NTRVW: Dysemblem, “Can you hear the funeral bell, Ringing in your mind?”

Στους πρόποδες του χειμώνα μίλησα με τον Aees για το δεύτερο album των Dysemblem, “Autotomy” που πρόσφατα κυκλοφόρησε η III Damnation Productions. Παρακάτω θα βρείτε όλα όσα μου είπε, χωρισμένα σε πέντε κεφάλαια.

Κεφάλαιο πρώτο, Μουσική..

Aees DysemblemΗ μουσική έρχεται πάντα πρώτη. Αν δεν υπάρχουν ήχοι να δημιουργήσουν τοπίο, δεν βρίσκω νόημα να γράψω στίχους. Επίσης, αν δεν νιώθω μια εσωτερική κλωτσιά να βάλω μια δόνηση σε νότες, δεν βρίσκω νόημα να γράψω μουσική.

Το να βρω κάτι να με «κλωτσήσει» δεν είναι ποτέ αυτοσκοπός. Για να είναι αυθεντικό, πρέπει να έρχεται σαν φυσική ανάγκη – και συνήθως έρχεται σε απροσδόκητες στιγμές. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική δημιουργία συνδέεται με κάτι που όντως κυνηγάω – να κρατήσω μακριά την μιζέρια της ζωής. Παράλληλα για τον ίδιο σκοπό θα περάσω και σε άλλες δραστηριότητές όπως οι επισκέψεις σε μουσεία, το διάβασμα, οι πολεμικές τέχνες ή και πιο απλά πράγματα όπως οι βόλτες σε νέους τόπους. Όλα αυτά μου δίνουν παραπάνω ερεθίσματα, τα οποία βοηθούν με τη σειρά τους την «κλωτσιά» να έρθει.

Μουσικά, βλέπω τους Dysemblem σαν σχήμα με κεντρικό άξονα το Death Metal. Πάνω σε αυτόν έρχονται να προστεθούν επιρροές από άλλα είδη μουσικής, από παραδοσιακό heavy metal, doom, black, thrash αλλά και blues, 60 ’s-70 ‘s rock, ορχηστρικά soundtracks και κλασσικούς συνθέτες. Όλα αυτά βέβαια μόνο αν χωράνε στο πρίσμα της δυσφορίας μέσα στο οποίο λειτουργούμε.

Από την αρχή, σκοπός για τους Dysemblem ήταν να δώσουν ένα death metal πρόσωπο στο εσωστρεφές black metal της πρώτης και της δεύτερης περιόδου (Bathory, Celtic Frost, Darkthrone, Beherit), ή αντιστρόφως ένα εσωστρεφές black metal πρόσωπο στο σκοτεινό death metal των Autopsy, Bolt Thrower, Morbid Angel και Necrophagia.

Με το καινούριο άλμπουμ θέλαμε να κρατήσουμε αυτή την οδό αλλά και ν’ ανοίξουμε λίγο περισσότερο τον ορίζοντα αυτού του εγχειρήματος. Προσωπικά δεν βρίσκω νόημα στην μίμηση ενός ύφους, δε μου αρέσει ο περιορισμός σ’ ένα καλούπι ούτε πάλι θεωρώ πως υπάρχουν τρόποι παιξίματος που δεν χωράνε σε αυτό τον ήχο. Η μουσική υπάρχει για να εκφράζει εμάς, όχι το αντίστροφο. Όλο αυτό έγινε όμως με απόλυτο σεβασμό και αγάπη για τον ήχο, αφού δεν έχω καμία διάθεση να παρουσιάσω μουσική, που σαν ακροατής δεν θα της έδινα το χαρακτηρισμό του death, doom ή έστω γενικά του ακραίου metal.

Κεφάλαιο Δεύτερο, Στίχοι..     

f1

Στο “Autotomy” η προσέγγιση είναι αρκετά αφαιρετική αλλά όχι αόριστη. Πλάσματα της φαντασίας συναντούν πλάσματα της μυθολογίας, έννοιες της ψυχολογίας, στοιχεία της φύσης και όργανα πάλης και τομής. Όλα αυτά έρχονται να μεταδώσουν συναισθήματα και σκέψεις μ’ έναν άγριο και προκλητικό τρόπο, καλώντας τον ακροατή να γεμίσει τα κενά που επίτηδες υπάρχουν εκεί.

Είμαι σχετικά παραδοσιακός στη στιχουργική μου προσέγγιση. Μια ωραία ομοιοκαταληξία, μια ενδιαφέρουσα παρήχηση, μια στρωτή δομή είναι πάντα καλοδεχούμενα αλλά όχι και απαραίτητα. Πολλά ξενύχτια και πρωινά αφιερώθηκαν στο να βρω τις κατάλληλες λέξεις – τις λέξεις που μετέφεραν το νόημα που ήθελα, που κάθονταν καλά στο μέτρο και τη γλώσσα και θα κέντριζαν το ενδιαφέρον. Ειδικά για το “Shining Torment” πέρασα μήνες φτιάχνοντας προσχέδια τα οποία τελικά κατέληξαν στα σκουπίδια, αφήνοντας πίσω τους αυτό το πολύ μικρό απόσπασμα που βρίσκεται στον δίσκο. Για το “Charge” ακόμα θυμάμαι ακριβώς την διαδικασία. Για 3 μέρες στη σειρά ξυπνούσα γύρω στις 5 το πρωί με λέξεις που στριφογύριζαν στο κεφάλι μου, σηκωνόμουν με αγωνία για να μη τις ξεχάσω, καταλήγοντας να περνάω ώρες πάνω απ’ το χαρτί αλλάζοντάς τους θέση και μορφή για να συνοδέυσουν τη μουσική.

Στο καινούριο άλμπουμ χρησιμοποίησα πολλές τεχνικές από κείμενα που έχουν γραφτεί για να διαβάζονται φωναχτά: προσευχές και χαιρετισμούς της Ορθόδοξης εκκλησίας, αυτοκρατορικές αναγγελίες, στρατιωτικές εντολές, παραμύθια, έπη και άλλες μορφές παραδοσιακής λογοτεχνίας. Μια άλλη τεχνική που ξεκίνησε από το “Some Never Do” demo και συνεχίζει ως και το “Autotomy” είναι η αναφορά, παραλλαγή ή οικειοποίηση αποσπασμάτων ή φράσεων από το γενικότερο χώρο του rock/metal. Στο καινούριο άλμπουμ λοιπόν έχουμε αναφορές σε Blasphemy, Celtic Frost, Hawkwind, Manowar, Marduk, Morbid Angel και φυσικά Black Sabbath.

Έτσι όπως έχουν τοποθετηθεί τα κομμάτια σκιαγραφούν, όχι τόσο μια ιστορία, όσο μια αλλαγή στάσης. Ξεκινώντας από το “Funerary Sceptre” που μιλάει για την απόλυτη παραίτηση και αυτοκαταστροφή, κινούνται σε παρόμοια αλλά όλο και πιο ενεργητικά θέματα μέχρι να φτάσουν στο “Unquiet Peace” και τη συνειδητοποίηση που εκφράζει, για να συνεχίσουν στη διακήρυξη ανυποταγής με το “Charge” και το “Lava Prayer”. Στη συνέχεια έχουμε τη δυάδα της οργής “Vultures” και “Shining Torment” μέχρι τον εορτασμό του πόνου στο “Death Sabbath”.

Κεφάλαιο Τρίτο, Αισθητική.. 

