Γενεές Δεκατέσσερις: MISÞYRMING “Algleymi”

noevdiaΚάποτε μόνο και μόνο το Logo της Norma Evangelium Diaboli προκαλούσε τρόμο και δέος. Σεβασμό για το περιεχόμενο, ανεξάρτητα από το project που το φιλοξενούσε. Αυτό το συναίσθημα κράτησε χρόνια. Θόλωσε και άρχισε να σβήνει, όταν ο «αγαπητός», κυκλοφόρησε τη ψαγμενιά “Occult Rock” του trio Aluk Todolo. Δεν είναι μεμπτό ν’ ακούς άλλες μουσικές αλλά μη προσπαθείς να πουλήσεις φούμαρα σε (προ)φανατικούς. Κάποτε μας είπες πως έδιωξες Sinn & Yohann, γιατί πρόδωσαν & ταπείνωσαν τους Hirilorn, με τη συμμετοχή τους σε hardcore project. Είκοσι χρόνια μετά σου πέρασε, είναι για σένα cool να κυκλοφορείς experimental/Psychedelic-Krautrock Rock από ΑΥΤΟ το label;

Αν σε καλούσα σε απολογία για ιδεολογική παλινδρόμηση, φαντάζομαι θ’ απαντούσες κάπως έτσι: «Ο καλλιτέχνης πρέπει να στέκεται πέρα από την αρτηριοσκληρωτική σταθερότητα που κάποτε τον συνέφερε να πρεσβεύει, λόγω καλλιτεχνικού στόχου ή για να δημιουργήσει εκτόπισμα προσωπικότητας αφού δεν είχε το απαραίτητο ταλέντο. Το Modus operandi του ανθρώπου εμπεριέχει μονάχα τη θρησκευτική και ιδεολογική γκάμα που ενδεχόμενος φέρει. Υπάρχει, όμως, κάτι ανώτερο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “Aesthetic operandi”. Συνήθως δίνει εντολές εν κρυπτώ και παραβύστω, λειτουργεί ως επιβλέπων φάρος και θα πάρει τα ινία όταν χαθεί το momentum στις ιδέες και τη πίστη. Είναι τόσο επιβλητική η παρουσία του, που έχει τη δυναμική να μοντάρει τις προτιμήσεις μας στο γνώμονα της αισθητικής που επιτάσσει κάθε εποχή».  

Ανεξάρτητα από το ποια θα ήταν στην πραγματικότητα η απάντησή του, η σχέση μας με την αισθητική αναδίπλωση είναι συγκεκριμένη. Η ώρα που η αναδίπλωση ξεκινά ισοδυναμεί με την ημερομηνία λήξης της συγκίνησης που μας προσφέρει η αισθητική. Από την άλλη πλευρά έχουμε φάει αρκετά ληγμένα, όποτε δε θα κολλήσουμε στη καλλιτεχνική κατανάλωση, ειδικά αν έχει σοβαρό ενδιαφέρον για την εξέλιξή της τέχνης που μας ενδιαφέρει. Αργότερα, αυτό το κείμενο θα ισχυριστεί πως το “Algleymi” (που αγοράστηκε, δικαιολογημένα δίχως προακρόαση) ανήκει στα album αυτής της κατηγορίας.

Íslensk saga

Flames of HellΤο ταξίδι μας μέχρι την Ισλανδία είναι μακρινό, οπότε έχουμε αρκετό χρόνο για μια καλή ιστορική αναδρομή. Πρώτη στάση οι Flames of Hell και το ντεμπούτο τους “Fire And Steel”, που κυκλοφόρησε το 1987 (!). Σχήμα φάντασμα (όσο και iconic) για τους ντόπιους. Όσα έγιναν γνωστά για τα 3 αδέλφια Nicolaison (γνωστοί και φίλοι τους έλεγαν Nicolai), που ήταν πίσω από το project, ήρθαν από το στόμα του παλιού drummer των Potentiam G.Ó. Pálmason (μακρινός ανιψιός τους, η γιαγιά του ήταν αδελφή της μάνας τους). Η ηχογράφηση του μοναδικού album έγινε κρυφά στο studio της Χριστιανικής Αδελφότητας Νέων (YMCA) του Reykjavík. Μάλιστα, όταν ο Steinþór ηχογραφούσε τα φωνητικά, ο Leader της YMCA διαπίστωσε με φρίκη τι ακριβώς συνέβαινε. Το αστείο είναι πως τους άφησε να ολοκληρώσουν τις ηχογραφήσεις (Σκανδιναβική νοοτροπία) κι έπειτα άλλαξε τον χώρο του studio (επειδή το μαγάρισαν) και τους είπε να μην ξαναπατήσουν. Ωστόσο, ειδικά τα φωνητικά είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο του album. Με βάση τις ως τότε επιρροές, εδώ έχουμε ολίγη από King Diamond, Franta Storm και Attila Csihar. Η φωνή του μπορεί να χαρακτηριστεί ως βαρύτονη ψευδο-οπερατική που ξανοίγει σε κραυγές με αλλοπρόσαλλο αποτέλεσμα. Οι δυο Nicolai έπαιζαν στο ντεμπούτο ενώ ο τρίτος, που ζούσε από νωρίς στη Γαλλία, επιμελήθηκε το εξώφυλλο και την κυκλοφορία του Lp (μέσω του εκδοτικού οίκου Draconian Books and Publishing έκανε το label Draconian Records). Μουσικά, έπαιξαν ένα περίεργο κράμα, σα Venom δίχως γκάζια, ενώ στο κομμάτι της αισθητικής αγγίζουν τους Bathory, έχοντας ένα πολύ σκοτεινό concept για την εποχή (Ας μην ξεχνάμε πως το πρώτο Black Metal album ιστορικά είναι το “Under the Sign of the Black Mark”, που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά).

Στα 1990 είχαμε τη obscure κασέτα των Christblood “Massacre in Heaven”, που είναι εδώ μονάχα ως αναφορά για το πέρασμα του πρώιμου Black/Death από την Ισλανδία (λόγω του άθλιου ήχου δεν προτείνω να τη ψάξετε). Στη Death Metal σκηνή, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο ντεμπούτο των Sororicide “The Entity” (1991), το οποίο κουβαλά μια σιδερένια μπάλα στην ανάπτυξη, ικανή φέρει στο μυαλό τους τιτάνες της αργοπορίας Delirium με το κορυφαίο “Zzooouhh” (1990). Η ατμόσφαιρα των Sororicide φωτίζει ιδανικά τη σαπίλα τους μέχρι και σήμερα.

Fire & IceΗ Black Metal εποχή σηματοδοτήθηκε από το “Fire & Ice-An Icelandic Metal Compilation” του 1997, όπου θα βρείτε τα περισσότερα ενεργά σχήματα των 90’s σε διάφορα στιλ και ποιότητες. Ξεχωρίζουν, οι Solstafir  του Til Valhallar (όπως κι αν είναι η σωστή προφορά, εγώ θα το λέω Χαλχαλάρ) τις καλές εποχές που αντέγραφαν ασάλιωτα Burzum, πριν αρχίσουν τα flirt με το hardcore στα φωνητικά ή τα κουραφέξαλα που βάζουν σήμερα (υβρίδια μαζικής κατανάλωσης για όσους θεωρούν τα «πλυντήρια» Prog νοοτροπία). Στα υπόλοιπα έστω και αναφορικά Mind as Mine, Ámsvartnir, Fields of the Filthy. Από εκεί και πέρα στα 00’s υπάρχουν πολλές μεμονωμένες περιπτώσεις όπως το “Bálsýn” (με το καταπληκτικό “Álfablóð” σε άλλο φόντο) των Potentiam (thanx Τόλη) και οι grinders Forgarður Helvítis με τους ποιητικούς στίχους στο “Gerningaveður” (thanx Πάνο).

Τέλος, αν θέλουμε να βάλουμε αφετηρία στην σύγχρονη ιστορία του Ισλανδικού black metal, θα πρέπει να πιάσουμε την demo period των Svartidauði και το κορυφαίο “Flesh Cathedral” (2012). Παράλληλα, όσα έκανε ο H.V Lyngdal με τους Wormlust, που συνοψίζονται στο compilation “The Wormlust Collective” (2012), δίχως βέβαια και να ξεχνάμε και το ντεμπούτο του “The Feral Wisdom” την επόμενη χρονιά. (τα δυο αυτά σχήματα έκαναν το πρώτο τους demo το 2006, οπότε είναι κομβικά για τις μετέπειτα εξελίξεις). Το 2012 είχαμε και το demo των Chao “Spiritus Sankti”, που λίγο αργότερα άλλαξαν όνομα σε Sinmara για να επιτεθούν με το “Aphotic Womb” το 2014.

Söngvar elds og óreiðu

 

SongvarΣτα late 00’s-early 10’s κάθε πικραμένος που κατάφερνε να πιάσει τάστα και χορδές όπως οι Ulcerate, πίστευε ότι κοντεύει το απαύγασμα των 00’s, δηλαδή τους αρπισμούς μέσα στον κυκεώνα άρα το έργο του Christian Bouche από το 2004 μέχρι και σήμερα. Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2015, την χρονιά που οι τυχάρπαστοι Πολωνοί Outre σκύλευσαν τ’ απομεινάρια της θείας κοινωνίας, με όνομα παρμένο από album των Portal και μουσική ξεπατικωτούρα Deathspell Omega. Την ίδια χρονική στιγμή οι Misþyrming ήταν μέσα στο ιερό κι έκοβαν τ’ αντίδωρα του παπαHasjarl. Στο “Ghost Chants” θα δεις τι σημαίνει στυγνή αντιγραφή στο έργο κάποιου, αντίθετα στο ντεμπούτο των Misþyrming θα δεις τι σημαίνει έμπνευση από το έργο κάποιου.

