ΚΟΝΞ ΟΜ ΠΑΞ

To συνοδευτικό σκίτσο, απεικονίζει καθιστό Αυτό που ο Slow Death κάποτε απεικόνισε όρθιο.

ΓΣ ΒΛΝΤΝΣ: Βιάζω την ιέρεια σε μια νύχτα παγανιστική (Rita Mosss FTW)

Πριν τρία χρόνια, την 14η Φεβρουαρίου 201777, η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου άλλαξε για πάντα με την κυκλοφορία του “Period Sex before Vomit” των Rita Mosss.

Όχι λόγω του τίτλου.

Όχι λόγω του εξωφύλλου.

Όχι λόγω των 12 νέων συνθέσεων στο ίδιο πειραματικό noise (rock) για το οποίο είναι γνωστοί και μισητοί  στους σχετικούς underground κύκλους.

Αλλά λόγω αυτής της διασκευής με την οποία κλείνει ο δίσκος:

Η δική μου προσφορά αγάπης για εσάς λόγω της ημέρας είναι ότι πληκτρολόγησα τους στίχους:

Περνοδιαβαίνοτας μέσα στην καταιγίδα
Οδηγούμενος από δαιμόνια
Περιπατητής ανάμεσα στον κόσμο θεών και ανθρώπων
Χωρίς σκιά, χωρίς φως
Βιάζω την ιέρεια σε μια νύχτα παγανιστική

Δοκιμάζω το φιδο-δηλητήριο από τα χείλη της αγαπημένης μου
Δώρο, μου φέρνει την μαγεία
ΦΟΡΑΩ ΓΑΝΤΑΚΙΑ ΑΠΟ ΓΑΤΑΚΙΑ

Μήλα νεότητας σφυρηλατημένα στην κακία
Κρεμασμένα σε ένα δέντρο να σαπίζουν στον ήλιο
Αναγεννημένος στη μέση του τελικού οργίου

Αναγεννημένος στη μέση του τελικού οργίου
Ένα δώρο δουλείας στον ΤΣΟΟΥΖΕΝ ΟΥΑΝ
Αυτοκτονία αυτοκτονία δε μ’αναγνωρίζεις
Κάλεσε τον μάστερ
ΚΑΛΕΣΕ ΤΟΝ ΜΑΣΤΕΡ!
ΚΑΛΕΣΕ ΤΟΝ ΜΑΣΤΕΡ!
Θα φέρει την ανάσταση μας μέσα στο σκότος
Είναι νικητής, είναι νικητής
Είναι νικητής, είναι ο ΤΣΟΟΥΖΕΝ ΟΥΑΝ

Χωρίς σκιά, χωρίς φως, βιάζω την ιέρεια σε μία νύχτα παγανιστική.
Δοκιμάζω το φιδο-δηλητήριο από τα χείλη της αγαπημένης μου
Δώρο, μου φέρνει την μαγεία
ΦΟΡΑΩ ΓΑΝΤΑΚΙΑ ΑΠΟ ΓΑΤΑΚΙΑ
ΤΣΟΟΥΖΕΝ ΟΥΑΝ

Καπνοί από την θυσία μου
Εκδρομή στο νησί του ευλογημένου
Η ψυχή μου αφιερωμένη στη δόξα σου
Τη νύχτα είμαι καλεσμένος σου, μόνο εγώ ξέρω

Καπνοί από την θυσία μου
Εκδρομή στο νησί του ευλογημένου
Η ψυχή μου αφιερωμένη στη δόξα σου
Μόνο εγώ ξέρω
Κάθε αυγή πεθαίνω!

Σε άλλα νέα της ημέρας, κυκλοφόρησαν νέο δίσκο οι Πλέηζ Όβ Περντήσιο. Γατάκια…

Merging With Seven Swords, Unto Her: Hagetisse "The Seven Sorrows of the Virgin"


Κατά βάθος μισώ τύπους σαν τον Mories, τον Jute Gyte, τον (00’s) Vinterriket και λοιπούς μουσικούς που μας βομβαρδίζουν με albums με παρόμοια ανελέητους ρυθμούς: αυτή η υπερπαραγωγικότητα την οποία νιώθουν την ανάγκη να μετασχηματίζουν συνέχεια προς τα έξω ως τελικά προϊόντα, καταλήγοντας σε κυκλοφορίες κάθε χρόνο (και πολύ συχνά πάνω από μια φορά το χρόνο), σύνηθες γνώρισμα των one-man projects του μαυρομεταλλικού σύμπαντος (αν και όχι μόνο), είναι πιθανότερο (συνδυαστικά και με τη γενικά μεγάλη παραγωγή του είδους, που έχει σχολιαστεί αρκετές φορές σε αυτό το blog) να με οδηγήσει προσωπικά σε κορεσμό ή σε διαλείμματα από την συνεχή παρακολούθηση τους, παρά να τσεκάρω on time ότι κυκλοφορούν.

“Βγήκα από το home studio με το στανιό, μόνο για τη φωτογραφία”

H πεζή/πραγματιστική πτυχή μου σκέφτεται πως αφού ούτως η άλλως βρίσκονται σε δημιουργικό οργασμό, δεδομένου του ότι τα περισσότερα από αυτά τα projects υλοποιούνται βασικά σε home studios (άρα χαμηλό κόστος παραγωγής) και πλην της ψηφιακής τους διάθεσης κόβονται σε περιορισμένα (και συχνά αναλόγως τις προπαραγγελίες) αντίτυπα διάφορων φυσικών formats, είναι ένας τρόπος να είναι πλεονασματικοί, να βάζουν και λίγα χρήματα στην τσέπη από ότι κάνουν. Ωστόσο, ακόμη και αν αυτό αποτελεί ένα λόγο αυτής της στάσης, παραμένει μια νοοτροπία τόσο απαιτητική για τον (δύσμοιρο) fan που καταντά τελικά συμβατή με το είδος (με την έννοια πως το black metal όπως και γενικά τα extreme underground ιδιώματα, απαιτούσαν εξαρχής από τον ακροατή να έρθει κοντά στον καλλιτέχνη παρά το αντίθετο, λόγω των “δύσκολων” ήχων και θεματικών στους μη εξοικειωμένους και ως εκ τούτου απέκτησαν έναν έντονο “μυητικό” χαρακτήρα που στη συνέχεια καλλιέργησαν και σε επίπεδο αισθητικής πέρα από το ηχητικό επίπεδο, αλλά αυτό είναι ένα θέμα που σίγουρα θα επεκταθούμε στο μέλλον περισσότερο).

Ο Maurice De Jong (ή Mories όπως τον προαναφέραμε) λοιπόν, γνωστότερος από το black/sludge/noise/doom project του ονόματι Gnaw Their Tongues, από το 2017 δισκογραφεί (μεταξύ πάρα πολλών άλλων, άλλων λιγότερο και άλλων περισσότερο ενδιαφέροντων-τσεκάρετε πάντως ιδιαίτερα “τους” Νεκρομαντικώς ονομαζόμενους De Magia Veterum και ειδικά το “Verus Diuinus Magus” compilation album του 2008, αν δεν το έχετε ήδη κάνει) με το προσωνύμιο Hagetisse, δηλώνοντας στα 3 πρώτα albums του (όλα το 2017, μην ξεχνιόμαστε) την αγάπη του για το raw black metal όπως εκφράστηκε το 1997 από τους Ulver στο μνημειώδες “Nattens Madrigal”, πριν αποφασίσει πέρσι με το “De Reis Van Vernielde Zielen” album να δώσει στα riffs του έναν πιο ανατατικό/ανυψωτικό και μελωδικό χαρακτήρα που δείχνει να κλείνει το μάτι έως και στις φωτεινότερες τάσεις του ιδιώματος (λέγε με blackgaze).

Φέτος με το “The Seven Sorrows of the Virgin” (με προφανή την αναφορά του τίτλου) δείχνει να θέλει να παρουσιάσει ένα λιγότερο τραχύ ηχητικά χαρακτήρα, με riffs και ατμόσφαιρες που προσωπικά μου έφεραν στο μυαλό τόσο τους αγαπημένους μου Lurker of Chalice (εδώ να τονίσουμε πως ήδη κυκλοφορεί αυτό εκεί έξω) όσο και τους ύστερους Leviathan (αφουγκραστείτε λόγου χάρη την “υγρή” παραγωγή και προσέξτε τα “μπουκωμένα” φωνητικά του Mories), ιδιαίτερα από τη μέση του album και μετά, με αποκορύφωμα μάλλον το κλείσιμο του album ονόματι “Schurftkorsten op de bebloede kelder kaarsen”, ενώ τα διάφορα ηχητικά καρυκεύματα (οι “φαντασματικές” φωνές της πρώτης σύνθεσης και τα old school πλήκτρα, όπου εμφανίζονται στο album) καταλήγουν να είναι είναι πιο πολύ συμπληρωματικά παρά εκφυλιστικά στην παραπάνω διαπίστωση.

Το τελικό απόσταγμα των ακροάσεων είναι πως, για πολλοστή φορά, ο Ολλανδός είναι καλός, κάτι που με κάνει να επιστρέφω στην πρώτη παράγραφο της παρουσίασης που διαβάζετε και κατ επέκταση να σκέφτομαι όλο και περισσότερο τι θα γινόταν αν αποφάσιζε να αφιερώσει πχ ένα χρόνο από τη ζωή του, στη σύνθεση ΕΝΟΣ και μόνο album. Μέχρι αυτή η υποθετική σκέψη να πραγματοποιηθεί, εσείς μπορείτε να αφιερώσετε χρόνο σε μια από τις πρώτες καλές κυκλοφορίες του νέου έτους για το black metal.

Κι αν το κείμενο αυτή τη φορά βγήκε λίγο μικρότερο και συνοπτικό από ότι σας είχα συνηθίσει τελευταία, δεν τρέχει τίποτα: όπως επεσήμανε και ο σύντροφος Plunderer όταν συζητήσαμε για το album, εδώ ο ίδιος ο Mories δεν ασχολείται τόσο ενδελεχώς με την κάθε του κυκλοφορία, εμείς θα το κάνουμε;

Σας έγραψα (κι άλλη) μια κασέτα

Το κουβεντιάζω τόσο συχνά με φίλους που κινδυνεύω να γίνω κουραστικός (γραφικός, είμαι ήδη).
Αν ακούσεις στις 33 στροφές τα 45ρια των My Dying Bride (“God is Alone”, “Symphonaire”, “The Thrash of Naked Limbs”, το flexi 7″ του ’93 και το “I Am the Bloody Earth”), βιώνεις Άλλους Κόσμους.