Παρόλο που οι Dysemblem είναι metal σχήμα, η αισθητική τους έχει (εν μέρει συνειδητά) διαμορφωθεί σε κάτι σχεδόν έξω-μεταλλικό. Για τη μουσική που γράφω προτίμησα να χρησιμοποιήσω ένα φόντο που να παραπέμπει περισσότερο σε άλλες μου αγάπες, όπως π.χ. οι πίνακες του Hieronymus Bosch, του Francisco Goya και του Otto Dix· οι ταινίες του Hitchcock, του Bergman και του Carpenter· ή αισθητική που παραπέμπει σε group όπως Killing Joke ή Crass. Τα demo συγκεκριμένα είναι ξεκάθαρα προς την κατεύθυνση των τελευταίων, με εξώφυλλα που εστιάζουν σ’ ένα απλό σύμβολο πάνω σε άσπρο φόντο. Τα εξώφυλλα των singles (“ICXC” και “The Axeman”) κινούνται σε Carpenter-ική αισθητική, ενώ για το ντεμπούτο (“Strength of Giants”) χρησιμοποίησα έναν πίνακα του Goya μαζί μ’ ένα σκίτσο των Viral Graphics, που κινείται σε πλαίσια Bosch/Dix λογικής.

Για το νέο άλμπουμ, η συνεργασία με τους Viral Graphics αποδείχτηκε καταλυτική σε αυτό τον τομέα. Η αρχική μου ιδέα ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που κατέληξε στο άλμπουμ. Μέσα από συζητήσεις με τους γραφίστες, βρέθηκα να περιγράφω κάτι σχετικό με αυτό που βλέπεις στο εξώφυλλο. Το συζητήσαμε πολύ, καταλήξαμε σε λεπτομέρειες σχετικά με το concept, και στη συνέχεια μου το παρουσίασαν και με άφησαν με ανοιχτό το στόμα!

Print

Το εξώφυλλο απεικονίζει έναν άνθρωπο στη μέση μιας αφιλόξενης ερήμου. Έχει πέσει στα γόνατα εξαντλημένος και όρνεα τον πλησιάζουν απειλητικά. Αυτό παρουσιάζει αρκετά πιστά το πώς ένιωθα την καθημερινότητά, μέσα στα χρόνια της δημιουργίας του αλμπουμ. Το σώμα του είναι σκισμένο από μια ακτίνα που τον συνδέει με το σύμπαν. Αυτό αντανακλά και τον τίτλο του άλμπουμ. Αυτοτομή, είναι η διαδικασία του ν’ αφαιρείς μέρος του εαυτού σου. Σα λέξη φέρνει μαζί της έννοιες πόνου, θέλησης, ανάγκης, θανάτου, αλλαγής και συνέχισης της ζωής.

Η άλλη εικόνα που κοσμεί τον δίσκο, το φλεγόμενο όρνεο, είναι μεν απόρροια των στίχων του άλμπουμ (“Vultures”) αλλά φυσικά και μια ευθεία αναφορά στο “Screaming for Vengeance” των Judas Priest. Σε αυτό όμως δεν είχα καμία ανάμιξη – είναι καθαρά έμπνευση του δημιουργού, με τον οποίον όμως μοιραζόμαστε μεγάλη αγάπη για τους metal gods!

Egl

Κεφάλαιο Τέταρτο, Έμπνευση.. 

Η φύση είναι μια μόνιμη πηγή έμπνευσης, κυριώς όμως για το “Autotomy” στράφηκα στη χλωρίδα και την πανίδα της πόλης – αυτοί οι καταδικασμένοι μικρόκοσμοι.

Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι ακόμα μία! Τόσο σαν φιλόσοφος όσο και σαν λογοτέχνης με καθηλώνει με την γλώσσα του και το εγχείρημά του να φέρει κοντά έννοιες του φυσικού και του υπερ-φυσικού. Ειδικά με το έπος του «Ο Τελευταίος Πειρασμός» παρουσίασε ένα έργο που αψηφά τον χρόνο. Επίσης, η αλληλογραφία του με την εκκλησία της εποχής του, είναι από τις πιο επαναστατικές εκφάνσεις της Ελλάδας του 20ου αιώνα.

Κυρίως όμως, το Μεταλ! Στο χώρο μου βρίσκονται εκτεθειμένα συνεχώς πολλά άλμπουμ, εξώφυλλα από σχήματα ό,τι είδους metal μπορείς να φανταστείς (εκτός από ξεκάθαρα, ολοστρόγγυλα, μονοδιάστατα NS), που αλλάζουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, και θέλοντας ή μη διαμορφώνουν την έκφραση των Dysemblem. Καλλιτέχνες όπως οι Judas Priest, Iron Maiden, Darkthrone, Bathory, Aura Noir, Burzum, Iced Earth, Sepultura, Antaeus, Hellhammer, Immolation, Von, Black Witchery, Paradise Lost, Autopsy, κ.α. έχουν προσφέρει έργα τέχνης που μπορώ να ακούω και να κοιτάω με τις ώρες.

Τα δύο τελευταία συγκροτήματα που ανέφερα αποτέλεσαν και τα βασικά σημεία αναφοράς για τη δημιουργία του “Autotomy”.

tpsAutopsy: Άντε τώρα να πεις ποιό από τα 4 πρώτα είναι το καλύτερο… Για τις ανάγκες του νεου album το “Mental Funeral” έδωσε το στίγμα. Ψυχεδελικά κρύα ατμόσφαιρα, άρρωστοι στίχοι και ερμηνείες, τελετουργικά ενοχλητικές αρμονίες, παράφωνες ακουστικές κιθάρες… Πολύπλευρο Death Metal, όπως ακριβώς θέλουμε και τους Dysemblem. Το εξώφυλλο από μόνο του αποτελεί αστείρευτη πηγή έμπνευσης.

prd lstParadise Lost: Ξανά, άντε να βρεις ποιό από τα 5 πρώτα είναι το καλύτερο… Από άποψη ήχου και συνθετικής προσέγγισης όμως, θα έλεγα ότι το “Lost Paradise” είναι πιο κοντά στο “Autotomy”. Σαφώς death metal αλλά και ανοιχτό σε άλλα είδη, από thrash και heavy μέχρι doom και grind. Αιχμηρά riffs κι αφιλόξενη ατμόσφαιρα που δημιουργούν το τέλειο έδαφος για τα νεκρικά φωνητικά και τους αλλόκοτους στίχους. Απίστευτο εξώφυλλο επίσης, και θέλω να πιστεύω ότι συγγενεύει λίγο με του “Autotomy” όχι μόνο στα concepts και την αισθητική τους αλλά και στο ότι είναι ανοιχτά σε πολλές ερμηνείες.

Κεφάλαιο Πέμπτο, Κατακλείδα..

lgΟι Dysemblem υπάρχουν για να μετατρέπουν τη θλίψη σε γιορτή και τον αρνητισμό σε υπερηφάνεια. Η κατάθεσή μας στρέφει τη βία και την αντίσταση προς την ασχήμια της ανθρώπινης ψυχής και έτσι λειτουργεί σαν μαχαιριά τόσο για τους άλλους όσο και για τον εαυτό μας. Αν αγγίξει κάποιους, αποστολή εξετελέσθη.

https://iii-damnationproductions.blogspot.com/

 

 

Summoners Of the Muse: Obsequiae "The Palms Of Sorrowed Kings"

“Sodden floor of the woodlands
Scattered with severed petals
Beneficence of the Springtide
Observed by a younger Sun

When all songs are heard
And buds are on the bough
The Goddess’s pale countenance
Reigns over all that grows

White as the footprints of Olwen
The flowering ash reveals
Sap of the sky-fallen manna
Harvested in the ancestress’s fields

Dull and faded ochre stains the landscape like iron

Pools of a vernal paradise
Reflect the splendors of the season
In a furious palette of iridescence
Where the Meliai bathe undisturbed

Light of equal duration
Radiance shown upon stone
Emanating aligned formations
Shadows cast a vernal unknown”

(Pools Of A Vernal Paradise)

Το τρίτο από τα έξι μέρη της μεσαιωνικής σειράς Lady And The Unicorn με τίτλο Hearing, την οποία το σχήμα χρησιμοποίησε στο ομώνυμο demo του, το 2009.