Αρχικά, ομολογώ πως μ’ ενοχλεί αφάνταστα το hype και οι Ισλανδοί το είχαν αυτό από τη πρώτη μέρα. Το σούσουρο οφείλεται σ’ ένα βαθμό στ’ όνομα της Terratur Possessions, γιατί πέραν του ότι έχει καλό όνομα σα label δεν κόβει άμεσα επανεκδόσεις, οπότε δυναμιτίζει τους ενδιαφερόμενους για άμεση αγορά (επειδή αργότερα θα πάει ο κούκος αηδόνι). Όπως είχα σημειώσει στο Underground Kommandoz του Metal Hammer τον Σεπτέμβριο του 2015, το δυναμικό και βαρύ ηχητικό πλαίσιο ήταν η ενδεδειγμένη βάση για να βγουν και να ψαρώσουν το ποίμνιο. Εδώ θα βρούμε την εικαστική λογική και τα φωνητικά των Muknal της Crepúsculo Negro (2012 demo). Στο εσωτερικό τα πυρακτωμένα riff έχουν ευθύβολη ροή και δε σταματούν να ηλεκτρίζουν ούτε στα breaks, ενώ ηχητικά είναι κοντά στις θέσεις των Svartidauði οπότε και το πνευματικό έργο των Deathspell Omega (“…af þjáningu og þrá”, “Ég byggði dyr í eyðimörkinni”). Παράλληλα, στον ήχο της κιθάρας υπάρχουν και άλλες διαστάσεις (στο “Er haustið ber að garði” το riff μπορεί και μιλάει) που προσφέρουν διαβάθμιση στο υλικό. Αν δεν έχετε ακόμα ακούσει το album, είστε ένα βήμα μακριά από το εναρκτήριο “Söngur heiftar” που κουβαλά την ισορροπία της συνέχειας. Αργότερα, θαυμάστε το a la Mortiis/Fata Morgana finale του “Endalokasálmar” και εν κατακλείδι, νιώστε την αγαστή συνεργασία των εμπνεύσεων στο εξαιρετικό “Söngur uppljómunar”.

Εδώ έχουμε έναν νέο μουσικό που απασχόλησε και θα συνεχίσει ν’ απασχολεί το ποίμνιο και στο μέλλον. Ο D.G κατά κόσμο Dagur Gíslason γεννήθηκε το 1993, έγραψε μόνος του το ντεμπούτο ενώ είναι βασικό πρόσωπο πίσω από Naðra, Skáphe, Martröð,〇. Το σπουδαιότερο όλων όμως είναι πως διαμόρφωσε τον black metal ήχο του Ισλανδικού κύματος των 10’s, όντας πίσω από τις περισσότερες δουλειές ως παραγωγός. Συνάμα, τρέχει και το δικό του Label (Vánagandr) αποκλειστικά με Ισλανδικό black metal σε κασέτες! (προοικονομία: ο δρόμος για το overground χτίζεται με καλές προθέσεις).

Αυτό που έκανε στο “Söngvar elds og óreiðu” δεν είναι απλό, αν και στις πρώτες ακροάσεις δε μπορείς να δεις το βάθος του. Η μεθοδολογία ήταν να εισάγει στη μουσική ορθόδοξα τροπάρια αλλά και μοντέρνες πατέντες. Δίχως άγαρμπες κινήσεις, δημιουργεί ένα σύνολο που εκπέμπει και ρέπει στο σήμερα κλείνοντας το μάτι στο χθες. Ολόκληρο το album βγάζει διάθεση και το πράττει με συνεχή κίνηση και ιδέες ολόφωτες. Το drumming του H.R.H (Carpe Noctem, Naðra) δίνει Death Metal αύρα και στιγματίζει την πλοκή. Το ατού που θα προσδώσει διαχρονικότητα είναι το άρτιο songwriting. Ο συνασπισμός ιδεών θα ενώσει το ακατέργαστο με το μελωδικό σε συγκόλληση δίχως ίχνη που φανερώνουν δυστοκία κι έλλειψη κρίσης. Σε αυτό το σημείο μπορεί να ειπωθεί πως ο Ισλανδός δεν ήταν απλά ένας ικανός σιδεράς που βαράει ορθά στο αμόνι του αλλά και μπροστά στη σκέψη. Το δυναμικό χαρακτηριστικό είναι η ενοποίησή όλων των στοιχείων στον καμβά της ατμόσφαιρας. Αυτό είναι και το απόλυτο highlight, γιατί κατόρθωσε να παίξει δίχως να διαταράξει τη μελανή της ηρεμία, ενώ ολόγυρα πυροδοτεί blackmetal του σκοτωμού. Αυτός ο συνδυασμός σε κάνει ν’ αποζητάς το album, ώστε να χαθείς όλο και περισσότερο μέσα στο περιεχόμενο. Κάπως έτσι θα καταστήσει σαφές πως όποιος έχει ταλέντο, κατορθώνει ν’ απλώσει ατμόσφαιρα μέσα στην παικτικότητα, ειδικά αν αυτή δεν έχει τεχνικό ίρτζι.

Live at KEXPort

Λοιπόν, αυτό θα πρέπει να το δείτε ολόκληρο. Για να σας βάλω στο κλίμα μιλάμε για ένα free block party που έγινε το καλοκαίρι του 2016, έξω από ένα hostel στο Reykjavík. Σκοπός ήταν ν’ αναδειχτεί στους επισκέπτες η τοπική Ισλανδική σκηνή σε όλες τις μουσικές τις εκφάνσεις (δεν είχε καν άλλο Metal σχήμα). Άρα η εμφάνιση των Misþyrming δεν ήταν ακριβώς εντός έδρας, μίας και οι περισσότεροι στο κοινό δεν ήταν οικείοι με όσα θ’ άκουγαν. Πέρασαν τέσσερα χρόνια κι εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτό το live είναι ότι πιο φρέσκο, όσο αναφορά την αισθητική που έβαλαν στο black metal όσοι γεννήθηκαν στα 90’s. Γι’ αυτή τη γενιά το Black Metal είναι ένα κατανοητό μουσικό προϊόν, το οποίο έχει τη δική του σκηνή μεν αλλά δε βλέπουν το λόγο να μη το κάνουν προσβάσιμο δε. Πρακτικά εδώ έχουμε την τέλεια μεταγλώττιση των δεδομένων, για να γίνει κατανοητό το αποτέλεσμα ακόμα και σε ανθρώπους που δεν έχουν άνεση με την extreme έκφραση. Είναι τόσο άρτιο το παρουσιαστικό τους (πουκάμισο, παντελόνι και λουσμένοι στο αίμα) γιατί βγάζει ένα zombie image που σίγουρα κλείνει τις αποστάσεις (το “walking dead” έπαιζε εφτά χρόνια μέχρι τότε). Αφού λοιπόν οι αποστάσεις μειωθούν η αντίδραση του ανυποψίαστου δεν είναι η άμεση αποχώρηση. Όπως θα δείτε, οι παρευρισκόμενοι παραμένουν προσπαθώντας να εναρμονιστούν με τη μουσική. Το μόνο που χρειάζεται για να έρθουν πιο κοντά, είναι να νιώσουν τη δύναμη της μελωδίας στα Deathspell-ικά μασήματα του “Friðþæging blýþungra hjartna”. SwΣυμπερασματικά, για το συγκεκριμένο Live ένιωθα την ίδια αμφιταλάντευση με τη φωτογράφιση των Sun Worship (στο πολύ δυνατό “Pale Dawn” του 2016). Είναι και τα δυο αρκετά μακριά από το ζητούμενο, ωστόσο το “Aesthetic operandi” (που ίσως έλεγε και μια ψυχή) δεν είναι ακλόνητο, μεταβάλλεται και σταδιακά θα κάνει αποδεκτές τις μοντέρνες τάσεις που με κάποιον τρόπο μιλούν μέσα μας.

Algleymi

 

extanoΤο πουλέν από τον ορμίσκο του καπνού επέστρεψε με δικαιολογημένη ευεξία αλλά με μια αδικαιολόγητη χαρά και τρόπον τινά πανηγυρική λογική στο ύφος. Πλέον στο Black Metal τους μπορείς να βάλεις το πρόθεμα «μελωδικό» και να περιγράψεις με ακρίβεια που τρέμει η βελόνα της πυξίδας. Στην ουσία εδώ θα βρούμε τον τρόπο που από τούδε και στο εξής θα περιοδεύουν. Η αδυσώπητη ενέργεια (ζέση & ταχύτητες) βρίσκεται σε κάθε σπιθαμή του album καταφέρνοντας να επευφημηθεί. Τα τραγούδια είναι στη πένα, ώστε να μην υπολείπεται κάποιο στο σύνολο. Στον τρόπο που παρουσιάζει τα κομμάτια ίσως φέρει στο μυαλό τους Sektemtum στο “Aut Caesar, aut Nihil”, με τα ευκολομνημόνευτα riff που γλυκοκοιτάζουν τη φάση του black n’ roll (σιχαμένο tag). Στις κιθάρες έπεσε μελέτη, έγραψε κάποια εξαιρετικά riff που διαχέονται και ρέουν. Σε σημεία βέβαια μοιάζουν σα να έχεις βάλει τον Hasjarl με περίστροφο στο κρόταφο να «συμμαζέψει» τις ιδέες του Hunter Hunt-Hendrix. Επιπρόσθετα, τα διακατέχει μια χαρμόσυνη και τρόπον τινά επική αύρα η οποία σε συνδυασμό με το μουντό τέμπλο φαλκιδεύει το peha. Είναι κι αυτό το αναθεματισμένο εναρκτήριο “Orgia” που με σαστίζει, γιατί μ’ έχω πιάσει να χορεύω..