Με φόρα απ’την προηγούμενη κασέτα μας λοιπόν, μάζεψα όσα κομμάτια είχα λατρέψει από τα 45ρια τους, παιγμένα στις 33 στροφές.
Σε αυτά, πρόσθεσα μερικά από τα 33ρια που πιστεύω πως ξεχειλώνουν Πραγματικότητες αν ακουστούν ακκκόμμμη πππιο αρργγάααα.
Σας τα παραδίδω λοιπόν, σ’ενα φάκελο του οποίου η διάρκεια χωρά μάλλον μόνο στην elusive 120άρα κασέτα.

Μη γελάτε, κάποτε υπήρξαν και 120ρες κασέτες.


Εξώφυλλο
Εσώφυλλο|Τράκλιστ

Θα παρατηρήσετε πως λείπουν κομμάτια από το “God is Alone” και το flexi του ’93.

Δε συνέβη επειδή δε τα λατρεύω.
Σας τα φυλάω για την επόμενη κασέτα.

Bare your breasts to (very) slow kisses…

Γενεές Δεκατέσσερις: MISÞYRMING “Algleymi”

noevdiaΚάποτε μόνο και μόνο το Logo της Norma Evangelium Diaboli προκαλούσε τρόμο και δέος. Σεβασμό για το περιεχόμενο, ανεξάρτητα από το project που το φιλοξενούσε. Αυτό το συναίσθημα κράτησε χρόνια. Θόλωσε και άρχισε να σβήνει, όταν ο «αγαπητός», κυκλοφόρησε τη ψαγμενιά “Occult Rock” του trio Aluk Todolo. Δεν είναι μεμπτό ν’ ακούς άλλες μουσικές αλλά μη προσπαθείς να πουλήσεις φούμαρα σε (προ)φανατικούς. Κάποτε μας είπες πως έδιωξες Sinn & Yohann, γιατί πρόδωσαν & ταπείνωσαν τους Hirilorn, με τη συμμετοχή τους σε hardcore project. Είκοσι χρόνια μετά σου πέρασε, είναι για σένα cool να κυκλοφορείς experimental/Psychedelic-Krautrock Rock από ΑΥΤΟ το label;

Αν σε καλούσα σε απολογία για ιδεολογική παλινδρόμηση, φαντάζομαι θ’ απαντούσες κάπως έτσι: «Ο καλλιτέχνης πρέπει να στέκεται πέρα από την αρτηριοσκληρωτική σταθερότητα που κάποτε τον συνέφερε να πρεσβεύει, λόγω καλλιτεχνικού στόχου ή για να δημιουργήσει εκτόπισμα προσωπικότητας αφού δεν είχε το απαραίτητο ταλέντο. Το Modus operandi του ανθρώπου εμπεριέχει μονάχα τη θρησκευτική και ιδεολογική γκάμα που ενδεχόμενος φέρει. Υπάρχει, όμως, κάτι ανώτερο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “Aesthetic operandi”. Συνήθως δίνει εντολές εν κρυπτώ και παραβύστω, λειτουργεί ως επιβλέπων φάρος και θα πάρει τα ινία όταν χαθεί το momentum στις ιδέες και τη πίστη. Είναι τόσο επιβλητική η παρουσία του, που έχει τη δυναμική να μοντάρει τις προτιμήσεις μας στο γνώμονα της αισθητικής που επιτάσσει κάθε εποχή».  

Ανεξάρτητα από το ποια θα ήταν στην πραγματικότητα η απάντησή του, η σχέση μας με την αισθητική αναδίπλωση είναι συγκεκριμένη. Η ώρα που η αναδίπλωση ξεκινά ισοδυναμεί με την ημερομηνία λήξης της συγκίνησης που μας προσφέρει η αισθητική. Από την άλλη πλευρά έχουμε φάει αρκετά ληγμένα, όποτε δε θα κολλήσουμε στη καλλιτεχνική κατανάλωση, ειδικά αν έχει σοβαρό ενδιαφέρον για την εξέλιξή της τέχνης που μας ενδιαφέρει. Αργότερα, αυτό το κείμενο θα ισχυριστεί πως το “Algleymi” (που αγοράστηκε, δικαιολογημένα δίχως προακρόαση) ανήκει στα album αυτής της κατηγορίας.

Íslensk saga

Flames of HellΤο ταξίδι μας μέχρι την Ισλανδία είναι μακρινό, οπότε έχουμε αρκετό χρόνο για μια καλή ιστορική αναδρομή. Πρώτη στάση οι Flames of Hell και το ντεμπούτο τους “Fire And Steel”, που κυκλοφόρησε το 1987 (!). Σχήμα φάντασμα (όσο και iconic) για τους ντόπιους. Όσα έγιναν γνωστά για τα 3 αδέλφια Nicolaison (γνωστοί και φίλοι τους έλεγαν Nicolai), που ήταν πίσω από το project, ήρθαν από το στόμα του παλιού drummer των Potentiam G.Ó. Pálmason (μακρινός ανιψιός τους, η γιαγιά του ήταν αδελφή της μάνας τους). Η ηχογράφηση του μοναδικού album έγινε κρυφά στο studio της Χριστιανικής Αδελφότητας Νέων (YMCA) του Reykjavík. Μάλιστα, όταν ο Steinþór ηχογραφούσε τα φωνητικά, ο Leader της YMCA διαπίστωσε με φρίκη τι ακριβώς συνέβαινε. Το αστείο είναι πως τους άφησε να ολοκληρώσουν τις ηχογραφήσεις (Σκανδιναβική νοοτροπία) κι έπειτα άλλαξε τον χώρο του studio (επειδή το μαγάρισαν) και τους είπε να μην ξαναπατήσουν. Ωστόσο, ειδικά τα φωνητικά είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο του album. Με βάση τις ως τότε επιρροές, εδώ έχουμε ολίγη από King Diamond, Franta Storm και Attila Csihar. Η φωνή του μπορεί να χαρακτηριστεί ως βαρύτονη ψευδο-οπερατική που ξανοίγει σε κραυγές με αλλοπρόσαλλο αποτέλεσμα. Οι δυο Nicolai έπαιζαν στο ντεμπούτο ενώ ο τρίτος, που ζούσε από νωρίς στη Γαλλία, επιμελήθηκε το εξώφυλλο και την κυκλοφορία του Lp (μέσω του εκδοτικού οίκου Draconian Books and Publishing έκανε το label Draconian Records). Μουσικά, έπαιξαν ένα περίεργο κράμα, σα Venom δίχως γκάζια, ενώ στο κομμάτι της αισθητικής αγγίζουν τους Bathory, έχοντας ένα πολύ σκοτεινό concept για την εποχή (Ας μην ξεχνάμε πως το πρώτο Black Metal album ιστορικά είναι το “Under the Sign of the Black Mark”, που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά).

Στα 1990 είχαμε τη obscure κασέτα των Christblood “Massacre in Heaven”, που είναι εδώ μονάχα ως αναφορά για το πέρασμα του πρώιμου Black/Death από την Ισλανδία (λόγω του άθλιου ήχου δεν προτείνω να τη ψάξετε). Στη Death Metal σκηνή, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο ντεμπούτο των Sororicide “The Entity” (1991), το οποίο κουβαλά μια σιδερένια μπάλα στην ανάπτυξη, ικανή φέρει στο μυαλό τους τιτάνες της αργοπορίας Delirium με το κορυφαίο “Zzooouhh” (1990). Η ατμόσφαιρα των Sororicide φωτίζει ιδανικά τη σαπίλα τους μέχρι και σήμερα.

Fire & IceΗ Black Metal εποχή σηματοδοτήθηκε από το “Fire & Ice-An Icelandic Metal Compilation” του 1997, όπου θα βρείτε τα περισσότερα ενεργά σχήματα των 90’s σε διάφορα στιλ και ποιότητες. Ξεχωρίζουν, οι Solstafir  του Til Valhallar (όπως κι αν είναι η σωστή προφορά, εγώ θα το λέω Χαλχαλάρ) τις καλές εποχές που αντέγραφαν ασάλιωτα Burzum, πριν αρχίσουν τα flirt με το hardcore στα φωνητικά ή τα κουραφέξαλα που βάζουν σήμερα (υβρίδια μαζικής κατανάλωσης για όσους θεωρούν τα «πλυντήρια» Prog νοοτροπία). Στα υπόλοιπα έστω και αναφορικά Mind as Mine, Ámsvartnir, Fields of the Filthy. Από εκεί και πέρα στα 00’s υπάρχουν πολλές μεμονωμένες περιπτώσεις όπως το “Bálsýn” (με το καταπληκτικό “Álfablóð” σε άλλο φόντο) των Potentiam (thanx Τόλη) και οι grinders Forgarður Helvítis με τους ποιητικούς στίχους στο “Gerningaveður” (thanx Πάνο).

Τέλος, αν θέλουμε να βάλουμε αφετηρία στην σύγχρονη ιστορία του Ισλανδικού black metal, θα πρέπει να πιάσουμε την demo period των Svartidauði και το κορυφαίο “Flesh Cathedral” (2012). Παράλληλα, όσα έκανε ο H.V Lyngdal με τους Wormlust, που συνοψίζονται στο compilation “The Wormlust Collective” (2012), δίχως βέβαια και να ξεχνάμε και το ντεμπούτο του “The Feral Wisdom” την επόμενη χρονιά. (τα δυο αυτά σχήματα έκαναν το πρώτο τους demo το 2006, οπότε είναι κομβικά για τις μετέπειτα εξελίξεις). Το 2012 είχαμε και το demo των Chao “Spiritus Sankti”, που λίγο αργότερα άλλαξαν όνομα σε Sinmara για να επιτεθούν με το “Aphotic Womb” το 2014.

Söngvar elds og óreiðu

 

SongvarΣτα late 00’s-early 10’s κάθε πικραμένος που κατάφερνε να πιάσει τάστα και χορδές όπως οι Ulcerate, πίστευε ότι κοντεύει το απαύγασμα των 00’s, δηλαδή τους αρπισμούς μέσα στον κυκεώνα άρα το έργο του Christian Bouche από το 2004 μέχρι και σήμερα. Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2015, την χρονιά που οι τυχάρπαστοι Πολωνοί Outre σκύλευσαν τ’ απομεινάρια της θείας κοινωνίας, με όνομα παρμένο από album των Portal και μουσική ξεπατικωτούρα Deathspell Omega. Την ίδια χρονική στιγμή οι Misþyrming ήταν μέσα στο ιερό κι έκοβαν τ’ αντίδωρα του παπαHasjarl. Στο “Ghost Chants” θα δεις τι σημαίνει στυγνή αντιγραφή στο έργο κάποιου, αντίθετα στο ντεμπούτο των Misþyrming θα δεις τι σημαίνει έμπνευση από το έργο κάποιου.