Θα απαιτούσε έρευνα και έκταση να καταγράψει κάποιος τις εφαρμογές των (υπό μια μεταμοντέρνα οπτική, θεωρούμενων/αντιλαμβανόμενων στη σημερινή εποχή ως) μεσαιωνικών μουσικών στοιχείων/οργάνων/θεματικών στο metal κόσμο, όμως για χάρη του κειμένου (και για να τονίσουμε περαιτέρω την ιδιαιτερότητα των όντως ξεχωριστών Obsequiae) θα μπορούσαμε να ορίσουμε δύο μεγάλες αρχικές κατηγορίες: 1) τα folk metal σχήματα με τη συνύπαρξη παραδοσιακών metal οργάνων και οργάνων στις συνθέσεις (όπως άσκαυλοι, άρπες, διάφορα κρουστά), το αντίστοιχο “εξωτικό” image και στίχους της εποχής (με χαρακτηριστικότερο σχήμα μάλλον τους Γερμανούς In Extremo, ακολουθούμενους από τους πιο κλασικότροπους Haggard κοκ) και 2) τα black metal σχήματα και κυκλοφορίες με μεσαιωνικό image ή θεματικές, όπου συνήθως η χρήση τέτοιων στοιχείων είναι μάλλον περιορισμένη (κάποια μουσικά θέματα μέσα στις συνθέσεις ήχοι φλάουτου ή περάσματα με ακουστικές κιθάρες), αλλά έχουν το χαρακτηριστικό πως έχουν αφομοιώσει στιχουργικά/αισθητικά την έντονα δυϊκή θεώρηση του κόσμου, εκείνης της περιόδου (ας πούμε χονδρικά περί ενός αγνού πνευματικού πεδίου του Θεού και ενός μιαρού/μολυσμένου/αμαρτωλού υλικού πεδίου, συν τις ποινικές/λογοκριτικές/δεισιδαιμονικές προεκτάσεις που είχε σαν κοινωνική επίδραση) την οποία όμως φυσικά ανέστρεψαν πλήρως δημιουργικά υπέρ του “κακού” πόλου, την πολεμική αισθητική της αλλά και το φολκλόρ της.

Η δεύτερη κατηγορία σίγουρα παρήγαγε κάποια αριστουργήματα, κάποια πολύ καλά albums και ένα από τα επιβλητικότερα photo sessions στην ιστορία του ιδιώματος, μεταξύ άλλων. Στη δεύτερη κατηγορία φυσικά μπορούν να συμπεριληφθούν και σχήματα όπως οι Summoning ή οι Caladan Brood, ανοίγοντας έτσι μια γενικότερη κουβέντα περί του τι θεωρείται (και πως κατέληξε να θεωρείται)  ως μεσαιωνικό στοιχείο σήμερα, μέσω των διάφορων πτυχών της ποπ κουλτούρας όπως η φανταστική λογοτεχνία κοκ.

Οι αμερικανοί Obsequiae λοιπόν, στη σελίδα τους στο metal archives χαρακτηρίζονται ως melodic black metal σχήμα, μια κατηγοριοποίηση που μάλλον πιο πολύ δειχνει την τάση και επιθυμία που έχουμε (ως ακροατές/μουσικογραφιάδες/έμποροι) να εντάσσουμε τα πάντα-όσο κι αν “στριμώχνονται”-σε ένα ήδη οριοθετημένο πλαίσιο χάριν συνεννόησης/κατανόησης και ως προς αυτό η ταμπέλα black metal αποτελεί ένα “σιγουράκι”, αφενός επειδή το ιδίωμα είναι παραγωγικότατο (προφανώς και με πολλή πλέμπα μέσα, φυσικά) και αφετέρου επειδή έχει επεκταθεί υφολογικά αρκετά ώστε να περιλάμβάνει και πράγματα πλήρως αντιθετικά μεταξύ τους (ακόμα και χωρίς να συνυπολογίσουμε τις “post” πτυχές του). Παραμένει μια συμβατική ταμπέλα πάντως, καθώς το σχήμα από την αρχή της δραστηριοποίησης του έχει και εξελίσσει χαρακτηριστικά που δεν ταυτίζονται με καμιά από τις παραπάνω δύο μεγάλες κατηγορίες που προαναφέρθηκαν.

Αρχικά, οι Obsequiae είναι μετριοπαθείς ως προς τον “μεσαιωνισμό” τους από την αρχή της πορείας τους και μέχρι σήμερα σε επίπεδο εικόνας και δηλώσεων: δεν διακηρύττουν κάποιες δάφνες αυθεντικότητας η βαθύτερης προσέγγισης (άσχετα αν θα μπορούσαν), ενώ η σκηνική τους παρουσία δεν περιλαμβάνει αντίστοιχα αξεσουάρ. Παρόλα αυτά αυτή τους η στάση (το ότι δηλαδή τα εν λόγω στοιχεία τους υφίστανται σε ένα πλαίσιο έξω από το θεατρικό χαρακτήρα του αντίστοιχου image που υπάρχει στις περισσότερες προαναφερθείσες περιπτώσεις) τους έχει καθιερώσει στα μάτια του μεταλλικού συναφιού ως μια πιο αυθεντική περίπτωση παραδόξως, παρά το αντίθετο.

Δεύτερον, η προαναφερθείσα υιοθέτηση και αντιστροφή του “ιεροεξεταστικού” μοντέλου που πραγματοποιούν τα μαυρομεταλλικά σχήματα που δημιουργούν με μεσαιωνικές θεματικές (“εμείς είμαστε ο μιαρός υλικός κόσμος/το δαιμονικό στοιχείο και οι μάγοι/μάγισσες που φοβάστε” κοκ) αλλά και οι πολεμικές ατμόσφαιρες, απουσιάζουν. Ο στιχουργικός κόσμος των Obsequiae έχει έντονες αναφορές σε μύθους και χαρακτήρες της ελληνικής και κέλτικης/ουαλικής (μεταξύ άλλων) μυθολογίας,προφανώς μεσαιωνικούς όρους, έντονη φυσιολατρεία, ποιητική γραφή και μια γενικότερη ατμόσφαιρα που ταυτίζεται με το μυστηριακό, το νοσταλγικό και το ρομαντικό, αλλά σπάνια με το σκοτεινό στοιχείο. Όσο με αφορά, το Aria Of Vernal Tombs λόγου χάρη συγχρονίζεται πολύ καλύτερα με της μονοφωνικές και πολυφωνικές συνθέσεις του Llibre Vermell de Montserrat (τις βρίσκετε σε διάφορες εκτελέσεις με ένα απλό youtube search) παρά με το Verwüstung / Invoke the Dark Age των Abigor ή το (τρομερό κατά τα άλλα) Witchcraft των Obtained Enslavement, το οποίο είναι μάλλον μια προφανής διαπίστωση.

Τρίτον, οι Obsequiae συνειδητά διαφοροποιούν τα ακουστικά/”μεσαιωνικά” κομμάτια από τα metal (στα δύο τελευταία albums τους λόγου χάρη τα instrumental κομμάτια στα οποία ακούμε την άρπα του Vicente La Camera Mariño, δεν παρεμβάλλονται ανάμεσα στις άλλες συνθέσεις, αλλά λειτουργούν σαν ιντερλούδια), μολονότι προφανώς αντίστοιχα μουσικά θέματα/περάσματα υπάρχουν και στις metal συνθέσεις. Για την ακρίβεια, ο mainman του σχήματος Tanner Anderson έχει δηλώσει πως θα ήθελε να κάνει ένα album αμιγούς μεσαιωνικής μουσικής αλλά σαν ξεχωριστό project, το οποίο σημαίνει πως αναγνωρίζει πως στη δική του (με την ευρεία έννοια) metal τέχνη οι δισολίες και τα riffs (οι κιθάρες γενικότερα) είναι τα πρωτεύοντα για τη δημιουργία ατμόσφαιρας πάνω από όλα και δεδομένης της καταγωγής και των εφηβικών ερεθισμάτων μου, μπορώ να κάνω συγκεκριμένους συνειρμούς σχετικούς με αυτή τη νοοτροπία:

Προφανώς αντίστοιχα κάποιος θα μπορούσε να αναφέρει τους Amorphis του 1994 ή τους Dark Tranquillity του 1993 (δηλωμένη κιόλας από τον ίδιο τον Anderson ως μεγάλη επιρροή) ή ακόμα και τους (προ 21ου αιώνα) Septic Flesh αντίστοιχα και η αλήθεια είναι πως αν πρέπει σώνει και καλά οι Obsequiae να ενταχθούν σε ένα πλαίσιο αυτό είναι το καταλληλότερο, των extreme (death/doom επί το πλείστον, μολονότι οι Rotting Christ του 1996 είναι χαρακτηριστικότατη περίπτωση) σχημάτων δηλαδή που στο πρώτο μισό των 90’s καλλιέργησαν το καθένα το δικό του ατμοσφαιρικό ύφος, χωρίς όμως να “αραιώνουν” το metal χαρακτήρα τους ηχητικά.