Το βασικό μέλημα του Dagur ήταν να πετύχει μια καθοριστική παραγωγή, που θα κάνει το υλικό άμεσα προσβάσιμο. Το τελικό αποτέλεσμα, όπως φάνηκε και από τις αντιδράσεις, ήταν εκκωφαντικά πετυχημένο. Προσωπικά, θα το χαρακτήριζα κακούργημα με μηδενική ανοχή για εφετείο. Ηθικός αυτουργός της όλης κατάστασης ο “λούστρος των 10’s”, o man από τη Buga της Valle del Cauca, Jaime Gomez Arellano (Recording/Mastering/Mixing σε Altar of Plagues “Teethed Glory & Injury”, Ghost “Opus Eponymous”, Myrkur “M”) δε νομίζω πως χρειάζεται να προσθέσω κάτι περισσότερο. Αλλά πρέπει να θυμάστε πως είναι ο τύπος που έχει πάρει εργολαβία τα Remixing/Remastering σε μεγάλα σχήματα, όπως αυτά που έκαναν οι Paradise Lost και οι Mayhem στο “Grand Declaration of War”. Να είστε σίγουροι πως θα έρθουν κι άλλα, ελπίζω σε πανάκριβα box-set, βούτυρο στο ψωμί όσων χτίζουν βιβλιοθήκη και όχι δισκοθήκη. Αυτό που έχει γίνει εδώ είναι η ακριβής τοποθέτηση του υλικού στην οπτική γωνία που θα μπορούσε να «δει» κι ένας οπαδός των Ghost. Κι αν αυτό αδελφέ μαυρομέταλε (λέμε τώρα) δε σ’ ενοχλεί, φαντάζομαι πως σ’ αρέσουν ακόμα οι Behomoth, περιμένεις με αγωνία το επόμενο Watain και ψάχνεις το μέλλον του Black Metal σε ξεπλύματα τύπου Schammasch.

Δε ζούμε στον ίδιο κόσμο, δε θα περπατήσουμε ΠΟΤΕ στα ίδια μονοπάτια. Για να εξηγηθώ: Το κεντρικό χαρακτηριστικό στο “Algleymi” είναι η άκρατη προσπάθεια να γίνει αρεστό. Δηλαδή, η αντίθετη πορεία από το δόγμα της Ιδέας (ασπρόμαυρο εξώφυλλο, ψύχος, τακτική ενόχλησης στον ακροατή). Κοντολογίς, οι Ισλανδοί θέλουν να γίνουν διασκεδαστές και τραβούν την ατραπό προς το εκκεντρικό easy listening (όρος επιεικής και δίχως μπινελίκι, για τον πρότερο έντιμο βίο). Δεν αντιλέγω πως κατέβαλαν προσπάθεια και σκέψη (αλλαγή τονικότητας) γιατί μετέστρεψαν ολόκληρο το τρόπο μετάδοσης (ήχος). Αν πάμε στη λογική που λέει ότι κατάφεραν να κάνουν χαρμόσυνα riff σε γκρίζο φόντο κι έναν τρομερό ήχο δίχως τη βοήθεια μεγάλου Label, θα ήταν σα να επευφημούμε έναν δολοφόνο για το σημάδι του. Μπορεί να δαπάνησαν μήνες ακόμα και χρόνια, αλλά ο σκοπός είναι συγκεκριμένος και πάει το Project πέρα από την ιδεολογία του underground. Σαν παρηγοριά κρατάμε τα φωνητικά, που συνεχίζουν στην ίδια εμβέλεια (αλλά σε σημεία δε κολλάνε καθόλου με τη μουσική). Την καπνοδόχο που αχνίζει ατμόσφαιρα, η οποία θα διοχετευτεί μ’ έξυπνους τρόπους και σ’ επικίνδυνες στροφές της ροής. Τέλος, το εικαστικό. Το εξώφυλλο του Manuel Tinnemans είναι για μένα το αδελφάκι του “Apocalypticists” (δισκάρα) των Kriegsmaschine. Ο συνοδοιπόρος Δ. Σκούρας θεωρεί ότι είναι πιο κοντά στο “Synarchy of Molten Bones” των Deathspell Omega (στην λογική ίδιο Label/ίδιος καλλιτέχνης).

ΔΕΝ έχουμε ανάγκη από ωραία riff, καλοπαιγμένο και συναυλιακό υλικό. Ψάχνουμε την εξέλιξή ενός εκκολαπτόμενου χαρακτήρα. Κι εδώ βρίσκεται ο λόγος που αγόρασα το “Algleymi” δίχως προακρόαση. Οι Misþyrming μόνταραν χαρακτήρα στο εξαιρετικό ντεμπούτο. Ελπιδοφόρα ήταν και εξέλιξη στο “Hof”, από το split με τους Sinmara το 2017. Τόσο στην παραγωγή που έβγαζε ορθά τον όγκο, όσο και στη τεχνική που είναι ένα κλικ πάνω από το ντεμπούτο. Ωστόσο, από τότε είχε αρχίσει η μπουγάδα στη βρωμιά του ήχου και ειλικρινά δεν περίμενα ότι θα φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Το δεύτερο βήμα έχει μονάχα έναν στόχο, τη πορεία προς τις «διεθνείς αγορές». Υποθέτω πως η επιτυχία που έχει το υλικό των Mgla, ειδικά στα live, επηρεάζει αρκετά σχήματα που απολαμβάνουν να παίζουν μπροστά σε κόσμο ή θέλουν να ζήσουν το ροκ σταριλίκι κάνοντας περιοδείες. Εν κατακλείδι, το υλικό του “Algleymi” έχει ημερομηνία λήξης, διαφορετική για κάθε καταναλωτή. Για μένα έληξε γρήγορα (έχω δυσανεξία στον καλλωπισμό του Black Metal). Θα το ξαναβάλω να παίξει μονάχα αν οι εξελίξεις στα 20’s το επιτάσσουν. Για σένα θα λήξει ανάλογα με το δικό σου “Aesthetic operandi”, όπως θα λέγε και ο εκδότης του. Ο οποίος συνεχίζει ακάθεκτα να είναι ανακόλουθος της ιστορίας του. Μετά τη ψαγμενιά (“Occult Rock”) κυκλοφόρησε δίσκο frozen yogurt (“Algleymi”) και λίγο πριν τελειώσει η χρονιά/δεκαετία μας πέταξε ένα επικό flyer (βγαλμένο από τα 90’s) για να προλογίσει το μυστικό project NEDXXX (είναι ξεδιάντροπα οι Abigor με κάτι ταμ-ταμ) με όνομα ξενοδοχείου ημιδιαμονής (credit Δ. Σκούρας). ΑϊΣιχτίρ! το κόβω εδώ, πάω να βάλω Musta Surma και να διαβάσω τ’ άπαντα του θρυλικού Isten.

https://www.noevdia.com/

 

RKRD KLLKTR: Στα χνώτα των ζώων της φάτνης-Impavida “Antipode”

 

logoΥπήρξε μια εποχή (mid/late 00’s-early 10’s) που το Depressive Black Metal ήταν πολύ δυνατό. Θα μπορούσαμε να πούμε πως έφτασε να θεωρηθεί ακόμα και ξεχωριστό sub-genre. Κάποιος μάλιστα είχε φτιάξει και το Depressive Black Metal blog, που αποδείκνυε του λόγου το αληθές. Δυο «ιστορίες» μου έρχονται στο μυαλό, σχετικά με αυτή τη μουσική διαδρομή από εκείνη την εποχή. Θυμάμαι τον φίλο μου Ηρακλή {[(χωρίς να έχει ακριβώς αυτό το γούστο [οπαδός tool, από αφετηρία, (δε κρατήθηκα!)]} να μου λέει πως κατέβαζε κάνα βράδυ, album από εκείνο το Blog. Ήξερε τι θα βγει σε λίγο από τα ηχεία του. Δεν έψαχνε το καλό σχήμα με τις εξαιρετικές ιδέες, αλλά το ύφος, τον ήχο και την ατμόσφαιρα που θα του έδιναν τα δεδομένα μοτίβα. Θυμάμαι ακόμα τον Τόλη, στο black metal αφιέρωμα του Metal Hammer (τεύχος Νο 299, 11/2009), να λέει αναφερόμενος στο Suicidal/Depressive Black Metal: «Αυτό-ακρωτηριασμός, παραίτηση, αυτοκτονικές τάσεις και πεσιμισμός που κάνει τον Schopenhauer να μοιάζει με τον.. Walt Disney».