Αρχικά, ομολογώ πως μ’ ενοχλεί αφάνταστα το hype και οι Ισλανδοί το είχαν αυτό από τη πρώτη μέρα. Το σούσουρο οφείλεται σ’ ένα βαθμό στ’ όνομα της Terratur Possessions, γιατί πέραν του ότι έχει καλό όνομα σα label δεν κόβει άμεσα επανεκδόσεις, οπότε δυναμιτίζει τους ενδιαφερόμενους για άμεση αγορά (επειδή αργότερα θα πάει ο κούκος αηδόνι). Όπως είχα σημειώσει στο Underground Kommandoz του Metal Hammer τον Σεπτέμβριο του 2015, το δυναμικό και βαρύ ηχητικό πλαίσιο ήταν η ενδεδειγμένη βάση για να βγουν και να ψαρώσουν το ποίμνιο. Εδώ θα βρούμε την εικαστική λογική και τα φωνητικά των Muknal της Crepúsculo Negro (2012 demo). Στο εσωτερικό τα πυρακτωμένα riff έχουν ευθύβολη ροή και δε σταματούν να ηλεκτρίζουν ούτε στα breaks, ενώ ηχητικά είναι κοντά στις θέσεις των Svartidauði οπότε και το πνευματικό έργο των Deathspell Omega (“…af þjáningu og þrá”, “Ég byggði dyr í eyðimörkinni”). Παράλληλα, στον ήχο της κιθάρας υπάρχουν και άλλες διαστάσεις (στο “Er haustið ber að garði” το riff μπορεί και μιλάει) που προσφέρουν διαβάθμιση στο υλικό. Αν δεν έχετε ακόμα ακούσει το album, είστε ένα βήμα μακριά από το εναρκτήριο “Söngur heiftar” που κουβαλά την ισορροπία της συνέχειας. Αργότερα, θαυμάστε το a la Mortiis/Fata Morgana finale του “Endalokasálmar” και εν κατακλείδι, νιώστε την αγαστή συνεργασία των εμπνεύσεων στο εξαιρετικό “Söngur uppljómunar”.

Εδώ έχουμε έναν νέο μουσικό που απασχόλησε και θα συνεχίσει ν’ απασχολεί το ποίμνιο και στο μέλλον. Ο D.G κατά κόσμο Dagur Gíslason γεννήθηκε το 1993, έγραψε μόνος του το ντεμπούτο ενώ είναι βασικό πρόσωπο πίσω από Naðra, Skáphe, Martröð,〇. Το σπουδαιότερο όλων όμως είναι πως διαμόρφωσε τον black metal ήχο του Ισλανδικού κύματος των 10’s, όντας πίσω από τις περισσότερες δουλειές ως παραγωγός. Συνάμα, τρέχει και το δικό του Label (Vánagandr) αποκλειστικά με Ισλανδικό black metal σε κασέτες! (προοικονομία: ο δρόμος για το overground χτίζεται με καλές προθέσεις).

Αυτό που έκανε στο “Söngvar elds og óreiðu” δεν είναι απλό, αν και στις πρώτες ακροάσεις δε μπορείς να δεις το βάθος του. Η μεθοδολογία ήταν να εισάγει στη μουσική ορθόδοξα τροπάρια αλλά και μοντέρνες πατέντες. Δίχως άγαρμπες κινήσεις, δημιουργεί ένα σύνολο που εκπέμπει και ρέπει στο σήμερα κλείνοντας το μάτι στο χθες. Ολόκληρο το album βγάζει διάθεση και το πράττει με συνεχή κίνηση και ιδέες ολόφωτες. Το drumming του H.R.H (Carpe Noctem, Naðra) δίνει Death Metal αύρα και στιγματίζει την πλοκή. Το ατού που θα προσδώσει διαχρονικότητα είναι το άρτιο songwriting. Ο συνασπισμός ιδεών θα ενώσει το ακατέργαστο με το μελωδικό σε συγκόλληση δίχως ίχνη που φανερώνουν δυστοκία κι έλλειψη κρίσης. Σε αυτό το σημείο μπορεί να ειπωθεί πως ο Ισλανδός δεν ήταν απλά ένας ικανός σιδεράς που βαράει ορθά στο αμόνι του αλλά και μπροστά στη σκέψη. Το δυναμικό χαρακτηριστικό είναι η ενοποίησή όλων των στοιχείων στον καμβά της ατμόσφαιρας. Αυτό είναι και το απόλυτο highlight, γιατί κατόρθωσε να παίξει δίχως να διαταράξει τη μελανή της ηρεμία, ενώ ολόγυρα πυροδοτεί blackmetal του σκοτωμού. Αυτός ο συνδυασμός σε κάνει ν’ αποζητάς το album, ώστε να χαθείς όλο και περισσότερο μέσα στο περιεχόμενο. Κάπως έτσι θα καταστήσει σαφές πως όποιος έχει ταλέντο, κατορθώνει ν’ απλώσει ατμόσφαιρα μέσα στην παικτικότητα, ειδικά αν αυτή δεν έχει τεχνικό ίρτζι.

Live at KEXPort

Λοιπόν, αυτό θα πρέπει να το δείτε ολόκληρο. Για να σας βάλω στο κλίμα μιλάμε για ένα free block party που έγινε το καλοκαίρι του 2016, έξω από ένα hostel στο Reykjavík. Σκοπός ήταν ν’ αναδειχτεί στους επισκέπτες η τοπική Ισλανδική σκηνή σε όλες τις μουσικές τις εκφάνσεις (δεν είχε καν άλλο Metal σχήμα). Άρα η εμφάνιση των Misþyrming δεν ήταν ακριβώς εντός έδρας, μίας και οι περισσότεροι στο κοινό δεν ήταν οικείοι με όσα θ’ άκουγαν. Πέρασαν τέσσερα χρόνια κι εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτό το live είναι ότι πιο φρέσκο, όσο αναφορά την αισθητική που έβαλαν στο black metal όσοι γεννήθηκαν στα 90’s. Γι’ αυτή τη γενιά το Black Metal είναι ένα κατανοητό μουσικό προϊόν, το οποίο έχει τη δική του σκηνή μεν αλλά δε βλέπουν το λόγο να μη το κάνουν προσβάσιμο δε. Πρακτικά εδώ έχουμε την τέλεια μεταγλώττιση των δεδομένων, για να γίνει κατανοητό το αποτέλεσμα ακόμα και σε ανθρώπους που δεν έχουν άνεση με την extreme έκφραση. Είναι τόσο άρτιο το παρουσιαστικό τους (πουκάμισο, παντελόνι και λουσμένοι στο αίμα) γιατί βγάζει ένα zombie image που σίγουρα κλείνει τις αποστάσεις (το “walking dead” έπαιζε εφτά χρόνια μέχρι τότε). Αφού λοιπόν οι αποστάσεις μειωθούν η αντίδραση του ανυποψίαστου δεν είναι η άμεση αποχώρηση. Όπως θα δείτε, οι παρευρισκόμενοι παραμένουν προσπαθώντας να εναρμονιστούν με τη μουσική. Το μόνο που χρειάζεται για να έρθουν πιο κοντά, είναι να νιώσουν τη δύναμη της μελωδίας στα Deathspell-ικά μασήματα του “Friðþæging blýþungra hjartna”. SwΣυμπερασματικά, για το συγκεκριμένο Live ένιωθα την ίδια αμφιταλάντευση με τη φωτογράφιση των Sun Worship (στο πολύ δυνατό “Pale Dawn” του 2016). Είναι και τα δυο αρκετά μακριά από το ζητούμενο, ωστόσο το “Aesthetic operandi” (που ίσως έλεγε και μια ψυχή) δεν είναι ακλόνητο, μεταβάλλεται και σταδιακά θα κάνει αποδεκτές τις μοντέρνες τάσεις που με κάποιον τρόπο μιλούν μέσα μας.

Algleymi

 

extanoΤο πουλέν από τον ορμίσκο του καπνού επέστρεψε με δικαιολογημένη ευεξία αλλά με μια αδικαιολόγητη χαρά και τρόπον τινά πανηγυρική λογική στο ύφος. Πλέον στο Black Metal τους μπορείς να βάλεις το πρόθεμα «μελωδικό» και να περιγράψεις με ακρίβεια που τρέμει η βελόνα της πυξίδας. Στην ουσία εδώ θα βρούμε τον τρόπο που από τούδε και στο εξής θα περιοδεύουν. Η αδυσώπητη ενέργεια (ζέση & ταχύτητες) βρίσκεται σε κάθε σπιθαμή του album καταφέρνοντας να επευφημηθεί. Τα τραγούδια είναι στη πένα, ώστε να μην υπολείπεται κάποιο στο σύνολο. Στον τρόπο που παρουσιάζει τα κομμάτια ίσως φέρει στο μυαλό τους Sektemtum στο “Aut Caesar, aut Nihil”, με τα ευκολομνημόνευτα riff που γλυκοκοιτάζουν τη φάση του black n’ roll (σιχαμένο tag). Στις κιθάρες έπεσε μελέτη, έγραψε κάποια εξαιρετικά riff που διαχέονται και ρέουν. Σε σημεία βέβαια μοιάζουν σα να έχεις βάλει τον Hasjarl με περίστροφο στο κρόταφο να «συμμαζέψει» τις ιδέες του Hunter Hunt-Hendrix. Επιπρόσθετα, τα διακατέχει μια χαρμόσυνη και τρόπον τινά επική αύρα η οποία σε συνδυασμό με το μουντό τέμπλο φαλκιδεύει το peha. Είναι κι αυτό το αναθεματισμένο εναρκτήριο “Orgia” που με σαστίζει, γιατί μ’ έχω πιάσει να χορεύω..