Με το φετινό τρίτο full-length τους ονόματι “The Palms of Sorrowed Kings” (το οποίο αποτέλεσε και την αφορμή για την παρούσα σύνοψη) λοιπόν, οι Obsequiae δε διαφοροποιούνται ριζικά από το προαναφερθέν πλαίσιο συνεπώς δεν υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης που υπήρξε στο ντεμπούτο τους “Suspended In The Brume Of Eos” του 2011 ή η εισαγωγή κάποιου νέου στοιχείου όπως λόγου χάρη η άρπα στο προ τετραετίας “Aria Of Vernal Tombs”: παρ’ όλα αυτά, αφενός αποτελεί κατά τον γράφοντα το ποιοτικότερο δείγμα γραφής τους μέχρι τώρα και αφετέρου η ίδια η μοναδικότητα της προσέγγισης τους (δεν υπάρχει άλλο σχήμα στη σκηνή σήμερα σαν αυτούς), τους παρέχει το καλύτερο “συγχωροχάρτι”.

Κοντολογίς (και έχοντας πάντα υπόψη τα χαρακτηριστικά της εγχώριας μεταλλικής ταυτότητας), όσοι από εσάς νοσταλγείτε/προτιμάτε τις περιόδους των Rotting Christ και Septic Flesh όπου οι κιθάρες και η ανάδειξη των θεμάτων τους ήταν ο κύριος πυρήνας των συνθέσεων τους, όσοι θεωρείτε πως το όραμα των Lordian Guard δεν υλοποιήθηκε ποτέ πλήρως,αλλά και όσοι έχετε σε περίοπτη θέση στην καρδιά σας το Aion των Dead Can Dance, (ξέρετε για άλλη μια φορά πως) εδώ θα νιώσετε σαν το σπίτι σας. Για τους υπόλοιπους, η μοναδική απάντηση που έχετε να δώσετε στον εαυτό σας αν δεν έχετε έρθει ακόμα σε επαφή μαζί τους είναι αν εν τέλει αποζητάτε ή έστω, δε σας χαλάει η ομορφιά στις μεταλλικές φαντασιακές σας αποδράσεις. Μη βιαστείτε να απαντήσετε, πριν τσεκάρετε το παρακάτω link.

 

label

RKRD KLLKTR: Τέξας Χαρντκόρος (POWER TRIP, ολίγη από JUDICIARY)

Ίντρο – P.O. box s(t)orry

Τα άνωθι απεικονιζόμενα βινύλια είναι τα περιεχόμενα ενός πολυαναμενόμενου/ πολύτιμου/ πολυπαθούς πακέτου. Είχε σταλεί από την Γερμανία προς την ταχυδρομική θυρίδα μου αλλά δεν έφτασε ποτέ, καθώς η συγκεκριμένη υπηρεσία της DHL δεν παραδίδει σε Τ.Θ., μία λεπτομέρεια την οποία το προσωπικό της Coretex Records, του webstore από το οποίο παρήγγειλα, αγνοούσε και συνεπώς δεν είχε αναγράψει το σχετικό ACHTUNG!-ACHTUNG! στην φόρμα παραγγελίας.

Προς τιμήν τους όμως, αναγνώρισαν το λάθος και ξαναέστειλαν το πακέτο με δικά τους έξοδα. Η σωστή εξυπηρέτηση πελατών δεν είναι δυστυχώς αυτονόητη.

Σε αντίστοιχο πρόβλημα παράδοσης την ίδια περίοδο από την επίσης Γερμανική High Roller Records, ο ιδιοκτήτης μου απάντησε με θράσος -άκουσων! άκουσων!-ότι θα έπρεπε να γνώριζα αυτήν την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου τρόπου παράδοσης της DHL Γερμανίας (είναι κάτι σαν ταχυδρομική υπηρεσία που προσφέρει, και όχι η κλασσική παράδοση courrier) την οποία ακόμα και ο ίδιος δεν ήξερε.

Εν τέλει αναγκάστηκε να μου επιστρέψει τα λεφτά της παραγγελίας με μισή καρδιά (αλλιώς θα τον κατουρούσα ωραιότατα στο στόμα με ένα claim για μη-παραδομένα αγαθά) , ευχαριστώντας με ειρωνικά για την απώλεια. Για του λόγου το αληθές, φάτε έναν μαλάκα.

Όχι τίποτα άλλο, εξ’αιτίας του καραγκιόζη δε μπόρεσε να προσγειωθεί ακόμα στο πικάπ μου η δισκάρα των Βlack Viper, την οποία είχα ανακαλύψει χάρη στo Radio Fenriz 45.

JUDICIARY “Surface Noise” LP, περί εγχρώμων βινυλίων

 

Με την παρουσιάση αυτού του album εγκαινιάσαμε το Ndrgrnd Kmmndz. Όταν είχε κυκλοφορήσει και πριν τον αποκτήσω σε βινύλιο, είχε έρθει στα χέρια μου το The Axis Of Equality” LP με το ομώνυμο demo στη μία πλευρά και το “Demo ’14” στην άλλη (βλέπε την ύστατη στήλη Underground Kommandoz της σύνθεσης Αγόρος/Σκούρας στο Metal Hammer Μαρτίου 201999).

Είχα γράψει τότε ότι η έκδοση που είχα σε ανάμεικτο μωβ βινύλιο είχε αρκετό surface noise (“η ίδια η ζωή έχει surface noise”, τάδε έφη John Peel – Rest In Power).

“Somebody was trying to tell me that CDs are better than vinyl because they don’t have any surface noise. I said, ‘Listen, mate, *life* has surface noise.” (John Peel)

Αυτό που δεν είχα γράψει είναι ότι ήταν λίγο οξύμωρο το να έχει surface noise το βινύλιο μίας μπάντας, η οποία έδωσε το όνομα του φαινομένου στον επόμενο δίσκο της!

Ευτυχώς η έκδοση του “Surface Noise” που ήρθε στα χέρια μου, αν και κομμένη κι αυτή σε ανάμεικτο βινύλιο, παίζει μια χαρά και δεν φαίνεται πολύ άσχημη (“τα ανάμεικτα βινύλια είναι σαν χαλασμένες τούρτες”, όπως παρατήρησε κάποτε πολύ σωστά ο σύντροφος Κωνσταντίνος Ψυχάς από την Viral Graphics).

Κι εδώ να ανοίξω μία παρένθεση περί χρωμάτων βινυλίου, αφού ολοένα και περισσότεροι μουσικόφιλοι στρέφονται (ξανά) στο βινύλιο, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας Λεηλατητή.

Η ηχητική ποιότητα του βινυλίου ανά χρώμα:
διαφανές** > μαύρο > έγχρωμο > ανάμεικτο > picture

** το αν το μαύρο ή διαφανές βινύλιο έχει τον καλύτερο ήχο είναι μία ατελείωτη συζήτηση για βινυλιοσπασίκλες από την οποία δεν έχω βγάλει άκρη (π.χ. δείτε εδώ κι εδώ). Οι θιασώτες του δεύτερου υποστηρίζουν ότι αυτό ισχύει επειδή διαφανές είναι το original, άρα ανόθευτο χρώμα του βινυλίου, αφού το μαύρο και όλα τα υπόλοιπα χρώματα προκύπτουν χάρη στην προσθήκη επιπλέον υλικού.