Eerie Sceneries

1stΗ ιστορία των Γερμανών Impavida από τη Βεστφαλία δεν είναι μεγάλη και δεν έχει κάποιο πιπεράτο ενδιαφέρον, αλλά έφερε τότε, κοντά με το καταπληκτικό Logo, ένα ώριμο γεμάτο συναισθήματα ντεμπούτο. Εδώ βασιλεύει μια ιδιότυπη ηρεμία, τουλάχιστον στον δικό μου ψυχισμό. Σαν συναίσθημα μοιάζει με την ανακούφιση που νιώθεις μετά από αναπάντεχη τρομάρα ή λίγο μετά το ξύπνημα από έναν απόκοσμο εφιάλτη. Ο τίτλος του album λειτουργεί σαν υποβλητικό εργαλείο, αλλά θα πρέπει να ενδώσεις για να δουλέψει μέσα σου. Θα δεχθείς να συνάψεις και πάλι εκείνη τη παλιά συμφωνία. Μια συμφωνία που θα μπορούσε να θεωρηθεί και ηθελημένη αφέλεια. Ξέρω πως μεγάλωσες και δεν είναι πρέπων ν’ αφεθείς σε όνειρα σαν είσαι ξυπνητός. Μη κουμπώνεσαι, θα’ ναι για λίγο.

eerieΟι συναισθηματικές αποχρώσεις της αθώας περιήγησης που ξεκινούν από την πύλη της πρώτης κοπής σε cd και διαβαίνουν τις καμάρες του υπόγειου, στη φετινή επανέκδοση σε Lp, δεν εμπεριέχουν τρόμο σε πρώτη ανάγνωση. Βαδίζοντας όμως σε τέτοια μέρη, θα περάσεις μια συναισθηματική γκάμα που τον κοντεύει. Θα μπορούσε να ιδωθεί μέσα από τις αναταράξεις του θυμικού που συνοδεύουν τη λέξη «δέος» και το μάγκωμα που επιφέρει στον ψυχισμό το ανεξερεύνητο μέρος, εν προκειμένω ένα εγκαταλελειμμένο μέγαρο ή ακόμα καλύτερα ένα μαυσωλείο. Βαδίζοντας σ’ ανεξερεύνητα μέρη, κάνεις μια αθώα περιήγηση στο σκοτάδι, που το πιθανότερο είναι να μην εμπεριέχει τίποτε. Είναι όμως το χειρότερο μέρος για όποιον κουβαλά, από παιδί, διεγερμένο φαντασιακό. Κάπως έτσι μπορούν να ζωντανέψουν ανείπωτοι τρόμοι, που ζουν μονάχα στο δικό σου μυαλό. Ωστόσο, είπαμε το πιθανότερο είναι να μην υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από εικόνες ερήμωσης, που μαθηματικά οδηγούν τη διάθεση στον τριγμό της απόγνωσης. Η απόγνωση αυτή δεν έχει να κάνει με το συναίσθημα που από λίγο ως πολύ όλοι μας έχουμε βιώσει κοινωνικά. Είναι κάτι διαφορετικό και το μόνο που μπορώ να κάνω για να σας το θυμίσω, είναι να ξυπνήσω (αν υπάρχει ακόμα) έναν πολύ παλιό φόβο. Όταν κάποτε είσαστε μικροί και οι γονείς σας άφηναν για λίγο μόνους στο σπίτι. Ένας μεγάλος κόσμος για έναν μικρό εαυτό, ικανός να μετατρέψει το παχνί της ασφάλειας σε τόπο μαγικό.

Το “Eerie Sceneries” έφερε μαζί του κάποια χαρακτηριστικά που δεν ήταν στο ημερήσιο διαιτολόγιο του depressive, υπάρχει από την αρχή ως το τέλος ένας φρέσκος ήχος και αέρας στις κιθάρες. Ακόμα και τα πιο δυναμικά riff έχουν ένα θετικό σκίρτημα που κάνει το σύνολο ν’ αναπνέει καθ’ όλη την διάρκεια. Η υφή της μουσικής μοιάζει περισσότερο με «σκοτεινό» soundtrack παρά με black metal. Παράλληλα, η ψυχή τους (μέσα από τα φωνητικά) φθίνει και πέφτει ρυτιδιασμένη κατάχαμα, σ’ ένα κόσμο από τον οποίον χάθηκαν τα μυστήρια. Είναι σα να βάζεις την απόγνωση (την original αυτή τη φορά) στη θέση του φρονήματος, αν εδώ αντί για καταθλιπτική περιήγηση είχαμε μάχη. Θα χρησιμοποιήσει samples για να χτίσει και τελικά να υπηρετήσει με συνέπεια τον μοναδικό πυλώνα που είχε, έχει και θα συνεχίζει να έχει το depressive, την ατμόσφαιρα. Το πρόβλημα που φέρει η λέξη ατμόσφαιρα, για μένα που σας γράφω, είναι η πενιχρότητα των συναισθημάτων αποχρώσεων που μεταδίδει. Κανονικά, θα έπρεπε να έχουμε εφεύρει δεκάδες άλλες λέξεις, που σκιαγραφούν την εμβέλεια και τις στρωματικές διαβαθμίσεις στις οποίες θα εκτεθεί λίγο αργότερα ο ακροατής. Δεν τις έχουμε και πορευόμαστε με την ίδια τυποποιημένη λέξη, ας είναι. Η ευφυΐα του ντουέτου θα φανεί στις μικρές στιγμές που θα μετασχηματίσουν τη μονοτονία μ’ έξυπνες χρήσεις των πλήκτρων. Τα ηχητικά τοπία που παράγουν έχουν καμπύλες σε κάθε τραγούδι, κάτι που θα φανεί σαν κίνηση στον σταθερό καμβά του ύφους. Είναι ένας μετασχηματισμός της θλίψης, που μοιάζει με τον αέρα που αλλάζει βαθμιαία και παροδικά την σταθερότητα της φύσης.

‎”Antipode”

Rusalka_BilibinΣτη πρώτη φράση του “Demons’ Eerie Flutes Accompany with the Decay of Corpses Defiled” ο Dennis Blomberg φωνάζει “Rusalka, spirit of water;”. Το όνομα αυτό προέρχεται από την Σλάβικη μυθολογία. Στις περισσότερες εκδοχές Rusalka είναι ένα νεκρό πλάσμα που δεν έχει βρει γαλήνη. Άτομα που πεθαίνουν βίαια και πρόωρα μετατρέπονται σε Ρουσάλκι. Η μυθολογία έβαλε τη γυναίκα ως κεντρικό πρόσωπο σε αυτή την ιστορία, γιατί η καταπίεση που δεχόταν ιστορικά οδήγησε αρκετά νεαρά κορίτσια ν’ αυτοκτονήσουν επειδή ήταν ανύπαντρες εγκυμονούσες. Σαφώς, η ποιητική προτίμηση θα έφερνε πιο μπροστά στη διήγηση όσες προδόθηκαν από τους εραστές τους και αφαίρεσαν τη ζωή τους. Η αλήθεια ωστόσο ήταν ωμή και ακραιφνώς κοινωνική. Rusalka είναι η οπτασία της ψυχής μιας νεαρής γυναίκας που πέθανε κοντά σε ποτάμι ή λίμνη και στοίχειωσε το μέρος. Θα της επιτραπεί να αναπαυθεί εν ειρήνη, μόνο αν πάρει εκδίκηση για το θάνατό της. Αν και η πρωταρχική της κατοικία είναι ο τόπος που έπεφτε νεκρή, έβγαινε από τα νερά τις νύχτες, σκαρφάλωνε σ’ ένα δέντρο και τραγουδούσε. Ακόμα μπορεί να καθόταν στις όχθες του ποταμού και να χτένιζε τα μαλλιά της ή να χόρευε μαζί με άλλες ρουσάλκι στα χωράφια. Η περιγραφή της έχει ως κεντρικό σημείο της μη-ορατές (μαύρες) ίριδες των ματιών της, που σχημάτιζαν μαζί με την κόρη έναν ενιαίο μαύρο κύκλο στον κατάλευκο βολβό των ματιών της. Ήταν υπερβολικά χλωμή με διάφανη επιδερμίδα και χρυσά ή πράσινα βρεγμένα μαλλιά. Δεν μπορούσε να υπάρξει πολύ εκτός νερού, γι’ αυτό είχε πάντοτε μαζί της ένα χτένι. Κάθε φορά που το χρησιμοποιούσε επικαλούνταν το υδάτινο στοιχείο, πάροχο της μεταθανάτιας ενέργειας μέχρι να ολοκληρώσει τον διακαή πόθο, την εκδίκηση. Σύμφωνα με κάποιους μύθους, αν στέγνωναν τα μαλλιά μιας Rusalka θα «πέθαινε» δίχως να έχει ολοκληρώσει το σκοπό της λύτρωσης. Τα πνεύματα ρουσάλκι προέρχονταν και από τα αβάπτιστα μωρά, συνήθως εκτός γάμου, που γι’ αυτό τον λόγο πνίγηκαν από τις μητέρες τους. Στην τελευταία εκδοχή, αυτά θα έπρεπε να εκδικηθούν τη μητέρα που τα φόνευσε.