Το βασικό μέλημα του Dagur ήταν να πετύχει μια καθοριστική παραγωγή, που θα κάνει το υλικό άμεσα προσβάσιμο. Το τελικό αποτέλεσμα, όπως φάνηκε και από τις αντιδράσεις, ήταν εκκωφαντικά πετυχημένο. Προσωπικά, θα το χαρακτήριζα κακούργημα με μηδενική ανοχή για εφετείο. Ηθικός αυτουργός της όλης κατάστασης ο “λούστρος των 10’s”, o man από τη Buga της Valle del Cauca, Jaime Gomez Arellano (Recording/Mastering/Mixing σε Altar of Plagues “Teethed Glory & Injury”, Ghost “Opus Eponymous”, Myrkur “M”) δε νομίζω πως χρειάζεται να προσθέσω κάτι περισσότερο. Αλλά πρέπει να θυμάστε πως είναι ο τύπος που έχει πάρει εργολαβία τα Remixing/Remastering σε μεγάλα σχήματα, όπως αυτά που έκαναν οι Paradise Lost και οι Mayhem στο “Grand Declaration of War”. Να είστε σίγουροι πως θα έρθουν κι άλλα, ελπίζω σε πανάκριβα box-set, βούτυρο στο ψωμί όσων χτίζουν βιβλιοθήκη και όχι δισκοθήκη. Αυτό που έχει γίνει εδώ είναι η ακριβής τοποθέτηση του υλικού στην οπτική γωνία που θα μπορούσε να «δει» κι ένας οπαδός των Ghost. Κι αν αυτό αδελφέ μαυρομέταλε (λέμε τώρα) δε σ’ ενοχλεί, φαντάζομαι πως σ’ αρέσουν ακόμα οι Behomoth, περιμένεις με αγωνία το επόμενο Watain και ψάχνεις το μέλλον του Black Metal σε ξεπλύματα τύπου Schammasch.

Δε ζούμε στον ίδιο κόσμο, δε θα περπατήσουμε ΠΟΤΕ στα ίδια μονοπάτια. Για να εξηγηθώ: Το κεντρικό χαρακτηριστικό στο “Algleymi” είναι η άκρατη προσπάθεια να γίνει αρεστό. Δηλαδή, η αντίθετη πορεία από το δόγμα της Ιδέας (ασπρόμαυρο εξώφυλλο, ψύχος, τακτική ενόχλησης στον ακροατή). Κοντολογίς, οι Ισλανδοί θέλουν να γίνουν διασκεδαστές και τραβούν την ατραπό προς το εκκεντρικό easy listening (όρος επιεικής και δίχως μπινελίκι, για τον πρότερο έντιμο βίο). Δεν αντιλέγω πως κατέβαλαν προσπάθεια και σκέψη (αλλαγή τονικότητας) γιατί μετέστρεψαν ολόκληρο το τρόπο μετάδοσης (ήχος). Αν πάμε στη λογική που λέει ότι κατάφεραν να κάνουν χαρμόσυνα riff σε γκρίζο φόντο κι έναν τρομερό ήχο δίχως τη βοήθεια μεγάλου Label, θα ήταν σα να επευφημούμε έναν δολοφόνο για το σημάδι του. Μπορεί να δαπάνησαν μήνες ακόμα και χρόνια, αλλά ο σκοπός είναι συγκεκριμένος και πάει το Project πέρα από την ιδεολογία του underground. Σαν παρηγοριά κρατάμε τα φωνητικά, που συνεχίζουν στην ίδια εμβέλεια (αλλά σε σημεία δε κολλάνε καθόλου με τη μουσική). Την καπνοδόχο που αχνίζει ατμόσφαιρα, η οποία θα διοχετευτεί μ’ έξυπνους τρόπους και σ’ επικίνδυνες στροφές της ροής. Τέλος, το εικαστικό. Το εξώφυλλο του Manuel Tinnemans είναι για μένα το αδελφάκι του “Apocalypticists” (δισκάρα) των Kriegsmaschine. Ο συνοδοιπόρος Δ. Σκούρας θεωρεί ότι είναι πιο κοντά στο “Synarchy of Molten Bones” των Deathspell Omega (στην λογική ίδιο Label/ίδιος καλλιτέχνης).

ΔΕΝ έχουμε ανάγκη από ωραία riff, καλοπαιγμένο και συναυλιακό υλικό. Ψάχνουμε την εξέλιξή ενός εκκολαπτόμενου χαρακτήρα. Κι εδώ βρίσκεται ο λόγος που αγόρασα το “Algleymi” δίχως προακρόαση. Οι Misþyrming μόνταραν χαρακτήρα στο εξαιρετικό ντεμπούτο. Ελπιδοφόρα ήταν και εξέλιξη στο “Hof”, από το split με τους Sinmara το 2017. Τόσο στην παραγωγή που έβγαζε ορθά τον όγκο, όσο και στη τεχνική που είναι ένα κλικ πάνω από το ντεμπούτο. Ωστόσο, από τότε είχε αρχίσει η μπουγάδα στη βρωμιά του ήχου και ειλικρινά δεν περίμενα ότι θα φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Το δεύτερο βήμα έχει μονάχα έναν στόχο, τη πορεία προς τις «διεθνείς αγορές». Υποθέτω πως η επιτυχία που έχει το υλικό των Mgla, ειδικά στα live, επηρεάζει αρκετά σχήματα που απολαμβάνουν να παίζουν μπροστά σε κόσμο ή θέλουν να ζήσουν το ροκ σταριλίκι κάνοντας περιοδείες. Εν κατακλείδι, το υλικό του “Algleymi” έχει ημερομηνία λήξης, διαφορετική για κάθε καταναλωτή. Για μένα έληξε γρήγορα (έχω δυσανεξία στον καλλωπισμό του Black Metal). Θα το ξαναβάλω να παίξει μονάχα αν οι εξελίξεις στα 20’s το επιτάσσουν. Για σένα θα λήξει ανάλογα με το δικό σου “Aesthetic operandi”, όπως θα λέγε και ο εκδότης του. Ο οποίος συνεχίζει ακάθεκτα να είναι ανακόλουθος της ιστορίας του. Μετά τη ψαγμενιά (“Occult Rock”) κυκλοφόρησε δίσκο frozen yogurt (“Algleymi”) και λίγο πριν τελειώσει η χρονιά/δεκαετία μας πέταξε ένα επικό flyer (βγαλμένο από τα 90’s) για να προλογίσει το μυστικό project NEDXXX (είναι ξεδιάντροπα οι Abigor με κάτι ταμ-ταμ) με όνομα ξενοδοχείου ημιδιαμονής (credit Δ. Σκούρας). ΑϊΣιχτίρ! το κόβω εδώ, πάω να βάλω Musta Surma και να διαβάσω τ’ άπαντα του θρυλικού Isten.

https://www.noevdia.com/

 

Αυτή η δεκαετία θα αυτοκαταστραφεί

Η τελευταία φορά που διατάχθηκα να μιλήσω για τη συνοπτική γεύση που μου άφησε μια δεκαετία στο μουσικό επίπεδο, ήταν στο τέλος των 00’s.
Τότε είχα πει πως αν τα 90’s ήταν η δεκαετία των ιδιωμάτων, τα 00’s ήταν η δεκαετία των συγκροτημάτων.

Δεδομένης της τερατώδους υπερμεγένθυσης της παρουσίας, έκθεσης απόψεων (βλέπε social media) και σε περιπτώσεις ακόμη και ανάσχεσης βηματισμού ιδιωμάτων (βλέπε αντι-Χίτλερμέταλ συσπειρώσεις) από πλευράς του κοινού που ακούει μουσικές, θα έλεγα πως τα 10’s ήταν η δεκαετία των ακροατών.

Δε λέω πως δε βγήκαν δισκάρες. Είμαι σίγουρος πως βγήκαν.

Απλώς, στο μυαλό μου, βουίζει ακόμη ένα χάος από μοιρολόγια, θριαμβολογίες, καλαμπούρια, κακεντρέχειες, σοφές κουβέντες, παλαβομάρες, διαφωτιστικές αναλύσεις αλλά και φρικώδεις παπαρολογίες που διάβασα (από ακροατές, όχι “ειδήμονες” ούτε “μουσικούς δημοσιογράφους”) για τη μουσική, πάρα  η μουσική.

Όταν ξεζαλιστώ, είμαι πολιτιστικά υποχρεωμένος να ξανακούσω τους δίσκους των EUS, Culte Des Ghoules, Ubre Blanca, Khthoniik Cerviiks, MMMD, Απότομη, Pye Corner Audio, DreamLongDead, Hail Conjurer, Οδός 55, Necromantic Worship, Locust Leaves και Spettro Family.
Καλώς εχόντων των πραγμάτων θα τους κατανοήσω πλήρως, γαμωσταυρίζοντας που δεν κατάλαβα τα σπουδαία πράγματα τον καιρό που συνέβαιναν.