Πίσω στην έκδοση που μας απασχολεί,είναι ομορφότατη και πολύ προσεγμένη, οπότε συγχωρώ στη μπάντα και στην Closed Casket Activities το γεγονός ότι δεν υπάρχει σκέτο μαύρο βινύλιο.

Συνολικά κόπηκε σε τρία χρώματα και στις εξής ποσότητες:

  • 200 – Half White & Half Royal Blue with Red Splatter
  • 300 – Black & Bone Mix (αυτό που έχω)
  • 500 – Metallic Gold in Ultra Clear

Το jacket είναι gatefold και το βινύλιο περικλείεται σε τυπωμένα inner sleeves. Αυτό είναι η δεύτερη ατασθαλεία της έκδοσης, αφού τα τυπωμένα inner sleeves είναι γενικά κακή ιδέα αφού είτε κατά την ταχυδρομική αποστολή είτε κατά την καθημερινή μεταχείριση είναι πού εύκολο να γίνουν τα μικροσκισίματα στα οποία οι βινυλιοσπασίκλες αναφερόμαστε σαν seam splits.

Power Trip: αν όχι εμείς τότε ποιός;

Power Trip live by Steven Ruud

Είναι παράδοξο το ότι ανακάλυψα μία από τις κρίσιμες μπάντες της δεκαετίας στο τέλος της αλλά και σημάδι των καιρών (μείνετε συντονισμένοι για κάποια λόγια από τους Kmmndz σχετικά με τα 10’s)…

Οι Power Trip μας γυρνάνε πίσω στα 80’s όταν το hardcore και thrash συνυπήρχαν φυσικά στο ίδιο οικοσύστημα και ήταν συγκοινωνούντα δοχεία. Παρ’όλα αυτά δεν πρόκειται για αυστηρά retro κατάσταση.

Από τη μία το πάθος τους είναι πολύ κοντά στο feeling  των μυθικών εποχών όταν μεγαθήρια σας τους Cro-Mags, Exodus και Nuclear Assault μεσουρανούσαν και η συνθετική ιδιοφυϊα τους κάνει κομμάτια σαν το “Suffer No Fool” να στέκονται ισότιμα πλάι στους ύμνους της περίοδου (το συγκεκριμένο και λόγω του τίτλου, εξ’αρχής συνδυάστηκε στο μυαλό μου με το “Fools Die” των Killing Time).

Από την άλλη, ο υπερ-αποτελεσματικός μοντέρνος ήχος, η ένταση της μουσικής (τόσο live όσο και σε δίσκο) και των στίχων τους εγγράφουν στο πνεύμα της εποχής και στην αιχμή του σύγχρονου μουσικού underground.

Get up,
Out of your cave and into the fire
Time’s short, this is our last resort
To get through to you, what have I got to do?
Who’s going to be the difference?
If not us,
Then who?
If not us, then who?
Sound off,
Take a look at your life, tell me to what do you aspire?
I want to know how far you’re willing to go
Can’t stop the force of ruin, this world will run through you
If not now, then when?
If not us, then who?
If not us, then who?

POWER TRIP “If Not Us Then Who” από το “Nighmare Logic” (2017)

Opening Fire: 2008-2014

 

Το πρώτο από τα 3 LP’s του πακέτου κυκλοφόρησε το 2018, αποτελώντας τον κατάλληλο εορτασμό για τα 10 πρώτα χρόνια ζωής της μπάντας.

Περιλαμβάνει όλο το υλικό που δεν συμπεριλήφθηκε μέχρι τότε στα 2 full-lengths. Μακριά από μία βαρετή συλλογή-αρπαχτή, περιέχει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια της μπάντας και τα οποία είναι ήδη κλασσικά, όπως το προαναφερθέν “Suffer No Fool”, αλλά και τα “Divine Apprehension”, “Acid”, “This World”, το ανατριχιαστικό μονόλεπτο “Questions”, κλπ.

What the hell are we supposed to do if this world is dead, with nothing left to lose?
How could anyone carry us over this wall?
Can we stop the gears in motion?
Will we find a cure for this poison?
Or has this generation buried itself alive?

POWER TRIP “Questions” από το “Opening Fire: 2008-2014”

Πιο συγκεκριμένα όσον αφορά την προέλευση των κομματιών, στην πρώτη πλευρά έχουμε τα τρία κομμάτια του ομώνυμου επτάιντσου (συμπεριλαμβανομένης της διασκευής στο “Brainwave” των Prong!) και τα “This World” και “Hammer of Doubt” αντίστοιχα από τις συλλογές “The Extermination Vol: 2” και “America’s Hardcore”.

Στην δεύτερη πλευρά έχουμε μία συμπαγή οντότητα: τα 6 κομμάτια τα οποία αναφέρονται σαν  “The Armageddon Blues Sessions” και τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες κυκλοφορίες.

Αυτής της πολύ προσεγμένης έκδοσης έχει επιληφθεί η Dark Operative Records, ένα νεοσυσταθέν label το οποίο ξεκίνησε to 2018 μία παλιά καραβάνα της σκηνής, ο Brent Eyestone μετά το τέλος της Magic Bullet Records. Την τελευταία θα θυμούνται με συγκίνηση οι φίλοι του hydrahead metal, αφού κυκλοφόρησε δίσκους από αρκετές μπάντες του γαλαξία της Hydrahead αλλά και άλλες γνωστές μας: Boy Sets Fire, Stephen Brodsky, Οld Man Gloom, Jesuit, Made Out Of Babies, Beastmilk, Gehenna, Integrity, 5ive, κλπ. Είχαν δε κυκλοφορήσει ένα από τα αγαπημένα CD’s της συλλογής μου: το υπέροχο διάφανο CDEP του “Moons Of Jupiter” των Cave In!

To “Opening Fire: 2008-2014” έχει κοπεί σε 6 χρώματα. Εγώ έχω την Purple Marble έκδοση, αλλά αν είχα την επιλογή θα προτιμούσα την clear. To  artwork έχει σχεδιάσει ο Matt Stikker από το Portland, o οποίος παίζει στους Drouth και Iron Scepter. Περιλαμβάνεται ένθετο με τους στίχους και λοιπές πληροφορίες.

Manifest Decimation (2013)

 

To “Manifest Decimation” είναι το ντεμπούτο full-length των Power Trip. Aποτελείται από επτά νέα κομμάτια και μία επαναηχογράφηση του “The Hammer Of Doubt” η οποία κλείνει κατάλληλα τον δίσκο ξεκινώντας με αυτό το sample από το “Blood Simple” των αδερφών Κοέν:

The world is full o’ complainers. An’ the fact is, nothin’ comes with a guarantee. Now I don’t care if you’re the pope of Rome, President of the United States or Man of the Year; somethin’ can all go wrong. Now go on ahead, y’know, complain, tell your problems to your neighbor, ask for help, ‘n watch him fly. Now, in Russia, they got it mapped out so that everyone pulls for everyone else… that’s the theory, anyway. But what I know about is Texas, an’ down here… you’re on your own.

Blood Simple, 1984

Έχοντας ήδη δείξει εξαιρετικά δείγματα γραφής με μικρότερης διάρκειας κυκλοφορίες, εδώ επιβεβαίωσαν ότι μπορούν να κυκλοφορήσουν ένα full-length 100% αντάξιο της κλασσικής μουσικής η οποία τους ενέπνευσε κι επιβάλλονται σαν μία από τις μεγαλύτερες μπάντες των καιρών μας. Κομμάτια σαν τα “Heretic’s Fork”, “Conditioned To Death”, “Crossbreaker” (ύποδειγματική αρχή δεύτερης πλευράς βινυλίου!), το ομώνυμο δεν αφήνουν καμμία αμφιβολία γι’αυτό…

 

Ο ήχος και το ύφος τους έχοντας γίνει πιο metal πλέον, πολλοί  διατηρούμε μια αδυναμία για το πρώιμο, πιο αγνό/hardcore/τραχύ υλικό τους, έτσι όπως τεκμηριώνεται στο “Opening Fire: 2008-2014” (κάποιοι μάλιστα καυτηρίασαν την επαναηχογράφηση εδώ του “The Hammer Of Doubt”).  Σε κάθε περίπτωση όμως πρόκειται για ΔΙΣΚΑΡΑ.