antipodΠέρασαν έντεκα χρόνια από το ντεμπούτο και οι Impavida επιστρέφουν στα κόκκινα, κοιτώντας με ειλικρίνεια τον ακροατή. Πρόσκληση, σ’ όποιον θέλει να καλπάσει μαζί τους σε μοντέρνους αλλά -ακόμα- true ορίζοντες. Ξεκινώντας από την αναφορά εκ προοιμίου, την πυγμή, το ύφος τους μοιάζει περισσότερο με τη Suicidal Black Metal λογική. Αν θέλουμε να βάλουμε ένα σημείο διαχωρισμού ανάμεσα στο Suicidal και το Depressive, είναι η χρήση ταχύτητας συν ένας extra οδυρμός στα φωνητικά, που ορισμένες φορές ξεπερνά τα εσκεμμένα μελαγχολικά (ψυχικά) τοπία πιάνοντας τις ανηφοριές της οργιαστικής μέθης για φρίκη. Αυτό ακριβώς συμβαίνει κι εδώ. Οι Γερμανοί όμως δεν επέστρεψαν μ’ έναν τυπικό δίσκο για να πάρουν τη θέση τους στα χαρακώματα της απαλεψιάς. Τα εξαιρετικά riff δημιουργούν έναν χαοτικό στρόβιλο μέσα στον οποίο ο νεόφερτος «τραγουδιστής» (εκ των Η.Π.Α) που φέρει το ψευδώνυμο “He, Who Walketh the Void” θα ουρλιάξει αβασάνιστα, δίχως περισπασμό. Στην ακατάπαυστη πορεία οι κιθάρες λιμνάζουν με άριστο τρόπο. Αρχικά μ’ ελαχιστοποίηση της ταχύτητας που σε κάνουν να νιώθεις πως θα ξαναπιάσουν πορείες, μα τελικά με άρτιες μελωδίες ομοιόμορφα μέσα στη ροή. Δεν αργεί όμως να ξεκινήσει και πάλι το κρεσέντο, μ’ εξαιρετικά riff που δημιουργούν όλους εκείνους τους χρωματισμούς που θα λειάνουν όσο χρειάζεται τον ακιδωτό χαρακτήρα της προσπάθειας, βρισκόμενα πίσω από κάθε στροφή της σφοδρής δίνης που σχηματοποιεί η μουσική με τα φωνητικά. Στις επιρροές δεν είναι (ευτυχώς) οι πρόσφατοι Lantlôs (μέχρι και το “.Neon” μετράνε) του έτερου Καππαδόκη Markus Siegenhort (ex-Impavida). Ωστόσο, υπάρχουν riff που μπορεί να θυμίσουν τους Sun Worship στο “Elder Giants” ή τους Αμερικάνους Barbelith του “Mirror Unveiled” (πολύ ενδιαφέρον post/black metal με απρόσμενη δύναμη για το συγκεκριμένο sub-genre και αξιοπρόσεκτες τεχνικές αρετές) όπως οι ίδιοι αναφέρουν με τόλμη (όταν είσαι λίγο πιο παλιός και βάζεις ως έμπνευση κάποιον νεότερο, μετράς διπλά). Παράλληλα όσο αναφορά την έμπνευση στη harsh πλευρά της μουσικής του, ο Dennis υπέδειξε τα “Banished From Time“ του Black Cilice και το compilation των Rhinocervs “Odour Of Dust & Rot“. Αν και μιλάμε για καρφίτσες στ’ άχυρα, έχει 2-3 riff που ίσως φέρουν στο μυαλό τους Deathspell Omega (με θετικό πρόσημο, δίχως την ενοχλητική τάση να βγάλουν τ’ ανίερα μάκτρα του Hasjarl σε άλλες μουσικές εκφράσεις).

in layΤέλος, το ιδιαίτερο εξώφυλλο του Stephen Wilson (Porcupine Tree) ο οποίος περιγράφει τη δουλειά του μέσα από το τρίπτυχο των φράσεων “Self negation, life and death, creation and destruction” είναι εδώ για να εκφράσει τους δύο αντίθετους πόλους. Το σώμα είναι χωρισμένο σε δυο μέρη, το ένα εκπροσωπεί την συντήρηση και το άλλο την καταστροφή της ζωής. Υπάρχει μια εξαιρετική χρήση του λευκού και του γκρίζου, στον μαύρο καμβά, με την ανθρώπινη σιλουέτα όμως να μη βγάζει το ακριβές συναισθηματικό πλαφόν που θα επιθυμούσα. Υπάρχει ωστόσο ένα ακόμα σχέδιο του Wilson στο in-lay (που βλέπετε εδώ στ’ αριστερά) και θα έλεγα πως ενώ δεν εμπίπτει στο concept του album, βγάζει περισσότερα συναισθήματα που εξυπηρετούν το ύφος.

Van Records: Οι κυκλοφορίες του Γερμανικού Label είναι κόσμημα για κάθε δισκοθήκη, όπως άλλωστε ήταν πάντα, μιας και προσέχει ιδιαίτερα τον καταναλωτή (ας μη γελιόμαστε), χρησιμοποιώντας προς όφελός της τα φετίχ του. Η κοπή του Eerie Sceneries σε double LP 180 g είναι στις 291 κόπιες και 2 χρώματα clear/black, ενώ το φετινό “Antipode” σε LP 180 g είναι στις 328 κόπιες και 2 χρώματα clear/black.

Der andere Straße: Έχετε ποτέ παίξει Black Metal δίσκους σε χαμηλό volume;

veineliisΥπάρχουν αρκετά Depressive/suicidal black metal project που μπορείς ν’ απολαύσεις εν είδη soundtrack. Ο τρόπος δεν αναιρεί το ύφος, ωστόσο το συγκεκριμένο sub-genre είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μπορεί να λειτουργήσει άψογα ως ambient κατευόδιο, ειδικότερα τις πρωινές ώρες πριν τη χαραυγή. Στις δικές μου ακροάσεις το ντεμπούτο του Veineliis “Strained Movements Towards Imminent Death” που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά (2008) με το ντεμπούτο των Impavida έχει ακριβώς αυτό τον ρόλο. Ο Γερμανός από το Schwedt του Brandenburg σχηματίζει μελωδικά noise walls σε mid/slow tempos κι έπειτα δυναμιτίζει την πλοκή τους με ταχύτητες αλλά και αντιστρόφως. Η διαδικασία είναι κυκλική και σα καταλάβεις τι ακριβώς κάνει ίσως φανεί κι επιληπτική. Οι τίτλοι των κομματιών, κάποιοι στίχοι στ’ αγγλικά και τα liner notes στο Lp δίνουν περισσότερα σημεία για εμβάθυνση φτάνοντας τον ακροατή ως και τη συνοδοιπορία με τον καλλιτέχνη (π.χ “When Euphoria Turns into Despair”, “Indifference and Disdain”). Συναισθηματικά υπάρχει ένα καταθλιπτικό σύννεφο που κινείται απειλητικά, ως ζοφερό πέπλο διαφοροποίησης του ψυχισμού σου. Εξαρτάται όμως από το ποιος είναι ο δέκτης. Προσωπικά, νιώθω αυτό το album σαν ενήλικο χουζούρεμα. Γνωρίζω πως είναι περίεργος αυτός ο χαρακτηρισμός, αλλά σ’ ένα μυαλό/ψυχισμό που δεν βρίσκεται στο τέλμα της ψυχολογικής πίεσης, το νοητικό/συναισθηματικό γινόμενο μπορεί να είναι πολύ διαφορετικό από τον σκοπό του καλλιτέχνη. Στα παραπάνω συνηγορεί και το γουργουρητό που κάνουν τα riff σε συνδυασμό με τον ήχο στα τύμπανα, που μοιάζει σα καρδιακός σφυγμός και αποκαλύπτει τους κλυδωνισμούς της διάθεσης που θέλει να σε ταξιδέψει.

 

NTRVW: Dysemblem, “Can you hear the funeral bell, Ringing in your mind?”

Στους πρόποδες του χειμώνα μίλησα με τον Aees για το δεύτερο album των Dysemblem, “Autotomy” που πρόσφατα κυκλοφόρησε η III Damnation Productions. Παρακάτω θα βρείτε όλα όσα μου είπε, χωρισμένα σε πέντε κεφάλαια.

Κεφάλαιο πρώτο, Μουσική..

Aees DysemblemΗ μουσική έρχεται πάντα πρώτη. Αν δεν υπάρχουν ήχοι να δημιουργήσουν τοπίο, δεν βρίσκω νόημα να γράψω στίχους. Επίσης, αν δεν νιώθω μια εσωτερική κλωτσιά να βάλω μια δόνηση σε νότες, δεν βρίσκω νόημα να γράψω μουσική.

Το να βρω κάτι να με «κλωτσήσει» δεν είναι ποτέ αυτοσκοπός. Για να είναι αυθεντικό, πρέπει να έρχεται σαν φυσική ανάγκη – και συνήθως έρχεται σε απροσδόκητες στιγμές. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική δημιουργία συνδέεται με κάτι που όντως κυνηγάω – να κρατήσω μακριά την μιζέρια της ζωής. Παράλληλα για τον ίδιο σκοπό θα περάσω και σε άλλες δραστηριότητές όπως οι επισκέψεις σε μουσεία, το διάβασμα, οι πολεμικές τέχνες ή και πιο απλά πράγματα όπως οι βόλτες σε νέους τόπους. Όλα αυτά μου δίνουν παραπάνω ερεθίσματα, τα οποία βοηθούν με τη σειρά τους την «κλωτσιά» να έρθει.

Μουσικά, βλέπω τους Dysemblem σαν σχήμα με κεντρικό άξονα το Death Metal. Πάνω σε αυτόν έρχονται να προστεθούν επιρροές από άλλα είδη μουσικής, από παραδοσιακό heavy metal, doom, black, thrash αλλά και blues, 60 ’s-70 ‘s rock, ορχηστρικά soundtracks και κλασσικούς συνθέτες. Όλα αυτά βέβαια μόνο αν χωράνε στο πρίσμα της δυσφορίας μέσα στο οποίο λειτουργούμε.

Από την αρχή, σκοπός για τους Dysemblem ήταν να δώσουν ένα death metal πρόσωπο στο εσωστρεφές black metal της πρώτης και της δεύτερης περιόδου (Bathory, Celtic Frost, Darkthrone, Beherit), ή αντιστρόφως ένα εσωστρεφές black metal πρόσωπο στο σκοτεινό death metal των Autopsy, Bolt Thrower, Morbid Angel και Necrophagia.