Τόλης Γιοβανίτης

Το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό αναφορικά με τα μουσικά 10’s, είναι το πόσο εξαϋλώθηκαν τα προσδιοριστικά χαρακτηριστικά του όρου «underground σκηνή» σε σχέση τουλάχιστον με αυτά που ίσχυαν στα 90’s, όταν μπήκα (όπως φαντάζομαι και οι περισσότεροι από εσάς) στη φάση: η πεποίθηση του τότε, πως «υπάρχει το μεταλλικό mainstream και το extreme underground στο οποίο υπάρχουν άγνωστοι ή ελάχιστα γνωστοί καλλιτέχνες που αξίζουν αλλά για χ λόγους παραμένουν στην αφάνεια και πρέπει ο μουσικογραφιάς ή/και ο ενημερωμένος μουσικόφιλος να τα βγάλει στη φόρα», είχε αρχίσει να διαβρώνεται από τα 00’s, αλλά ήταν τα 10’s με το bandcamp, τα πάμπολλα αναδυόμενα μουσικά blogs και webzines, τα εξειδικευμένα μουσικά youtube κανάλια και τα social media echo chambers του καθενός μας (στα οποία ένα όνομα μπορεί να ανακυκλώνεται ξανά και ξανά ως εποχική πρόταση), αυτά που του έδωσαν τη χαριστική βολή. Πλέον ένα όνομα μπορεί να ακούγεται συνέχεια αλλά (παραδόξως και αναμενόμενα συνάμα) αυτή του η διάδοση να μην συνεπάγεται ανάλογα κέρδη για τον ίδιο τον καλλιτέχνη δυστυχώς , αλλά  από την άλλη ούτε και καλλιτεχνικό συμβιβασμό/«εύκολο» ήχο ευτυχώς, δημιουργώντας έτσι ένα θολό μικρομεσαίο επίπεδο,που υπάρχει ανάμεσα στους παγκοσμίως γνωστούς και τους παγκοσμίως αγνώστους. Πλέον όποιος αξίζει μαθαίνεται και διαδίδεται και όποιος θέλει δισκογραφεί (κι ας μην αξίζει) ακόμα και σε φυσικό format, έστω και βάζοντας λεφτά από την τσέπη του, στη χείριστη των περιπτώσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η παραδοσιακή δισκοκριτική για μένα καθίσταται άχρηστη, για αυτό και στο blog που διαβάζετε η έμφαση πια δίνεται σε μεγάλο βαθμό στις σκέψεις, τις αισθητικές και διανοητικές προεκτάσεις που γεννά η κάθε κυκλοφορία, το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται σαν δημιούργημα, εν τέλει στη διεύρυνση που προκαλεί (ή στη μαγεία που εμφωλεύει, αν θέλετε) στην οπτική της πραγματικότητας που βιώνουμε υποκειμενικά. Είναι κάτι που εκτιμούσα και στην έντυπη στήλη Underground Kommandoz του Metal Hammer για όσο συνείσφερα (όπως και οι άλλοι 3 συντελεστές του NDRGRND KMMNDZ) και κάτι το οποίο συνεχίζει να εξελίσσεται ως άποψη και ύφος και εδώ πια.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της μουσικής δεκαετίας που μου έρχεται συνειρμικά αφορά όχι τόσο την περίφημη έξαρση παραγωγής εγχώριων κυκλοφοριών (η οποία αδιαμφισβήτητα υπήρξε), όσο την αναπαραγωγή της ίδιας της ρητορικής περί «σκηνής που βγάζει δισκάρες και δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το εξωτερικό», η οποία κατέληξε να έχει τόσο το χαρακτήρα ενός mantra αυτοεπιβεβαίωσης μεταξύ φίλων και γνωστών, όσο και ενός mantra μιας ενστικτώδους αντίδρασης ενός κλάδου με πολλές προεκτάσεις που (με το δίκιο του εν μέρει) έπρεπε κάπως να κρατηθεί εν μέσω ύφεσης, ακόμα και για albums που αποτελούσαν απλά επαρκείς ασκήσεις ύφους. Κανένα θέμα πάντως, καθώς ο καλός όπως προείπαμε, ελέω ψηφιακής εποχής και διαδίδεται και εν τέλει παραμένει στη συνείδηση του κόσμου εφόσον το αξίζει και εφόσον αγγίξει όντως ευαίσθητες πτυχές του δυνητικού κοινού του. Πέραν αυτών, προφανώς και υπήρξαν σπουδαίες κυκλοφορίες, συλλογικές ηχητικές τάσεις (όπως η αναβίωση του 90’s ελληνικού black metal ήχου και η πληθώρα ελληνόφωνων hardcore/crust/synth punk κυκλοφοριών, για να αναφέρω δύο ενδεικτικές) αλλά ευτυχώς  και περιπτώσεις ποιοτικότατων αποκλινόντων υφολογικά κυκλοφοριών, που αρνήθηκαν να μπουν σε κουτάκια, ακολουθώντας το δικό τους μονοπάτι.

Θα θυμάμαι επίσης την όλη 80’s νοσταλγική μέθη, παρούσα σε ολόκληρες μουσικές σκηνές και άλλους καλλιτεχνικούς χώρους. Θα θυμάμαι το ότι στη γενικότερη φάση μας αυτή τη δεκαετία μεγάλο επιδραστικό ρόλο έπαιξαν εν τέλει μεμονωμένοι γάλλοι καλλιτέχνες (ο Neige στο blackgaze, ο Hasjarl σε τεράστιο μέρος του black και death metal κόσμου, οι Perturbator/Carpenter Brut ως οι εκπρόσωποι του synthwave που «έπιασαν» τους μαλλιάδες). Θα θυμάμαι πως οι Slayer (ή οι Slipknot, ή οι Pantera, το πιάνετε το νόημα) αυτής της δεκαετίας ήταν οι Death Grips, μια μη κιθαριστική μπάντα. Θα θυμάμαι πως παράλληλα με τον «κοσμοπολιτισμό» και τις (συχνά ουσιώδεις) αποδομητικές τάσεις του post black metal/blackgaze υπήρξε και μια έξαρση από μαυρομεταλλικές κολεκτίβες (Black Twilight Circle/Crepusculo Negro-από τα τέλη των 00’s, Rhinocervs, Haeresis Noviomagi, Vrasublat, η ισλανδική σκηνή, οι πιο επιφανείς εξ αυτών) οι οποίες έχοντας πιο θεμελιώδεις μαυρομεταλλικούς εκφραστικούς πυλώνες κυκλοφόρησαν από αξιόλογα έως σπουδαία πράγματα. Θα θυμάμαι το live των αδικοχαμένων The Devil’s Blood στο Κύτταρο και την όλη-κουλή-προσέγγιση των Ψ.Χ για την «κυκλοφορία» του compilation album τους και κατ’ επέκταση το σχετικό θέμα που κάναμε στο έντυπο. Ελπίζω να ξεχάσω το σήριαλ των Batushka και όλα τα παρελκόμενα του, καθώς και την τοξικότητα και τα εκάστοτε εγωκεντρικά σεντόνια «διαλόγων» στα social media, με αφορμή (και) τη μουσική.

Προσωπικά highlights (full lengths/ένα album ανά καλλιτέχνη/σειρά ανά έτος κυκλοφορίας):

Alcest “Ecailles De Lune” (2010)

Deathspell Omega “Paracletus” (2010)

Murmuure “Murmuure” (2010)

Negative Plane “Stained Glass Revelations” (2011)

The Devil’s Blood “The Thousandfold Epicentre” (2011)

This Is Past “Μισανθρωπία” (2011)

Vatican Shadow “Kneel Before Religious Icons” (2011)

Death Grips “The Money Store” (2012)

Dephosphorous “Night Sky Transform” (2012)

Mgla “With Hearts Toward None” (2012)

Revenge “Scum.Collapse.Eradication” (2012)

Swans “The Seer” (2012)

Atlantean Kodex “The White Goddess” (2013)

Beastmilk “Climax” (2013)

Zemial “NYKTA” (2013)

Goat “Commune” (2014)

Perturbator “Dangerous Days” (2014)

Spectral Lore “III” (2014)

Volahn “Aq’Ab’Al” (2014)

Dodheimsgard “A Umbra Omega” (2015)

Macabre Omen “Gods Of War-At War” (2015)

Obsequiae “Aria Of Vernal Tombs” (2015)

Agatus “The Eternalist” (2016)

Οδός 55 “Οδός 55” (2016)

Converge “The Dusk In Us” (2017)

Locust Leaves “A Subtler Kind Of Light” (2017)

Daughters “You Won’t Get What You Want” (2018)

Lingua Ignota “Caligula” (2019)

Liturgy “H.A.Q.Q.” (2019)

Tool “Fear Inoculum” (2019)

Δημήτρης Σκούρας

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 10sstrip-1.jpg

Αν κάνουμε ένα παραλληλισμό του Black Metal με τον συμβατικό άνθρωπο, θα πούμε πως βαπτίστηκε το 1982 (Venom “Black Metal”) οπότε πλέον κοντεύει τα σαράντα. Αυτό σημαίνει πως η δεκαετία που μας πέρασε ήταν τα δημιουργικά του χρόνια (30-40 ετών). Η αριθμητική επιβεβαιώνει αυτή τη συλλογιστική. Τα 10’s τελειώνουν και οι κυκλοφορίες που αφορούν το Black Metal είναι περί τις 90.000 (μαζί με τις επανεκδόσεις). Για τους λάτρεις των αριθμών, τα 00’s είχαν 45.000 κυκλοφορίες, τα 90’s 14.000 και τα 80’s χίλιες (πηγή discogs, σε στρογγυλοποίηση). Ο πακτωλός κυκλοφοριών ήταν το Γεγονός των 10’s. Για να γίνει κατανοητό, 90.000 κυκλοφορίες είχε το Techno στα 90’s και δε νομίζω να έχει το black metal στα 10’s αντίστοιχο ακροατήριο. Ίσως λοιπόν, φτάσαμε στο σημείο που οι κυκλοφορίες είναι δυσανάλογες του κοινού, συνεπώς όχι μόνο να καταναλωθούν δε μπορούν αλλά ούτε και ν’ αφομοιωθούν. Αν στα 00’s έκανε Project ένας στους δυο ακροατές, στα 10’s κάνατε όλοι εκτός από μένα. Ωστόσο, εδώ θα πρέπει να ειπωθεί και το βασικό συμπέρασμα των 10’s: στην ουσία δεν έχουμε και ούτε θ’ αποκτήσουμε πραγματική εικόνα όσων έγιναν σ’ αυτή τη δεκαετία. Προσωπικά, έχω τσεκάρει λίγο έως πολύ το 6% (δηλαδή τρίχες) των κυκλοφοριών της, το οποίο σημαίνει κάπου στις 5 χιλιάδες δουλειές που αφορούν το Black Metal. Αν θέλετε τη γνώμη μου, αυτός είναι ένας υπερβολικός βαθμός έκθεσης. Ωστόσο, πράγματι, αν θες μπορείς ν’ ακούς κάθε μέρα μια νέα κυκλοφορία με ικανοποιητικό περιεχόμενο (χωρίς να σε πιάνει ψυχικό τσιρλιό δηλαδή). Αυτό, φανερώνει την έξαρση που υπάρχει στη συγκεκριμένη σκηνή, αλλά διαμορφώνει μια περίεργη συνθήκη για όποιον την παρακολουθεί με αυτό τον τρόπο, που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «έκθλιψη» συναισθημάτων. Είναι σα να προσπαθείς να φέρεις την αισθητική απόλαυση σ’ ένα είδος συνεχούς «μέθεξης», κι αυτό είναι πιθανότερο να σε κάνει αχόρταγο συλλέκτη από κεκτημένη ταχύτητα ή να σε κουράσει και να εγκαταλείψεις, παρά να σε οδηγήσει σε νοητική/ψυχική «πρόοδο» μέσω της τέχνης.