Η Southern Lord έχει κόψει το βινύλιο σε διάφορα περισσότερο ή λιγότερο γελοία ή/και αξιοσυλλέξιμα χρώματα (Toxic Swamp Green – σοβαρά τώρα;). Εγώ κάνω την δουλειά μου με το απλό μαύρο repress του 2017. Το layout είναι λιτό με το (ουδέτερο/αδιάφορο για μένα) εξώφυλλο του Paolo Girardi να πλαισιώνεται από όμορφες live φωτό στο οπισθόφυλλο και στο ένθετο.

Nightmare Logic (2017)

 

Οι Τεξανοί πήραν τον χρόνο τους για να κυκλοφορήσουν δεύτερο album.  Tέσσερα χρόνια μετά το ντεμπούτο τους, χτύπησαν με 8 νέα κομμάτια  στην ίδια, πιο μεταλλική/thrash κατεύθυνση.

Arthur Rizk – άνθρωπος που ποζάρει με flight Akitsa είναι δικός μου

Πάντα με παραγωγή από τον Arthur Rizk ( ο οποίος έχει δουλέψει και με Cirith Ungol, Inquisition, Goat Semen, κλπ), θεωρώ ότι μαρτυρά την εξέλιξη τους σαν συνθέτες αφού περιέχει ακόμα καλύτερα και πιο μνημειώδη κομμάτια απ’ότι το “Manifest Decimation”.

Μέσα από τον thrash ήχο και ύφος, το σκληροπυρηνικό αυτί θα αγαλλιαστεί στην ακρόαση των περασμάτων εκείνων που μαρτυρούν το hardcore υπόβαθρο της μπάντας: το groovy intro του “Ruination” και το Cro-Mags χώσιμο στην συνέχεια, τα hardcore beats με τα οποία ξεκινάει και κλείνει το “Executioner’s Tax (Swing of the Axe), κλπ.

Power Trip live by Eric Karjala

Eκτός από το να μας κλωτσάει στο κεφάλι, η μπάντα ξέρει να μας προετοιμάζει με industrial/dark ambient intros/outros (τα οποία μας θυμίζουν αναπόφευκτα Antaeus) αλλά και να μας υπνωτίζει (το δεύτερο μισό του “If Not Us Then Who”).

Όσον αφορά το βινύλιο, αν κρίνουμε από τις πολλαπλές κοπές, η μπάντα έχει αρκετή εμπορική επιτυχία. Και πάλι είμαι ευχαριστημένος με την απλή μαύρη κόπια μου! Το δισέλιδο ένθετο έχει τους στίχους από τη μία μεριά και γίνεται poster από την άλλη με ένα ωραίο κολάζ από live photos (βλέπε το κέντρο της TXHC σύνθεσης για καλοκαιρινή βεράντα). Το εξώφυλλο ζωγράφισε ξανά ο Paolo Girardi στον οποίο επιμένει η μπάντα προς απογοήτευση μου – πιστεύω ότι τους ταιριάζει καλύτερα αισθητική τύπου Pushead ή Ed Repka.

Άουτρο – μπόνους τράξ

 

Tον Οκτώβριο οι Power Trip κυκλοφόρησαν σαν ψηφιακό single το νέο τραγούδι “Hornet’s Nest”. Όσοι βινύλιοι παρευρεθούν στο φθινοπωρινό co-headlining tour με τους High on Fire θα αγοράσουν σίγουρα το 7″ tour flexi.

Για να πάρετε μία γεύση live από Power Trip, από τα πολλά videos που είναι διαθέσιμα επέλεξα σαν κατάλληλο το σύντομο set τους για το The Strombo Show, παιγμένο στο σαλόνι του ομογενή George Stroumboulopoulos!

Πάρτε κατ’ευθείαν από το 1989 και το κλασσικό “Miles To Go” ΕΡ της NYHC μπάντας ΟUTBURST, από το οποίο διασκευάζουν το “When Things Go Wrong” στο άνωθι mini-live!

Σεμεδάκι & Φοντάν: Abhor/Abysmal Grief “Legione Occulta / Ministerium Diaboli”

Πως θα ήταν η αισθητική ενός album, αν ο δημιουργός κρύβει στα καμώματά του, τα δικά σου μύχια σύμβολα; Η Μεγάλη Ιταλική συνουσία ράβει το μυαλό σου, με κλωστή από τα βαφτιστικά σου ρουχαλάκια, για να κλειδώσει την καθεστηκυία τάξη που το κυβερνά. Είναι τοποθετημένη με ακρίβεια να θωπεύει το υποσυνείδητό, ενώ χαζογελάς, ανήμπορος ν’ αντιδράσεις στο πνεύμα της ιλαρότητας που σου προσφέρει. Ανασταλεί κάθε ικμάδα της κράσης σου, κι εσύ χάσκεις αποσβολωμένος μπροστά στο χοντροκομμένο πανηγύρι του ζοφερού τρόμου που ετόλμησαν.

Στο πρώτο κομμάτι “Legione Occulta” οι ημίθεοι Ιταλοί Abhor ντύνουν με μουσικές νότες έναν εξορκισμό. Άμεση εισαγωγή στο θέμα με ένταση στα riff σε mid-tempo ρυθμό, άτρωτα φωνητικά και organ μεγαλοπρέπεια μέχρι να σκάσει το κουκούλι. Τότε, τα γυναικεία «φωνητικά» (δαιμονισμένη) που υβρίζουν στα Ιταλικά, καθώς και η επιτακτική δυναμική του ιερέα (εξορκιστή) δίνουν την δυνατότητα στον Ulfhedhnir (ή τον Domine Saevum Graven) να διηγηθούν την ιστορία από την πλευρά του βιβλικά Κακού. To heavy πλαίσιο του ρυθμού και τα πλήκτρα δυναμιτίζουν όσα γίνονται στο background, δημιουργώντας μια αγχώδη εσωτερική ένταση που καθώς η διαδικασία προχωρά μετατρέπεται σε μάγκωμα ψυχής και σαγήνη για όσα επιτελούνται. Ο εξορκισμός δημιουργεί μια εμμονή, μέσα στην οποία ενώ δεν θες να δεις- κοιτάς -και τελικά τίποτε δεν αφήνει να σιγάσει το πάθος και η αποστροφή που σε κυριεύουν. Αποταγή! άναψε τα φώτα και σκέψου πόσο θα μας είχε στιγματίσει αν το έγραφαν στα 90’s.. Το “Possession Obsession” συνεχίζει την διήγηση μ’ ένα εξαιρετικό κεντρικό riff. Μπορεί να είναι το «κανονικό» κομμάτι του split, σε δομικό επίπεδο, αλλά χρησιμοποιεί ιδανικά τα κλισέ της occult εκεχειρίας. Κυρίως στο συνδυασμό riff και πλήκτρα που ολοένα και μετατρέπουν τον ρυθμό, καταφέρνοντας να συνεπάρει σταδιακά και τελικά να δυναμιτίζει με τρόπο που σε μαγνητίζει. Το επιστέγασμα της μουσικής των Abhor θα δοθεί μ’ αισθητική ζοφερής αρχοντιάς.