Με το καινούριο άλμπουμ θέλαμε να κρατήσουμε αυτή την οδό αλλά και ν’ ανοίξουμε λίγο περισσότερο τον ορίζοντα αυτού του εγχειρήματος. Προσωπικά δεν βρίσκω νόημα στην μίμηση ενός ύφους, δε μου αρέσει ο περιορισμός σ’ ένα καλούπι ούτε πάλι θεωρώ πως υπάρχουν τρόποι παιξίματος που δεν χωράνε σε αυτό τον ήχο. Η μουσική υπάρχει για να εκφράζει εμάς, όχι το αντίστροφο. Όλο αυτό έγινε όμως με απόλυτο σεβασμό και αγάπη για τον ήχο, αφού δεν έχω καμία διάθεση να παρουσιάσω μουσική, που σαν ακροατής δεν θα της έδινα το χαρακτηρισμό του death, doom ή έστω γενικά του ακραίου metal.

Κεφάλαιο Δεύτερο, Στίχοι..     

f1

Στο “Autotomy” η προσέγγιση είναι αρκετά αφαιρετική αλλά όχι αόριστη. Πλάσματα της φαντασίας συναντούν πλάσματα της μυθολογίας, έννοιες της ψυχολογίας, στοιχεία της φύσης και όργανα πάλης και τομής. Όλα αυτά έρχονται να μεταδώσουν συναισθήματα και σκέψεις μ’ έναν άγριο και προκλητικό τρόπο, καλώντας τον ακροατή να γεμίσει τα κενά που επίτηδες υπάρχουν εκεί.

Είμαι σχετικά παραδοσιακός στη στιχουργική μου προσέγγιση. Μια ωραία ομοιοκαταληξία, μια ενδιαφέρουσα παρήχηση, μια στρωτή δομή είναι πάντα καλοδεχούμενα αλλά όχι και απαραίτητα. Πολλά ξενύχτια και πρωινά αφιερώθηκαν στο να βρω τις κατάλληλες λέξεις – τις λέξεις που μετέφεραν το νόημα που ήθελα, που κάθονταν καλά στο μέτρο και τη γλώσσα και θα κέντριζαν το ενδιαφέρον. Ειδικά για το “Shining Torment” πέρασα μήνες φτιάχνοντας προσχέδια τα οποία τελικά κατέληξαν στα σκουπίδια, αφήνοντας πίσω τους αυτό το πολύ μικρό απόσπασμα που βρίσκεται στον δίσκο. Για το “Charge” ακόμα θυμάμαι ακριβώς την διαδικασία. Για 3 μέρες στη σειρά ξυπνούσα γύρω στις 5 το πρωί με λέξεις που στριφογύριζαν στο κεφάλι μου, σηκωνόμουν με αγωνία για να μη τις ξεχάσω, καταλήγοντας να περνάω ώρες πάνω απ’ το χαρτί αλλάζοντάς τους θέση και μορφή για να συνοδέυσουν τη μουσική.

Στο καινούριο άλμπουμ χρησιμοποίησα πολλές τεχνικές από κείμενα που έχουν γραφτεί για να διαβάζονται φωναχτά: προσευχές και χαιρετισμούς της Ορθόδοξης εκκλησίας, αυτοκρατορικές αναγγελίες, στρατιωτικές εντολές, παραμύθια, έπη και άλλες μορφές παραδοσιακής λογοτεχνίας. Μια άλλη τεχνική που ξεκίνησε από το “Some Never Do” demo και συνεχίζει ως και το “Autotomy” είναι η αναφορά, παραλλαγή ή οικειοποίηση αποσπασμάτων ή φράσεων από το γενικότερο χώρο του rock/metal. Στο καινούριο άλμπουμ λοιπόν έχουμε αναφορές σε Blasphemy, Celtic Frost, Hawkwind, Manowar, Marduk, Morbid Angel και φυσικά Black Sabbath.

Έτσι όπως έχουν τοποθετηθεί τα κομμάτια σκιαγραφούν, όχι τόσο μια ιστορία, όσο μια αλλαγή στάσης. Ξεκινώντας από το “Funerary Sceptre” που μιλάει για την απόλυτη παραίτηση και αυτοκαταστροφή, κινούνται σε παρόμοια αλλά όλο και πιο ενεργητικά θέματα μέχρι να φτάσουν στο “Unquiet Peace” και τη συνειδητοποίηση που εκφράζει, για να συνεχίσουν στη διακήρυξη ανυποταγής με το “Charge” και το “Lava Prayer”. Στη συνέχεια έχουμε τη δυάδα της οργής “Vultures” και “Shining Torment” μέχρι τον εορτασμό του πόνου στο “Death Sabbath”.

Κεφάλαιο Τρίτο, Αισθητική.. 

Παρόλο που οι Dysemblem είναι metal σχήμα, η αισθητική τους έχει (εν μέρει συνειδητά) διαμορφωθεί σε κάτι σχεδόν έξω-μεταλλικό. Για τη μουσική που γράφω προτίμησα να χρησιμοποιήσω ένα φόντο που να παραπέμπει περισσότερο σε άλλες μου αγάπες, όπως π.χ. οι πίνακες του Hieronymus Bosch, του Francisco Goya και του Otto Dix· οι ταινίες του Hitchcock, του Bergman και του Carpenter· ή αισθητική που παραπέμπει σε group όπως Killing Joke ή Crass. Τα demo συγκεκριμένα είναι ξεκάθαρα προς την κατεύθυνση των τελευταίων, με εξώφυλλα που εστιάζουν σ’ ένα απλό σύμβολο πάνω σε άσπρο φόντο. Τα εξώφυλλα των singles (“ICXC” και “The Axeman”) κινούνται σε Carpenter-ική αισθητική, ενώ για το ντεμπούτο (“Strength of Giants”) χρησιμοποίησα έναν πίνακα του Goya μαζί μ’ ένα σκίτσο των Viral Graphics, που κινείται σε πλαίσια Bosch/Dix λογικής.

Για το νέο άλμπουμ, η συνεργασία με τους Viral Graphics αποδείχτηκε καταλυτική σε αυτό τον τομέα. Η αρχική μου ιδέα ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που κατέληξε στο άλμπουμ. Μέσα από συζητήσεις με τους γραφίστες, βρέθηκα να περιγράφω κάτι σχετικό με αυτό που βλέπεις στο εξώφυλλο. Το συζητήσαμε πολύ, καταλήξαμε σε λεπτομέρειες σχετικά με το concept, και στη συνέχεια μου το παρουσίασαν και με άφησαν με ανοιχτό το στόμα!

Print

Το εξώφυλλο απεικονίζει έναν άνθρωπο στη μέση μιας αφιλόξενης ερήμου. Έχει πέσει στα γόνατα εξαντλημένος και όρνεα τον πλησιάζουν απειλητικά. Αυτό παρουσιάζει αρκετά πιστά το πώς ένιωθα την καθημερινότητά, μέσα στα χρόνια της δημιουργίας του αλμπουμ. Το σώμα του είναι σκισμένο από μια ακτίνα που τον συνδέει με το σύμπαν. Αυτό αντανακλά και τον τίτλο του άλμπουμ. Αυτοτομή, είναι η διαδικασία του ν’ αφαιρείς μέρος του εαυτού σου. Σα λέξη φέρνει μαζί της έννοιες πόνου, θέλησης, ανάγκης, θανάτου, αλλαγής και συνέχισης της ζωής.

Η άλλη εικόνα που κοσμεί τον δίσκο, το φλεγόμενο όρνεο, είναι μεν απόρροια των στίχων του άλμπουμ (“Vultures”) αλλά φυσικά και μια ευθεία αναφορά στο “Screaming for Vengeance” των Judas Priest. Σε αυτό όμως δεν είχα καμία ανάμιξη – είναι καθαρά έμπνευση του δημιουργού, με τον οποίον όμως μοιραζόμαστε μεγάλη αγάπη για τους metal gods!

Egl

Κεφάλαιο Τέταρτο, Έμπνευση.. 

Η φύση είναι μια μόνιμη πηγή έμπνευσης, κυριώς όμως για το “Autotomy” στράφηκα στη χλωρίδα και την πανίδα της πόλης – αυτοί οι καταδικασμένοι μικρόκοσμοι.

Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι ακόμα μία! Τόσο σαν φιλόσοφος όσο και σαν λογοτέχνης με καθηλώνει με την γλώσσα του και το εγχείρημά του να φέρει κοντά έννοιες του φυσικού και του υπερ-φυσικού. Ειδικά με το έπος του «Ο Τελευταίος Πειρασμός» παρουσίασε ένα έργο που αψηφά τον χρόνο. Επίσης, η αλληλογραφία του με την εκκλησία της εποχής του, είναι από τις πιο επαναστατικές εκφάνσεις της Ελλάδας του 20ου αιώνα.

Κυρίως όμως, το Μεταλ! Στο χώρο μου βρίσκονται εκτεθειμένα συνεχώς πολλά άλμπουμ, εξώφυλλα από σχήματα ό,τι είδους metal μπορείς να φανταστείς (εκτός από ξεκάθαρα, ολοστρόγγυλα, μονοδιάστατα NS), που αλλάζουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, και θέλοντας ή μη διαμορφώνουν την έκφραση των Dysemblem. Καλλιτέχνες όπως οι Judas Priest, Iron Maiden, Darkthrone, Bathory, Aura Noir, Burzum, Iced Earth, Sepultura, Antaeus, Hellhammer, Immolation, Von, Black Witchery, Paradise Lost, Autopsy, κ.α. έχουν προσφέρει έργα τέχνης που μπορώ να ακούω και να κοιτάω με τις ώρες.