Συνεχίζοντας τον παραλληλισμό με τον συμβατικό άνθρωπο, τo Black Metal των 00’s είχε ως σκοπό να επεκτείνει τις γνώσεις του, όπως ο συμβατικός άνθρωπος λέμε ότι σπουδάζει, δουλεύει, ταξιδεύει (20-30 ετών). Αυτό έγινε μπασταρδεύοντας το βασικό μοντέλο, χωρίς να περιοριστεί αποκλειστικά σε metal επιρροές. Έγιναν απαίσια κράματα (για κλάματα), ωστόσο υπήρξαν και αξιοσημείωτα δείγματα, οπότε μπορεί να ειπωθεί πως ο σκοπός επετεύχθη (ούτως ή άλλως η συζήτηση true/untrue θα εκκρεμεί για πάντα, σαν φιλολογικό θέμα ανάμεσα στους θιασώτες). Το Black Metal στα 10’s θέλησε να μεταφέρει τον «πυρήνα του Είδους» σε άλλα ακροατήρια, πράγμα που κατόρθωσε με “viral” ευκολία. Αυτό το γεγονός πίεσε τους θερμόαιμους οπαδούς (αυτούς που πάνε στο πέταλο) να βυθιστούν σε νέα τάρταρα και να προκαλέσουν εκ νέου με το παίξιμο και την αισθητική τους. Κατά συνέπεια, το Black metal έζησε, ίσως και να θριάμβευσε στα 10’s, γιατί κατάφερε να φτάσει από ακροατές που το αγνοούσαν (ή δεν τους έκανε στη satanic version) ως και σε pop αυτιά.

Ιστορικά, όταν η μουσική έμπνευση στερούσε, το Black Metal ανέπνευσε από την αισθητική του, αλλά είμαστε πλέον στα 10’s. Κι εδώ η αισθητική των κυκλοφοριών έδρασε πάνω-κάτω σε ήδη δημιουργημένες σχολές νοοτροπίας/μανιέρες. Δυστυχώς, τα εξώφυλλα και οι φωτογραφίες των 10’s έχουν φασόν νοοτροπία, καταλήγοντας τα περισσότερα album να είναι κατασκευασμένα «προϊόντα» από ένα καλούπι που γνωρίζεις πολύ καλά. Συμπερασματικά, το συνολικό πακέτο των 10’s έχει την αισθητική προϊόντος μαζικής παραγωγής, κάτι για όλους που να πηγαίνει σε όλους, σε στυλ πολυκαταστημάτων ένδυσης. Κατά συνέπεια, διακατέχεται από έλλειψη χαρακτήρα. Φυσικά, υπάρχουν εξαιρέσεις και album με δουλεμένη αισθητική άποψη, αλλά είναι πλέον μειοψηφία. Συνολικά όμως, την τελευταία 20ετία δεν είχαμε την αισθητική άποψη των 80’s και 90’s (όσο κι αν το γήπεδο φωνάξει “OK boomer”). Μουσικά στα 10’s είχαμε εκατοντάδες ικανοποιητικά album, δεν ήταν τελικά δύσκολο να μάθει το ποίμνιο να παίζει, δημιουργώντας αυτό που λέμε καλό album-άκι που θα πάρει βαθμό 7 άντε 8. Στην όχθη των αξιοσημείωτων, βάση αριθμών και μόνο, αυτή η δεκαετία κερδίζει έδαφος λόγω ποσότητας (στις 90.000 κυκλοφορίες έχεις περισσότερα 7αρό8άρια από τις άλλες δεκαετίες). Ωστόσο, δεν είχαμε «μνημεία», αυτά τα album που θα μπορέσουν κάτω από προϋποθέσεις να γίνουν iconic φλάμπουρα στο μέλλον (λείπει όμως η απόδειξη, γιατί πρέπει να περάσουν χρόνια για δούμε τι θα μείνει πραγματικά από αυτή τη δεκαετία).

Αν το Black Metal είναι ένας συμβατικός άνθρωπος, κοντεύει πλέον τα 40. Οπότε στα 20’s θα πάρει λογικά τον δρόμο της ωρίμανσης. Αυτό όμως το συμπέρασμα βγαίνει μονάχα στον δικό μου, ονειρικό παραλληλισμό, ενός μουσικού Είδους με τον άνθρωπο των καιρών μας. Οπότε θα το σταματήσω εδώ, μιας και δεν υπάρχει λόγος να κάνω λογικά άλματα για να πιάσω τον υποτιθέμενο σφυγμό του μέλλοντος. Θα πρέπει όμως να σημειώσω πως από την ακραία τέχνη ζητάς να σε οδηγεί σε σημεία που δε σου επιτρέπει ο ψυχισμός και η ηθική σου να πας, γιατί κατάλαβες ή ένιωσες πως πρόοδος είναι η ανηλεής επαναξιολόγηση ιδεών και συναισθημάτων. Είναι προφανές πως ζητάμε τις ιδέες/εικόνες εκείνες που κολυμπούν ανερμάτιστα στο υποσυνείδητό μας και δεν έχουμε επικοινωνία μαζί τους. Η δουλεία του extreme καλλιτέχνη είναι να τις ξεκλειδώσει και να μας φέρει αντιμέτωπους με αυτές.

Υπήρξε όμως κι ένα βασικό πρόβλημα στα 10’s και είμαστε εμείς, οι ακροατές. Ξεκάθαρα, ακούει καθένας τα δικά του σχήματα και βγάζω πρώτα τον εαυτό μου στον τάκο. Δεν υπάρχει θεραπεία, γιατί η αιτία του προβλήματος είναι το Γεγονός της δεκαετίας: με τόσες χιλιάδες κυκλοφορίες έχουμε την άνεση να κινηθούμε σε όλες τις χώρες του κόσμου και είναι πρακτικά αδύνατο να υπάρξει χρόνος και ανοιχτό μυαλό ν’ αφουγκραστούμε τ’ underground «διαμαντάκια» ενός άλλου ακροατή. Σε δεύτερο πλάνο, η ποσότητα δημιουργεί επιδερμική επαφή με κάθε album. Η έλλειψη μελέτης κάνει την ακρόαση ένα μουσικό χαλί για άλλες δραστηριότητες, δίχως περαιτέρω εμβάθυνση στο περιεχόμενο. Παροδικά καθιστά τον ακροατή επιφανειακό, γιατί δεν μελετά τους στίχους και τα σύμβολα του booklet περνούν από τα μάτια του σαν φευγαλέες εικόνες. Ωστόσο, στην υπερβολική κατανάλωση και τις μεγάλες ποσότητες υπάρχουν και θετικά σημεία. Είναι πολύ σπουδαίο που η μουσική βιομηχανία πέθανε ή αργοπεθαίνει και όποιος θέλει να εκφραστεί παίζοντας μουσική, έχει πλέον τα εργαλεία να το κάνει ελευθέρα κυκλοφορώντας έναν ολοκληρωμένο δίσκο. Παράλληλα, οι ποσότητες δημιουργούν την απαραίτητη δεξαμενή μέσα από την οποία θ’ αναλύσεις, συγκρίνεις και τελικά συμπεράνεις την πρόοδο της τέχνης που σε βοηθά να εξελιχθείς.

Πάνος Κουργιούνης

Διαβάζοντας το κείμενο του Τόλη έψαξα κι εγώ να βρω τι είχα γράψει στο Metal Hammer για τα 00’s: τα είχα βιώσει σαν το after-party των 90’s. Μία δεκαετία μετά, για μένα τα 10’s είναι το hangover που ακολούθησε the morning after.

Η οχλαγωγία των social media και ο τεράστιος όγκος πληροφορίας με έκανε συχνά να crash-άρω,  γενικά αλλά και ειδικά σαν ακροατής. Έτσι πλέον, ανά τακτά διαστήματα τραβάω καλώδιο, κόβοντας επιλεκτικά τον ρου της πληροφορίας.

Αυτό βέβαια με έκανε να χάσω επεισόδια (λχ. το Ισλανδικό black metal – παραδόξως αφού λατρεύω την χώρα, ειδικά μετά το ταξίδι που έκανα το 2010), οπότε δεν είμαι σε θέση να προτείνω κάποια μακροκοσμική ανάλυση σαν αυτή του Δημήτρη ή του Πάνου. Αντ’αυτής, ορίστε μερικές σκόρπιες αναμνήσεις και σκέψεις έτσι όπως ξεπροβάλλουν μέσα από την ομίχλη.

Σαν ακροατής, το σημείο αναφοράς που κρατάω σαν εκκίνηση των 10’s είναι το Nuclear War Now! Fest Volume IΙ, το οποίο έλαβε μέρος στο Βερολίνο την Παρασκευή 19 και το Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010. Ήταν ένα υπέροχο τριήμερο το οποίο χάρισα στον εαυτό μου με πρόφαση την θριαμβευτική εμφάνιση των Dead Congregation. Πέρα όμως από το live κομμάτι, αυτό που μου έμεινε είναι κάποια από τα παράπλευρα πράγματα που ανακάλυψα επί τόπου ή/και που ζυμωνόντουσαν ταυτόχρονα. Όπως η Pan Records, η εξαιρετική πειραματική δισκογραφική εταιρία που είχε ήδη ξεκινήσει από το 2008 ο φίλτατος Βασίλης Κουλιγάς (πρώην Family Battle Snake), με τον οποίο παρακολούθησα το φεστιβάλ. Εκεί ανακάλυψα τους Akitsa αγοράζοντας το βινύλιο του “Au crépuscule de l’espérance” (2010) (και το οποίο ποτέ δεν ήρθε στα χέρια μου – Βασίλη κάνε την καλή κάποια στιγμή!) και την σκηνή του Black Twilight

Ένας άλλος φίλος που με οδήγησε σε νέα μουσικά μονοπάτια είναι ο Μανώλης Παππάς (τσεκάρετε το blog του sonic death monkey και το Corrupted Delights στο οποίο συμμετέχει). Χάρη στα hints του, επένδυσα ένα μέρος του προϋπολογισμού μου σε αξιοσυλλέξιμα πειραματικά/ noise/ ηλεκτρονικά βινύλια και κασέτες. Toυ δίνω credit για σύγχρονα ακούσματα που όχι μόνο έγιναν αγαπημένα αλλά κι ερέθισαν την φαντασία μου με την αισθητική τους: Rainforest Spiritual Enslavement, Vatican Shadow, Ron Morelli, Alberich, Ben Frost, Cut Hands, Demdike Stare, Pye Corner Audio, κλπ.

Όσον αφορά τον άνωθι κύριο, ο κύκλος έκλεισε πρόσφατα όταν άρχισε να ενεργοποιείται στην δισκογραφία με το άριστο εκλεκτικό label Coherent States. Η τελευταία τους κυκλοφορία  για την οποία και χρωστάω RKRD KLLKTR, το αξιοσυλλέξιμο (red inner sleeves FTW!) “Sofia Says” LP της ερωτεύσιμης Γαλλίδας Gaël Segalen,  αποτελεί μέρος ενός ικανοποιητικάτου συνόλου ποικίλων κυκλοφορίων οι οποίες κλείνουν κατάλληλα την (ημερολογιακή τουλάχιστον) δεκαετία.