Abhor

Larte Dellorrore: Ο άνθρωπος στο εξώφυλλο είναι δαιμονισμένος. Το βλέμμα του είναι χαμένο κάπου μέσα του ψάχνοντας τι βρωμερό στέκει επάνω στην καρδιά του, ενώ το αίμα στάζει από ακαθόριστες πληγές στα λευκά σεντόνια. Το σημείο που οδηγεί στην αρπαγή του νου, είναι η στάση δυσώπησης (επίμονη παράκληση, ικεσία) που μοιάζει να οδηγείται το σώμα, από την ελάχιστη ψυχή που απέμεινε στο κατεχόμενο κουφάρι. Σαν οδική βοήθεια στα κανάλια του υποσυνείδητου, η εικόνα αυτή μας πηγαίνει πίσω σε αφετηριακά οδυνηρά συμβάντα. Στιγμές που έχουμε κρατήσει, όπως ο άρρωστος συγγενής στο κρεββάτι. Οι Ιταλοί χτυπούν με αμόνι την υπόφυση του ποιμνίου, χρησιμοποιώντας το λευκό σεντόνι, την παλιά πρίζα, τον διακόπτη στον πράσινο τοίχο και βέβαια τον εσταυρωμένο (το ότι είναι βαλμένος ανάποδα, χάριν θέματος, δεν αλλάζει τις πλοηγήσεις του υποσυνειδήτου). Το παλαιό σπίτι κουβαλά και άσχημες αναμνήσεις, που κάπως/κάποτε θα γίνουν ολοζώντανές σκηνές σε όσους κρατούν τη θύμηση του κακού.

Οι Abysmal Grief βάζουν τη βελόνα στη τελετουργική νηνεμία και φτιάχνουν το μεγαλύτερο έπος της ιστορίας τους, υπό τον τίτλο “Ministerium Diaboli”, που είναι χωρισμένο σε τρία μέρη. Το πρώτο τρίλεπτο λειτουργεί σαν intro. Περίφημα πλήκτρα και φωνές μιλούν αδιόρατα στο αμφιθέατρο των αποφάσεων και απροσδιόριστα μας οδηγούν στη μυστικιστική φαντασμαγορία, όταν λίγο πριν το τέταρτο λεπτό, η επαναλαμβανόμενη και εύκρατα πένθιμη μελωδία των πλήκτρων αλλάζει ρότα στη διήγηση. Τότε, ο βαρύτονος ξεκινά ν’ απαγγέλει με ύφος γραμματικού, ακατάλυπτα λόγια που μας ταξιδεύουν μεθυστικά δίπλα στη μουσική διάβαση, μέχρι ν’ αφεθούμε μετέωροι στον υπνωτικό λήθαργο που ξυπνά έναν άλλο εαυτό, εαυτό μυστηρίων. Λίγο πριν το ένατο λεπτό αρχινά η doom κατάβαση. Το αργό σουλάτσο με τις heavy κιθάρες έρχεται σαν είδος βαδίσματος και θα μεγαλώσει με φωνές ωσότου βγει σε solo κουμπωμένο στο ύφος, με την απαραίτητη φρενίτιδα εντός των doom τειχών. Το επιστέγασμα της μουσικής των Abysmal Grief θα δοθεί μ’ αισθητική εστέτ παρακμής.

Abysmal

Larte Dellorrore: Μπαίνεις πάλι στο σπίτι της θείας που δεν είναι πλέον κοντά μας. Έχει σκόνη επάνω στον πλαστικό μουσαμά, αράχνες ντύνουν τα κρύσταλλά στη παλιά σερβάντα. Μα εσύ στέκεις όρθιος και κοιτάς το τραπέζι που καθόσαστε παλιά, θυμάσαι την πορτοκαλάδα στο κακοπλυμένο ποτήρι. Μα το τραπέζι έχει πια εγκαταλειφθεί. Σαν οδική βοήθεια στα κανάλια του υποσυνείδητου, η εικόνα αυτή μας πηγαίνει πίσω σε τυπικές υποχρεώσεις. Στιγμές που όλοι έχουμε ζήσει, όπως ο καταναγκασμός των εθιμοτυπικών επισκέψεων (Και μην ξεχάσεις, τώρα που θα φτάσουμε, να πεις τα χρόνια πολλά στη θεία). Οι Ιταλοί χτυπούν με αμόνι την υπόφυση του ποιμνίου, χρησιμοποιώντας σεμεδάκι σε τραπέζι καθιστικού, δίπλα σε τσίγκινο τασάκι και μαύρη φοντανιέρα. Σαν κερασάκι στη τούρτα μαρτύριο, ο κόρυμβος του τρόμου, το αποκεφαλισμένο παιχνίδι του μακρινού παρελθόντος..

Γυρνώντας ως αντίδωρο το δώρο που μας έκαναν Abhor & Abysmal Grief, πάμε να τιμήσουμε τους προπάτορες αλλά και την ιστορία του Ιταλικού Black Metal. Με πλοηγό τον βαρκάρη με το δρέπανο θα φτάσουμε στην Alessandria του Piedmont, όταν οι δούλοι της μίζερης καταχνιάς τράνταζαν τα μάρμαρα του ψόφου.

Mortuary Drape “Into the Catachthonium”

Catachthonium

Κανονικά, θα έπρεπε να έβαζα το All the Witches Dance” για να βλέπατε το εξώφυλλο στην μεγαλοπρέπειά του. Ωστόσο, το 2002 βγήκε ένα bootleg compilation από την Unisound, με τίτλο που ξεκλειδώνει και υποσυνείδητο τεχνοκράτη. Ακόμα νιώθω θαυμασμό για τη λέξη Catachthonium (ο Τζανετάτος υπέγραψε εδώ, ότι και να ήταν/όπως και να έγιναν τα πράγματα) σε συνδυασμό βέβαια με το απροκάλυπτο πτώμα, τα κεριά και τις πραγματικές εικόνες που είχα (καταπακτή με κόκκαλα και κρανία που είχε/έχει το οστεοφυλάκιο του χωριού μου και ανοίξαμε αρκετές φορές μέσα στα χρόνια).

Στο “Into the Catachthonium” θα βρούμε το ντεμπούτο του ’94 και το Ep του ’92, άρα την βασική δράση των Ιταλών όταν έγραφαν ιστορία στο underground. Το Black Metal των Mortuary Drape οφείλει πολλά σε Venom, Mercyful Fate, το thrash των late 80’s αλλά και τα soundtrack των Ιταλικών θρίλερ. Πέρα από αυτά, είναι βαπτισμένο στον ελληνικό ήχο, όπως αυτός διαμορφώθηκε από Νecromantia, Varathron και Rotting Christ. Το άρτιο κέντημα όλων τα παραπάνω εμφανίζει μια λαμπυρίζουσα προσωπικότητα, που θα ήταν τελικά δίκαιο να θεωρηθεί αυτόνομη. Δομικά το heavy riffing κρατά τα γκέμια στ’ άλογα του occult άρματος. Μελωδικά περάσματα και ουσιαστικά samples χρωματίζουν την πλοκή ενώ η χρήση γυναικείων φωνητικών μας μεταφέρει πέρα μακριά από σκοτεινούς αιώνες στις παρυφές του Άδη. Η ουσία της ομίχλης που πλουμίζουν τα συγκεκριμένα μοτίβα είναι καθοριστική για το μεγαλείο των Ιταλών. Το βασικό χαρακτηριστικό του χθες είναι παρόν. Μια κιθάρα παίζει μπροστά από το ρυθμικό μέρος, δημιουργώντας άδειο «χώρο» (λυπάμαι που ενώ υπήρξε αναβίωση του ελληνικού ήχου, ακόμα δεν το είδα σαν εφαρμογή), παράλληλα αυτό που κάνουν με τα solos είναι αξιοσημείωτο. Γιατί το solo σαν τρόπος παιξίματος είναι πολύ μακριά από το μαυρομεταλλικό ύφος και ήθος (solo=επίδειξη και όχι ουσία) και οι Ιταλοί κατάφεραν περίφημα να το εντάξουν χωρίς να γλασάρουν την πλοκή. Το μπάσο είναι σημείο αναφοράς και δουλεύει πολύ (περισσότερο στο Ep “Into the Drape”) ενώ τα φωνητικά έχουν αυτή τη βαθιά και παχιά άρθρωση που εν μέρη μπουκώνει αλλά τελικά βοηθά το σύνολο να κοντέψει το μνήμα απ’ τον περίβολο. Εκτιμώ, πως το παλαντζάρισμα metal ρυθμός/ατμόσφαιρα δεν αναιρούσε την σκιά τότε, ενώ στο σήμερα έχει σημεία που τα λες και cheesy. Το πάντρεμα αυτό ήταν όμως ο σκοπός, ήθελαν την ενσωμάτωση και είναι καταδεκτικό του τρόπου που έγραφαν. Εδώ έχουμε ιστορία, που αναφέρει τις δύο αυτές κυκλοφορίες στην ομάδα εκείνων που δημιουργούσαν την οπτική. Με λίγα λόγια, έτσι οδηγήθηκε το heavy metal στο σκοτάδι και αργότερα απέκτησε την αυτόνομη δύναμη να σκουρύνει οριστικά. Οι Mortuary Drape είναι ένα σχήμα που στα πρώιμα χρόνια είχε περιβληθεί καπνούς μυστηρίου σχετιζόμενο με αίρεση. Είναι δεκάδες οι φήμες για μέλη πτωμάτων επί σκηνής αλλά και οι εικασίες (κάποιες ήταν αλήθεια, στο μέτρο του επιτρεπτού) για τα Live που έκαναν. Ωστόσο το βασικό μοντέλο κεριά, κουκούλες και απόκρυφα διακριτικά έζησε από το χθές μέχρι και το σήμερα..

official να ‘ν οι ώρες σας.