Τα δύο τελευταία συγκροτήματα που ανέφερα αποτέλεσαν και τα βασικά σημεία αναφοράς για τη δημιουργία του “Autotomy”.

tpsAutopsy: Άντε τώρα να πεις ποιό από τα 4 πρώτα είναι το καλύτερο… Για τις ανάγκες του νεου album το “Mental Funeral” έδωσε το στίγμα. Ψυχεδελικά κρύα ατμόσφαιρα, άρρωστοι στίχοι και ερμηνείες, τελετουργικά ενοχλητικές αρμονίες, παράφωνες ακουστικές κιθάρες… Πολύπλευρο Death Metal, όπως ακριβώς θέλουμε και τους Dysemblem. Το εξώφυλλο από μόνο του αποτελεί αστείρευτη πηγή έμπνευσης.

prd lstParadise Lost: Ξανά, άντε να βρεις ποιό από τα 5 πρώτα είναι το καλύτερο… Από άποψη ήχου και συνθετικής προσέγγισης όμως, θα έλεγα ότι το “Lost Paradise” είναι πιο κοντά στο “Autotomy”. Σαφώς death metal αλλά και ανοιχτό σε άλλα είδη, από thrash και heavy μέχρι doom και grind. Αιχμηρά riffs κι αφιλόξενη ατμόσφαιρα που δημιουργούν το τέλειο έδαφος για τα νεκρικά φωνητικά και τους αλλόκοτους στίχους. Απίστευτο εξώφυλλο επίσης, και θέλω να πιστεύω ότι συγγενεύει λίγο με του “Autotomy” όχι μόνο στα concepts και την αισθητική τους αλλά και στο ότι είναι ανοιχτά σε πολλές ερμηνείες.

Κεφάλαιο Πέμπτο, Κατακλείδα..

lgΟι Dysemblem υπάρχουν για να μετατρέπουν τη θλίψη σε γιορτή και τον αρνητισμό σε υπερηφάνεια. Η κατάθεσή μας στρέφει τη βία και την αντίσταση προς την ασχήμια της ανθρώπινης ψυχής και έτσι λειτουργεί σαν μαχαιριά τόσο για τους άλλους όσο και για τον εαυτό μας. Αν αγγίξει κάποιους, αποστολή εξετελέσθη.

https://iii-damnationproductions.blogspot.com/

 

 

Σεμεδάκι & Φοντάν: Abhor/Abysmal Grief “Legione Occulta / Ministerium Diaboli”

Πως θα ήταν η αισθητική ενός album, αν ο δημιουργός κρύβει στα καμώματά του, τα δικά σου μύχια σύμβολα; Η Μεγάλη Ιταλική συνουσία ράβει το μυαλό σου, με κλωστή από τα βαφτιστικά σου ρουχαλάκια, για να κλειδώσει την καθεστηκυία τάξη που το κυβερνά. Είναι τοποθετημένη με ακρίβεια να θωπεύει το υποσυνείδητό, ενώ χαζογελάς, ανήμπορος ν’ αντιδράσεις στο πνεύμα της ιλαρότητας που σου προσφέρει. Ανασταλεί κάθε ικμάδα της κράσης σου, κι εσύ χάσκεις αποσβολωμένος μπροστά στο χοντροκομμένο πανηγύρι του ζοφερού τρόμου που ετόλμησαν.

Στο πρώτο κομμάτι “Legione Occulta” οι ημίθεοι Ιταλοί Abhor ντύνουν με μουσικές νότες έναν εξορκισμό. Άμεση εισαγωγή στο θέμα με ένταση στα riff σε mid-tempo ρυθμό, άτρωτα φωνητικά και organ μεγαλοπρέπεια μέχρι να σκάσει το κουκούλι. Τότε, τα γυναικεία «φωνητικά» (δαιμονισμένη) που υβρίζουν στα Ιταλικά, καθώς και η επιτακτική δυναμική του ιερέα (εξορκιστή) δίνουν την δυνατότητα στον Ulfhedhnir (ή τον Domine Saevum Graven) να διηγηθούν την ιστορία από την πλευρά του βιβλικά Κακού. To heavy πλαίσιο του ρυθμού και τα πλήκτρα δυναμιτίζουν όσα γίνονται στο background, δημιουργώντας μια αγχώδη εσωτερική ένταση που καθώς η διαδικασία προχωρά μετατρέπεται σε μάγκωμα ψυχής και σαγήνη για όσα επιτελούνται. Ο εξορκισμός δημιουργεί μια εμμονή, μέσα στην οποία ενώ δεν θες να δεις- κοιτάς -και τελικά τίποτε δεν αφήνει να σιγάσει το πάθος και η αποστροφή που σε κυριεύουν. Αποταγή! άναψε τα φώτα και σκέψου πόσο θα μας είχε στιγματίσει αν το έγραφαν στα 90’s.. Το “Possession Obsession” συνεχίζει την διήγηση μ’ ένα εξαιρετικό κεντρικό riff. Μπορεί να είναι το «κανονικό» κομμάτι του split, σε δομικό επίπεδο, αλλά χρησιμοποιεί ιδανικά τα κλισέ της occult εκεχειρίας. Κυρίως στο συνδυασμό riff και πλήκτρα που ολοένα και μετατρέπουν τον ρυθμό, καταφέρνοντας να συνεπάρει σταδιακά και τελικά να δυναμιτίζει με τρόπο που σε μαγνητίζει. Το επιστέγασμα της μουσικής των Abhor θα δοθεί μ’ αισθητική ζοφερής αρχοντιάς.

Abhor

Larte Dellorrore: Ο άνθρωπος στο εξώφυλλο είναι δαιμονισμένος. Το βλέμμα του είναι χαμένο κάπου μέσα του ψάχνοντας τι βρωμερό στέκει επάνω στην καρδιά του, ενώ το αίμα στάζει από ακαθόριστες πληγές στα λευκά σεντόνια. Το σημείο που οδηγεί στην αρπαγή του νου, είναι η στάση δυσώπησης (επίμονη παράκληση, ικεσία) που μοιάζει να οδηγείται το σώμα, από την ελάχιστη ψυχή που απέμεινε στο κατεχόμενο κουφάρι. Σαν οδική βοήθεια στα κανάλια του υποσυνείδητου, η εικόνα αυτή μας πηγαίνει πίσω σε αφετηριακά οδυνηρά συμβάντα. Στιγμές που έχουμε κρατήσει, όπως ο άρρωστος συγγενής στο κρεββάτι. Οι Ιταλοί χτυπούν με αμόνι την υπόφυση του ποιμνίου, χρησιμοποιώντας το λευκό σεντόνι, την παλιά πρίζα, τον διακόπτη στον πράσινο τοίχο και βέβαια τον εσταυρωμένο (το ότι είναι βαλμένος ανάποδα, χάριν θέματος, δεν αλλάζει τις πλοηγήσεις του υποσυνειδήτου). Το παλαιό σπίτι κουβαλά και άσχημες αναμνήσεις, που κάπως/κάποτε θα γίνουν ολοζώντανές σκηνές σε όσους κρατούν τη θύμηση του κακού.

Οι Abysmal Grief βάζουν τη βελόνα στη τελετουργική νηνεμία και φτιάχνουν το μεγαλύτερο έπος της ιστορίας τους, υπό τον τίτλο “Ministerium Diaboli”, που είναι χωρισμένο σε τρία μέρη. Το πρώτο τρίλεπτο λειτουργεί σαν intro. Περίφημα πλήκτρα και φωνές μιλούν αδιόρατα στο αμφιθέατρο των αποφάσεων και απροσδιόριστα μας οδηγούν στη μυστικιστική φαντασμαγορία, όταν λίγο πριν το τέταρτο λεπτό, η επαναλαμβανόμενη και εύκρατα πένθιμη μελωδία των πλήκτρων αλλάζει ρότα στη διήγηση. Τότε, ο βαρύτονος ξεκινά ν’ απαγγέλει με ύφος γραμματικού, ακατάλυπτα λόγια που μας ταξιδεύουν μεθυστικά δίπλα στη μουσική διάβαση, μέχρι ν’ αφεθούμε μετέωροι στον υπνωτικό λήθαργο που ξυπνά έναν άλλο εαυτό, εαυτό μυστηρίων. Λίγο πριν το ένατο λεπτό αρχινά η doom κατάβαση. Το αργό σουλάτσο με τις heavy κιθάρες έρχεται σαν είδος βαδίσματος και θα μεγαλώσει με φωνές ωσότου βγει σε solo κουμπωμένο στο ύφος, με την απαραίτητη φρενίτιδα εντός των doom τειχών. Το επιστέγασμα της μουσικής των Abysmal Grief θα δοθεί μ’ αισθητική εστέτ παρακμής.

Abysmal

Larte Dellorrore: Μπαίνεις πάλι στο σπίτι της θείας που δεν είναι πλέον κοντά μας. Έχει σκόνη επάνω στον πλαστικό μουσαμά, αράχνες ντύνουν τα κρύσταλλά στη παλιά σερβάντα. Μα εσύ στέκεις όρθιος και κοιτάς το τραπέζι που καθόσαστε παλιά, θυμάσαι την πορτοκαλάδα στο κακοπλυμένο ποτήρι. Μα το τραπέζι έχει πια εγκαταλειφθεί. Σαν οδική βοήθεια στα κανάλια του υποσυνείδητου, η εικόνα αυτή μας πηγαίνει πίσω σε τυπικές υποχρεώσεις. Στιγμές που όλοι έχουμε ζήσει, όπως ο καταναγκασμός των εθιμοτυπικών επισκέψεων (Και μην ξεχάσεις, τώρα που θα φτάσουμε, να πεις τα χρόνια πολλά στη θεία). Οι Ιταλοί χτυπούν με αμόνι την υπόφυση του ποιμνίου, χρησιμοποιώντας σεμεδάκι σε τραπέζι καθιστικού, δίπλα σε τσίγκινο τασάκι και μαύρη φοντανιέρα. Σαν κερασάκι στη τούρτα μαρτύριο, ο κόρυμβος του τρόμου, το αποκεφαλισμένο παιχνίδι του μακρινού παρελθόντος..