Αφού όντως αισθάνομαι μία πληρότητα με κάποιες πολυ καλές κυκλοφορίες, κυρίως από καινούριες μπάντες, που για μένα αφήνουν μία νέα ελπίδα για τα 20’s, θα ξεκινήσω από το (χρονολογικό) τέλος.

  • Οι Saint Marie Des Loups δημιούργησαν στο ομώνυμο LP του; (2018)  μία πραγματικά σπουδαία κι επιβλητική ατμόσφαιρα.
  • Judiciary από το  Texas, έγραψαν με το ντεμπούτο LP “Surface Noise” (2019) μία full-length εργασία πάνω στο πόσο καλά μπορεί να παίζεται σήμερα το brutal hardcore – έτσι όπως το αγαπήσαμε στα τέλη 90’s, αρχές 00’s.
  • Στο ίδιο μουσικό μήκος κύματος βρίσκονται και οι Primal Rite, με πιο τραχύ/αναλογικό ήχο και λιγότερο μεταλλικό στυλ. Όπως σας είχαμε ήδη προτείνει στο Underground Kommandoz, ακούστε οπωσδήποτε το “Dirge Of Escapism” (2018)!
  • Οι Power Trip αποχαιρετούν την δεκαετία με ένα super digital single και υποσχέσεις για ένα θριαμβευτικό τρίτο album.
  • To sc-fi death metal επέστρεψε θριαμβευτικά με δύο μπάντες που θυμίζουν τους αγαπημένους μου Timeghoul (η κασέτα “Tumultuous Travellings” των οποίων όντας το πρώτο demo που παρήγγειλα πίσω στο 1993): τους Blood Incantation για το “Hidden History of the Human Race” (2019) των οποίων μιλάνε όλοι τελευταία και τους τους λιγότερο γνωστούς Nucleus με το “Entity” (2019). Aν και χωρίς sci-fi αισθητική, οι Καναδοί με το όνομα γλωσσοδέτη Chthe’ilist, είναι επίσης fans των Timeghoul και γάμησαν με το “Le dernier crépuscule” (2016). Επίσης Γαλλόφωνοι Καναδοί κι εξαιρετικοί death metal-άδες είναι οι Outre-Tombe που τα έσπασαν με το “Nécrovortex” (2018).
  • Οι Teeth από την California με έπιασαν αδιάβαστο στο “The Curse of Entropy” (2019) με ογκώδες death metal του οποίου η περιπετειώδης διάθεση μου θύμισε συχνά Ulcerate.
  • Επίσης στο παρά πέντε, ανακάλυψα χάρη στον Θάνο Μαντά τους Coilguns, μια Ελβετική γκρουπάρα, η οποία βρίσκεται στην αιχμή του σύγχρονου heavy ήχου και σίγουρα αποτελεί μέρος του μέλλοντος του. Φέτος κυκλοφόρησαν το “Watchwinders” (2019), αλλά την παράσταση έκλεψε το καταπληκτικό περυσινό “Millenials” (2018)  – “(…) Millennials was written and recorded in january 2016 by the band itself, self-engineered on old second hand tapes in a four rooms wood stove heated vacation house, lost right in the middle of the desperate monoculture landscapes of central germany. What came out is a breathless, lo-fi and lo-tuned epileptic record, that roughly questions their own behaviour as partially conscious citizens of a scarily weird and exciting globalized music world.
  • Οι Antimob, οι οποίοι ούτως ή άλλως είναι ένα από τα καλύτερα μουσικά πράγματα που συνέβησαν αυτή τη δεκαετία (κυρίως με το πλέον κλασσικό ντεμπούτο τους), επανήλθαν με το πολυαναμενόμενο δεύτερο album τους, για την (πλέον εξαντλημένη) βινυλιακή έκδοση του οποίου υπερέβαλαν εαυτόν κυκλοφορώντας ένα από τα πιο εντυπωσιακά LP’s που έχω κρατήσει ποτέ στα χέρια μου (γι’ ακόμα μια φορά, έπεται RKRD KLLKTR)!
  • H κληρονομιά των λατρεμένων Discordance Axis επανήλθε στο προσκήνιο με τον ομώνυμο δίσκο των No One Knows What The Dead Think (2019), όπου τα πρώην μέλη τους Jon Chang και Rob Marton και σύμφωνα με τα λεγόμενα τους, τελειώνουν αυτό που ξεκίνησαν οι D.A. πίσω στο 1992. Να σημειώσω ότι εκτός από τους τελευταίους και τους Gridlink με συγκίνησαν θυμίζοντας μου το παλιό, καλό relapse metal (Burnt By The Sun, πρώιμους Mastodon, Uphil Battle, κλπ). Επίσης, απλά ιδιοφυής είναι η ιδέα να συμπεριληφθούν όλα τα κομμάτια σε karaoke εκδόσεις χωρίς φωνητικά!
  • Πάντα από την ίδια διεθνή avant grind παρέα, ο  κιθαρίστας/καρατέκα/γατοπατέρας Takafumi Matsubara (Gridlink, Mortalized, Retortion Terror)  κυκλοφόρησε ένα άκρως ενδιαφέρον και πειραματικό album συνεργασιών.
  • Το Ελληνικό super group Cursed Blood (πρώην/νυν μέλη Dead Congregation, Nuclear Winter, Sarabante, Straighthate, Vulnus, κλπ) κυκλοφόρησε την πολύ αξιόλογη κασέτα “Taker Of Life” (2019), η οποία είναι βάλσαμο στ’αυτιά όσων λατρεύουν την σήψη των Murder Squad, Autopsy, κλπ.

Πίσω στο κυρίως κουφάρι της δεκαετίας και όσον αφορά την ηλεκτρονική μουσική, ο αγαπημένος Νορβηγός Geir Jenssen, συνέχισε να είναι ενεργός στέλνοντας κατ’ευθείαν από το Αρκτικό Tromsø, διαχρονικές polar ambient μεταδόσεις με Biosphere. Αν και η δεκαετία ξεκίνησε μάλλον μέτρια με το “N-Plants” (2011), συνέχισε δυνατά με τα “Departed Glories” (2016), “The Senja Recordings” (2019), κ.ά.

Επιπλέον, μέσω της εταιρείας του Biophon, (επανα-) κυκλοφόρησε όχι μόνο δικά του πράγματα αλλά κι εξαιρετικούς δίσκους όπως: Nina Nielsen “Love And Terror In The Wilderness”, Pistol & Bart “…Rir Igjen”.

Η μητέρα Νορβηγία δε μου χάρισε ιδιαίτερες μαυρομεταλλικές συγκινήσεις αυτή τη δεκαετία, φρόντισαν γι’ αυτό όμως οι Σουηδοί γείτονες Craft με το Void” (2011) και οι Φινλανδοί Corningr με τα “Relics Of Inner War” (2011) και Funereal Harvest” (2015). Η metal σκηνή της χώρας επανόρθωσε πάντως με κυκλοφορίες όπως το “Dystopics” (2012) των Diskord!

Μιλώντας για Σκανδιναβικό black metal, τα 10’s ήταν η δεκαετία των Reverorum ib Malacht. Ξέρετε την ιστορία τους: έχοντας ξεκινήσει από την black metal σκηνή, αλλαξοπίστησαν κι έγιναν Χριστιανοί, βαφτίζοντας την μουσική τους Ρωμαιοκαθολικό black metal. Ξεκινώντας σχετικά ήπια με το “Urkaos” (2011), απογειώθηκαν με το “De Mysteriis Dom Christi” (2014), το οποίο ουσιαστικά είναι τριπλός δίσκος αφού η κασέτα, το CD και το βινύλιο περιέχουν διαφορετική μουσική! Η συνέχεια με τα “Ter Agios Numini” (2017), “Irma Malacht” (2018) και “Im Ra Distare Summum Soveris Seris Vas innoble” (2018), αν και λιγότερο υπερβατική συνεχίζει να είναι τέρμα πειραματική κι εξωγήινη!

Ένα ανέλπιστο black metal outsider ήταν το επιβλητικό και γλαφυρό “Flying Above Ancient Ruins” (2017) των Σλοβάκων Krolok

Γυρνώντας πίσω στην αρχή της black metal δεκαετίας, να μνημονεύσω την έμπνευση που μου προσέφερε το μουσικό και στιχουργικό αριστούργημα των Negative Plane “Stained Glass Revelations” (2011). Πάντα στη Vinland, οι The Howling Wind μας χάρισαν το παγωμένο έπος “Into The Cryosphere” (2010) και μετά έπεσαν δημιουργικά. Aνέλπιστα oι Thralldom, η θρυλική USBM μπάντα των 00’s της οποίας την κληρονομιά κατά κάποια τρόπο  οι THW συνέχιζαν, επανήρθε με το αξιοπρεπέστατο “Time Will Bend into Horror” (2016), δέκα ολόκληρα χρόνια μετά το κλασσικό πλέον “A Shaman Steering the Vessel of Vastness” (2006).

Dispirit του θρύλου και προσωπικού φίλου John Gossard (Weakling, Asunder, The Gault), χάραξαν μία από τις πιο ιδιαίτερες και αναζωογονητικές πορείες της δεκαετίας κυκλοφορώντας 5 demos με full-length διάρκεια αποκλειστικά σε κασέτα (!).

Ο Wrest μετά τις περιπέτειες του με την δικαιοσύνη επέστρεψε με το μέτριο “True Traitor, True Whore” (2011) αλλά ευτυχώς το έσωσε γι’αυτήν τη δεκαετία με το “Scar Sighted” (2015).

Άλλα αξιόλογα Βορειο-αμερικάνικα σχήματα των οποίων τα βινύλια χάραξαν στα 10’s οι βελόνες των πικάπ μου: Thantifaxath, Fell Voices, Ash Borer, Ash Pool, Departure Chandelier.

Από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις ήταν η αναπάντεχη επιστροφή των αγαπημένων Antaeus με το ανελέητο”Condemnation” (2016), ενώ είχε προηγηθεί και το πολύ καλό “Satanic Audio Violence 2013 – Live at Wolf Throne Festival” (2013).

Επίσης από το Παρίσι, οι Necroblood με μερικά splits/EP’s και το μνημειώδες “Collapse of the Human Race” (2017) έδωσαν νέ(κρ)ο αίμα στο black/death, όπως την ίδια χρονιά οι συμπατριώτες Goatvermin στο “Détruire”  και οι Αμερικάνοι Weregoat με το “Pestilential Rites of Infernal Fornication”.

