Hail Conjurer. Αλλά μ’ εντυπωσίασε το νέο κομμάτι (Apocalyptic) από το δεύτερο full-album “Erotic Hell” που είναι στα σκαριά και θα κυκλοφορήσει πριν το τέλος του μήνα. Μιλάμε για έναν Doom/Death παιάνα που θα μας γυρίσει πίσω σε ηρωικές στιγμές όπως οι Thergothon (Φιλανδοί και αυτοί, πατέρες του Funeral-Doom τους λένε σήμερα. Ταμπέλα που τους πίστωσαν στα 00’s γιατί το Doom/Death ήταν ντεμοντέ. ΣΤΟ ΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ). Θαυμάσιες μελωδίες στα πλήκτρα κι ερεβώδη αργόσυρτα φωνητικά που θα μας γεμίσουν ενέργεια μέχρι να ξεσπάσει με αλύπητο black metal, για να κοιμηθούμε ήσυχα περιμένοντας την συνέχεια του Φιλανδού με τις εξαιρετικές ιδέες.

http://www.bestialburst.com/