Ο δεύτερος λόγος που μ’ έκανε να επιλέξω το bootleg αντί για το Full-album είναι οικονομικός. Νισάφι πια με την ακριβή ιστορία του black metal, που είναι ανοιχτή σε μια ακαθόριστη ελίτ, που πληρώνει χρήματα επειδή της είπανε πως πρέπει, ενώ παίζει να μη νιώθει δράμι. Είναι γελοίο να κοστίζει το ντεμπούτο του ’94, σαράντα ευρώ στην ελάχιστη τιμή του discogs, ενώ το συγκεκριμένο bootleg να κάνει στη χειρότερη όσο ένα εισιτήριο σινεμά. Παράλληλα είναι και ζήτημα ευκολίας. Κάθε κυκλοφορία πρέπει να μπορεί να βρεθεί. Τα bootleg σαν αυτό, δεν πωλούνται πλέον στο discogs, αλλά σίγουρα θα τα βρείτε στο μοναστηράκι σε μαγαζιά ή σε κάποια λίστα. Πιστεύω ακράδαντα πως κάθε κυκλοφορία θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται στη κατοχή των οπαδών (και προφανώς δεν έχουν όλοι χρήματα για να βρουν την πρώτη κοπή). Η πρόσβαση είναι προϋπόθεση της αγοράς. Η αγορά είναι συμμετοχή. Η συμμετοχή δημιουργεί αντικείμενα μνήμης.

Αντικείμενα Μνήμης.

Μια κυκλοφορία σε οποιαδήποτε μορφή κι αν αποκτηθεί, είναι ένα αντικείμενο μνήμης. Το υλικό μέρος ενός album καταφέρνει να εσωκλείει συναισθήματα που ταξιδεύουν από το παρελθόν κάθε εαυτού στο εκάστοτε παρόν έκθεσης. Με τον τρόπο αυτό υπάρχει ένα ανοιχτό κανάλι μνήμης και συναισθηματικής προόδου απέναντί στο album. Είναι προφανές πως αυτή η πρόοδος είναι παράλληλα και προσωπική/εσωτερική, που θα πάει ακόμα πιο βαθιά μέσα μας. Ωστόσο, εδώ μας ενδιαφέρει η κυκλοφορία ως διαχρονικό εργαλείο, σε σχέση με το ίδιο το περιεχόμενο. Κάθε εποχή κουβαλά πολλά στοιχεία που την θυμίζουν, όταν το album έρχεται στα χέρια μας και ξεκινά η διαδικασία αναπαραγωγής. Πέρα από τη μουσική και τους στίχους, είναι το artwork και οι φωτογραφίες αλλά και λεπτομέρειες όπως η ποιότητα του χαρτιού και του πλαστικού ή ακόμα και η προχειρότητα ή τα λάθη (όπως για παράδειγμα το tracklist του “Into the Catachthonium”- γιατί μαθαίνεις για τη demo period από τον λάθος τίτλο στο τελευταίο κομμάτι) που ενδεχομένως έχει. Σκοπός του αντικειμένου μνήμης είναι να προκαλέσει «εισβολή του παρελθόντος» σε κάθε εκάστοτε παρόν έκθεσης. Ο σκόπελος αυτής της «εισβολής» είναι η νοσταλγία, γιατί η διαδικασία χρωματίζει άμεσα το σήμερα με την ώχρα του χθες. Αναζητάμε το περιεχόμενο, με το βάθος της συσχέτισης που έχει επιτελέσει η ζύμωση του χρόνου. Κι εδώ η νοσταλγία μπορεί εύκολα να μετασχηματίσει σ’ ένα είδος αυτολύπησης (για το ψυχολογικό παρόν της έκθεσης σε σχέση με το παρελθόν των εκθέσεων). Εκείνο που ενδιαφέρει το νοσταλγό είναι λιγότερο το Παρελθόν από αυτό καθ’ εαυτό το αίσθημα της νοσταλγίας. Αυτό πρέπει να προσπεραστεί, όχι μόνο γιατί σαν ψυχική δρομολόγηση δεν οδηγεί κάπου, αλλά επειδή η «εισβολή του παρελθόντος» είναι παρούσα στο παρόν μέσω ενός αντικειμένου μνήμης. Στόχος δεν είναι η αναβίωση αλλά η εκ νέου κατανόηση του παρελθόντος, με όπλο τη γνώση όσων ήλθαν αργότερα (την εκπαίδευση που έχει πραγματοποιηθεί). Εν τέλη βάση των παραπάνω θα μπορούσε να ειπωθεί πως η έκθεση σε οποιαδήποτε κυκλοφορία του παρελθόντος είναι εν δυνάμει παρόν.

Psicologia Del Miglioramento: Φωτοσκοπούμε τους τριγμούς που επιφέρει η τρομάρα του δαιμονικού στο θυμικό, η πανώλη των δεισιδαιμονιών στη λογική και ο κυνισμός του απευκταίου στο ένστικτο (του ζωντανού που κοιτά ένα πτώμα, γνωρίζοντας πως κάποτε θα πάρει κι αυτός τη θέση του στο μνήμα). Καγχάσαμε ως ανάλγητοι για την πίκρα που μας προσφέρει η γνώση της ζωής και τελικά οδηγηθήκαμε σε συμβιβασμό, αγνοώντας το δεδικασμένο. Ωστόσο, οι μυημένοι στο μυστήριο της μαυρομεταλλικής αισθητικής αλλά και της occult θεματολογίας γενικότερα, έχουν περάσει προ πολλού τον ψυχολογικό φραγμό της αποστροφής μετέχοντας με κέφι στο γλέντι του αποτρόπαιου. Διαθέτουν έναν μηχανισμό στήριξης, ένα φαντασιακό πλαίσιο θέασης που τελικά εκπέμπει ζεστασιά. Μοιάζει σχήμα οξύμωρο αλλά είναι απλά ένα αντισταμινικό ζοφερότητας, μια άχρονη εποχή θρύλων και οιωνών προς την αλλεργία της καλλωπισμένης ρουτίνας του παρφουμαρισμένου τους Τίποτε.

https://ironbonehead.de/frame.htm

 

Σας έγραψα μια κασέτα (περίπου)

Πριν λίγο καιρό, στον πάντα φιλόξενο Archivist.fm κάναμε μαζί με τον Αλέξη τον Bathory μια ωραία εκπομπή στην οποία παίξαμε (κυρίως) doom/death metal πράγματα από τα 90’s.

Επιλέξαμε, (κυρίως) κομμάτια που βγήκαν σε δίσκους 45 στροφών παίζοντας τα όμως στις 33. Το αποτέλεσμα ήταν Αποκαλυπτικό.

Στην περίπτωση που θέλετε να απολαύσετε τα κομμάτια χωρίς την ανούσια φλυαρία μας, σας τα μάζεψα παρακάτω.

Η συνολική διάρκεια τους, βγαίνει κουτί για μια 90άρα κασέτα.

Tracklist

Make yourself all honey, and the flies will devour you.

.