Μιλώντας για black/death, τα “Death” (2014) και “The Baneful Choir” (2019) των Teitanblood ήταν εξόχως χαοτικά και υπερβατικά. Απόλαυσα επίσης τις τελετουργίες ομοϊδεατών όπως οι Antediluvian, Temple Nightside, Witchrist, Grave Upheaval.

Όσον αφορά το death metal αρκετά πράγματα με ενθουσίασαν. Το “Promulgation of the Fall” (2014) των Dead Congregation (φυσικά), μπάντες στις οποίες μας μύησε η Nuclear Winter Records (Drawn And Quartered, Cruciamentum, Ensnared, κλπ), oι Ulcerate, Mitochondrion, Portal,  Impetuous Ritual, Bölzer, Deathcult

Πέρα από το black metal, oι Aluk Todolo  και οι Oranssi Pazuzu με έστειλαν αλλού…

Hardcore… Η δεκαετία ξεκίνησε απογοητευτικά με τους Kickback να κυκλοφορούν τον ύστατο και πιο μέτριο δίσκο της καριέρα τους, το “Et Le Diable Rit Avec Nous” (2011), ενώ εμείς περιμέναμε τον διάδοχο του καταπληκτικού “No Surrender” (2009) το οποίο είχε κλείσει τα 00’s επαναπροσδιορίζοντας το ακραίο μεταλλικό hardcore. Μας χάρισαν όμως a night to dismember στο An Club τον Οκτώβρη 2012!

The Rival Mob από την Βοστώνη ήταν σίγουρα ένα από τα καλύτερα πράγματα που άκουσα στον χώρο με το λυσασμένο “Hardcore For Hardcore” (2010) και το “Mob Justice” (2013).

Η Ελληνική hardcore punk σκηνή ήταν σε οργασμό αφού εκτός από τους προαναφερθέντες Antimob, μας χάρισε τους Παροξυσμός, Sarabante, Ruined Families, Gutter, Χωρίς Oίκτο, και 3 νέα τεύχη-βίβλους του θεσμού Μούντζα zine.

Eκτός ακραίου metal και hardcore punk, οι Ελληνικές μπάντες που με απασχόλησαν περισσότερο ήταν οι The You And What Army Faction με το κινηματογραφικό no wave/post punk τους (οι βιβλιοφάγοι ας τσεκάρουν το πρόσφατο μυθιστόρημα του κιθαρίστα/τραγουδιστή τους Μάνου Ραγιάδη “Αγόρι”), οι Super Puma (με τον Δανιήλ Γουδέλη, comic artist και κιθαρίστα των hardcore ηρώων των 00’s Innermost), oι Κrause (Ελληνικό noise rock FTW!), και οι λάτρες του 90’s industrial metal/noise rock Stereo Animal.

Λίγο πιο βόρεια, οι Σκοπιανοί Od Vratot Nadolu κυκλοφόρησαν το one-sided mini-LP “Mercury” (2010), έναν από τους πιο heavy δίσκους που έχουν ηχογραφηθεί στα Βαλκάνια και ο οποίος συνίσταται στους φίλους του noise rock, sludge και post-hardcore.

Σε παρόμοια μουσικά πεδία (πλην του sludge ίσως), οι Καναδοί Ken Mode αποτέλεσαν ένα σημείο αναφοράς της δεκαετίας με 4 υπέροχα albums: “Venerable” (2011), “Entrench” (2013), “Success” (2015), “Loved” (2018).

Όπως στην περίπτωση των Timeghoul και των συνεχιστών της παράδοσης τους, χάρηκα ανακαλύπτοντας μία χούφτα μπάντες οι οποίες εμπνεύστηκαν από την κληρονομιά των καταλυτικών Νεοϋρκέζων Cattlepress. Αναφέρομαι στους Flourishing με το “The Sum Of All Fossils” (2012)Drainland, Αbsvrdist και φυσικά στους Yautja.

Σε παρόμοια θολά και πειραματικά post-hardcore/grind, noise rock, sludge ύδατα, η Βόρεια Αμερική είχε επίσης για εμάς τα labels Nerve Altar,  Survivalist Deathcult, Iron Lung Records και τον γαλαξία συγκροτημάτων τους, ιδιαίτερα: Defeatist (πρώην μέλη Kalibas και Anodyne – R.I.P.) με το καταπληκτικό “Tyranny Of Decay” (2011), Column Of Heaven, Intensive Care,  Water Torture, Disrotted, Haapoja, Fluoride, Radiation Blackbody, Iron Lung, κλπ.

Όπως αντιλαμβάνεστε, το πνεύμα των 00’s και των heavy πειραματισμών συγκροτημάτων που άνηκαν στο δυναμικό των Hydrahead, Relapse και άλλων (εξ’ ου και οι όχι-ιδιαίτερα-ευφυείς όροι hydrahead metal και relapse metal που μου άρεσε(ι) να χρησιμοποιώ), συνέχισε να πλανάται και να εμπνέει. Πρέπει συνεπώς να αναφερθώ στους Great Falls (πρώην μέλη Kiss It Goodbye, Undertow, Playing Enemy, Jesu) που κυκλοφόρησαν 3 δισκάρες: “Accidents Grotesque” (2014), “The Fever Shed” (2015) και “A Sense of Rest” (2018).

Gridlink κυκλοφόρησαν το “Orphan (2011)”, τον επίσης υπερβατικό και υστερικό διάδοχο του “Amber Grey” (2008), αλλά τελείωσαν την πορεία τους με το πιο μέτριο “Longhena” (2014) και τον Τakafumi Matsubara να αποσύρεται προσωρινά λόγω προβλημάτων υγείας.

Oι λατρεμένοι Ελβετοί Knut κυκλοφόρησαν το ύστατο album τους “Wonder” το 2010. Εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι το χειροποίητο εξώφυλλο που έκανε ο Aaron Turner, ο οποίος μέχρι τότε ήταν κυρίως Photoshop-άς,  ήταν σημαδιακό μίας αναβάθμισης της underground αισθητικής από τα ψηφιακά 00’s στα πιο hand-drawn 10’s και καλλιτέχνες όπως o Alexander L. Brown , οι σύντροφοι Viral Graphics και πολλοί άλλοι , αρκετούς από τους οποίους φιλοξένησαν οι τελευταίοι στα 2 τεύχη του Bacteria zine.

Ο κύκλος φίλων-συμμάχων-πρωτεργατών του Ross Bay Cult κράτησε ψηλά το λάβαρο της χαοτικής βλασφήμιας και στα 00’s (κακό σκυλί ψόφο δεν έχει), συνεχίζοντας την παράδοση των Blasphemy και Conqueror:

  • Οι Revenge έβγαλαν δύο νέους δίσκους, τα “Scum.Collapse.Eradication” (2012) και “Behold.Total.Rejection” (2015) – ειδικά το πρώτο γάμησε!
  • Kerasphorus του Pete Helmkamp έβγαλαν 2 ωραία EP’s και μετά διαλύθηκαν.
  • Οι Death Worship ήταν μία αναπάντεχη έκπληξη  αφού σε αυτούς ένωσαν μετά από πολλά χρόνια τις δυνάμεις τους ξανά οι J. Read και Ryan Förster των Conqueror! Τα “Extermination Mass” (2016) και “End Times” (2019) είναι δύο μνημεία απανθρωπιάς που χρειαζόμασταν.
  • Οι Diocletian από τη Νέα Ζηλανδία κυκλοφόρησαν το αριστουργηματικό δεύτερο album τους “War of All Against All” (2010) και μετά από αλλαγές σύνθεσης καθάρισαν τον ήχο τους, κυκλοφορώντας το πολύ καλό “Gesundrian” (2014). Μετά από μία προσωρινή διάλυση και ολοκληρωτική αλλαγή σύνθεσης έκλεισαν την δεκαετία αξιοπρεπώς αλλά σε μικρότερη φόρμα με το “Amongst the Flames of a Bvrning God” (2019).

Πέρα από το metal σαν μουσική αλλά κοντά σαν αισθητική, οι Σουηδοί Goat αιχμαλώτισαν την φαντασία μου με το concept και το afro psych rock τους, ειδικά στο “World Music” (2012). Σημειωτέον ότι πρόσφατα ένα μέλος τους κυκλοφόρησε το solo project Goatman “Rhythms”.

Τέλος, τα 10’s ήταν η δεκαετία όπου δύο hobbies μου συναντήθηκαν και συνέπραξαν. Αναφέρομαι στις σκηνές του retro computing και indie gaming, οι οποίες αναπτύχθηκαν ραγδαία και ταυτόχρονα με την άνοδο του synthwave και παρεμφερών ηλεκτρονικών μουσικών.

Θυμάμαι σαν χθες να παίζω Hotline Miami στο PlayStation Vita κάνοντας head banging και μετά σαν άλλος Γιοβανίτης να γράφω τη μουσική σε TDK κασέτα, πριν αποκτήσω τα soundtracks του Hotline Miami 1 και 2 σε δύο τριπλά οργασμικά  βινύλια. Έτσι ανακάλυψα αγαπημένα σύνολα όπως τους Perturbator και M.O.O.N. – το “M.O.O.N” EΡ (2011) με τέσσερα κομμάτια από το Hotline Miami 1 είναι για μένα Ο χορευτικός δίσκος της δεκαετίας (φυσικά και τον αγόρασα σε βινύλιο για να έχω όλα τα τραγούδια μαζεμένα!) .

Έτσι σκαλίζοντας σχετικά sites, έπεσα μια μέρα στο Νewretrowave και ανακάλυψα αναπάντεχα τους FM-84, τη μπάντα που θα μου χάριζε έναν από τους αγαπημένους δίσκους της δεκαετίας: το “Atlas” (2016). H χρυσή ώρα της δύσης πότε πια δε θα ήταν η ίδια αφού έχει συνδεθεί πλέον άρρηκτα μαζί τους. Και ναι α) ομολογώ ότι κι εγώ αρχικά νόμιζα ότι τα υπέροχα φωνητικά του Ollie Wride ήταν γυναικεία, β) πέρασα ένα Σαββατοκύριακο κολλημένος στο Twitter έτσι ώστε να καταφέρω να παραγγείλω μία κόπια από την πρώτη κοπή σε βινύλιο.

Κλείνοντας, το άνωθι brain dump με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι τα 10’s ήταν λιγότερο άσχημα απ’ όσο ήθελα αρχικά να δηλώσω, αλλά παρ’όλα αυτά και με πάση υποκειμενικότητα, μου άφησαν λιγότερο έντονες συγκινήσεις και παραστάσεις απ’ ότι τα 90’s και τα 00’s.

Τα ξαναλέμε σε 10 χρόνια!

Πάνος Αγόρος