Γυρνώντας ως αντίδωρο το δώρο που μας έκαναν Abhor & Abysmal Grief, πάμε να τιμήσουμε τους προπάτορες αλλά και την ιστορία του Ιταλικού Black Metal. Με πλοηγό τον βαρκάρη με το δρέπανο θα φτάσουμε στην Alessandria του Piedmont, όταν οι δούλοι της μίζερης καταχνιάς τράνταζαν τα μάρμαρα του ψόφου.

Mortuary Drape “Into the Catachthonium”

Catachthonium

Κανονικά, θα έπρεπε να έβαζα το All the Witches Dance” για να βλέπατε το εξώφυλλο στην μεγαλοπρέπειά του. Ωστόσο, το 2002 βγήκε ένα bootleg compilation από την Unisound, με τίτλο που ξεκλειδώνει και υποσυνείδητο τεχνοκράτη. Ακόμα νιώθω θαυμασμό για τη λέξη Catachthonium (ο Τζανετάτος υπέγραψε εδώ, ότι και να ήταν/όπως και να έγιναν τα πράγματα) σε συνδυασμό βέβαια με το απροκάλυπτο πτώμα, τα κεριά και τις πραγματικές εικόνες που είχα (καταπακτή με κόκκαλα και κρανία που είχε/έχει το οστεοφυλάκιο του χωριού μου και ανοίξαμε αρκετές φορές μέσα στα χρόνια).

Στο “Into the Catachthonium” θα βρούμε το ντεμπούτο του ’94 και το Ep του ’92, άρα την βασική δράση των Ιταλών όταν έγραφαν ιστορία στο underground. Το Black Metal των Mortuary Drape οφείλει πολλά σε Venom, Mercyful Fate, το thrash των late 80’s αλλά και τα soundtrack των Ιταλικών θρίλερ. Πέρα από αυτά, είναι βαπτισμένο στον ελληνικό ήχο, όπως αυτός διαμορφώθηκε από Νecromantia, Varathron και Rotting Christ. Το άρτιο κέντημα όλων τα παραπάνω εμφανίζει μια λαμπυρίζουσα προσωπικότητα, που θα ήταν τελικά δίκαιο να θεωρηθεί αυτόνομη. Δομικά το heavy riffing κρατά τα γκέμια στ’ άλογα του occult άρματος. Μελωδικά περάσματα και ουσιαστικά samples χρωματίζουν την πλοκή ενώ η χρήση γυναικείων φωνητικών μας μεταφέρει πέρα μακριά από σκοτεινούς αιώνες στις παρυφές του Άδη. Η ουσία της ομίχλης που πλουμίζουν τα συγκεκριμένα μοτίβα είναι καθοριστική για το μεγαλείο των Ιταλών. Το βασικό χαρακτηριστικό του χθες είναι παρόν. Μια κιθάρα παίζει μπροστά από το ρυθμικό μέρος, δημιουργώντας άδειο «χώρο» (λυπάμαι που ενώ υπήρξε αναβίωση του ελληνικού ήχου, ακόμα δεν το είδα σαν εφαρμογή), παράλληλα αυτό που κάνουν με τα solos είναι αξιοσημείωτο. Γιατί το solo σαν τρόπος παιξίματος είναι πολύ μακριά από το μαυρομεταλλικό ύφος και ήθος (solo=επίδειξη και όχι ουσία) και οι Ιταλοί κατάφεραν περίφημα να το εντάξουν χωρίς να γλασάρουν την πλοκή. Το μπάσο είναι σημείο αναφοράς και δουλεύει πολύ (περισσότερο στο Ep “Into the Drape”) ενώ τα φωνητικά έχουν αυτή τη βαθιά και παχιά άρθρωση που εν μέρη μπουκώνει αλλά τελικά βοηθά το σύνολο να κοντέψει το μνήμα απ’ τον περίβολο. Εκτιμώ, πως το παλαντζάρισμα metal ρυθμός/ατμόσφαιρα δεν αναιρούσε την σκιά τότε, ενώ στο σήμερα έχει σημεία που τα λες και cheesy. Το πάντρεμα αυτό ήταν όμως ο σκοπός, ήθελαν την ενσωμάτωση και είναι καταδεκτικό του τρόπου που έγραφαν. Εδώ έχουμε ιστορία, που αναφέρει τις δύο αυτές κυκλοφορίες στην ομάδα εκείνων που δημιουργούσαν την οπτική. Με λίγα λόγια, έτσι οδηγήθηκε το heavy metal στο σκοτάδι και αργότερα απέκτησε την αυτόνομη δύναμη να σκουρύνει οριστικά. Οι Mortuary Drape είναι ένα σχήμα που στα πρώιμα χρόνια είχε περιβληθεί καπνούς μυστηρίου σχετιζόμενο με αίρεση. Είναι δεκάδες οι φήμες για μέλη πτωμάτων επί σκηνής αλλά και οι εικασίες (κάποιες ήταν αλήθεια, στο μέτρο του επιτρεπτού) για τα Live που έκαναν. Ωστόσο το βασικό μοντέλο κεριά, κουκούλες και απόκρυφα διακριτικά έζησε από το χθές μέχρι και το σήμερα..

official να ‘ν οι ώρες σας.

Ο δεύτερος λόγος που μ’ έκανε να επιλέξω το bootleg αντί για το Full-album είναι οικονομικός. Νισάφι πια με την ακριβή ιστορία του black metal, που είναι ανοιχτή σε μια ακαθόριστη ελίτ, που πληρώνει χρήματα επειδή της είπανε πως πρέπει, ενώ παίζει να μη νιώθει δράμι. Είναι γελοίο να κοστίζει το ντεμπούτο του ’94, σαράντα ευρώ στην ελάχιστη τιμή του discogs, ενώ το συγκεκριμένο bootleg να κάνει στη χειρότερη όσο ένα εισιτήριο σινεμά. Παράλληλα είναι και ζήτημα ευκολίας. Κάθε κυκλοφορία πρέπει να μπορεί να βρεθεί. Τα bootleg σαν αυτό, δεν πωλούνται πλέον στο discogs, αλλά σίγουρα θα τα βρείτε στο μοναστηράκι σε μαγαζιά ή σε κάποια λίστα. Πιστεύω ακράδαντα πως κάθε κυκλοφορία θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται στη κατοχή των οπαδών (και προφανώς δεν έχουν όλοι χρήματα για να βρουν την πρώτη κοπή). Η πρόσβαση είναι προϋπόθεση της αγοράς. Η αγορά είναι συμμετοχή. Η συμμετοχή δημιουργεί αντικείμενα μνήμης.

Αντικείμενα Μνήμης.

Μια κυκλοφορία σε οποιαδήποτε μορφή κι αν αποκτηθεί, είναι ένα αντικείμενο μνήμης. Το υλικό μέρος ενός album καταφέρνει να εσωκλείει συναισθήματα που ταξιδεύουν από το παρελθόν κάθε εαυτού στο εκάστοτε παρόν έκθεσης. Με τον τρόπο αυτό υπάρχει ένα ανοιχτό κανάλι μνήμης και συναισθηματικής προόδου απέναντί στο album. Είναι προφανές πως αυτή η πρόοδος είναι παράλληλα και προσωπική/εσωτερική, που θα πάει ακόμα πιο βαθιά μέσα μας. Ωστόσο, εδώ μας ενδιαφέρει η κυκλοφορία ως διαχρονικό εργαλείο, σε σχέση με το ίδιο το περιεχόμενο. Κάθε εποχή κουβαλά πολλά στοιχεία που την θυμίζουν, όταν το album έρχεται στα χέρια μας και ξεκινά η διαδικασία αναπαραγωγής. Πέρα από τη μουσική και τους στίχους, είναι το artwork και οι φωτογραφίες αλλά και λεπτομέρειες όπως η ποιότητα του χαρτιού και του πλαστικού ή ακόμα και η προχειρότητα ή τα λάθη (όπως για παράδειγμα το tracklist του “Into the Catachthonium”- γιατί μαθαίνεις για τη demo period από τον λάθος τίτλο στο τελευταίο κομμάτι) που ενδεχομένως έχει. Σκοπός του αντικειμένου μνήμης είναι να προκαλέσει «εισβολή του παρελθόντος» σε κάθε εκάστοτε παρόν έκθεσης. Ο σκόπελος αυτής της «εισβολής» είναι η νοσταλγία, γιατί η διαδικασία χρωματίζει άμεσα το σήμερα με την ώχρα του χθες. Αναζητάμε το περιεχόμενο, με το βάθος της συσχέτισης που έχει επιτελέσει η ζύμωση του χρόνου. Κι εδώ η νοσταλγία μπορεί εύκολα να μετασχηματίσει σ’ ένα είδος αυτολύπησης (για το ψυχολογικό παρόν της έκθεσης σε σχέση με το παρελθόν των εκθέσεων). Εκείνο που ενδιαφέρει το νοσταλγό είναι λιγότερο το Παρελθόν από αυτό καθ’ εαυτό το αίσθημα της νοσταλγίας. Αυτό πρέπει να προσπεραστεί, όχι μόνο γιατί σαν ψυχική δρομολόγηση δεν οδηγεί κάπου, αλλά επειδή η «εισβολή του παρελθόντος» είναι παρούσα στο παρόν μέσω ενός αντικειμένου μνήμης. Στόχος δεν είναι η αναβίωση αλλά η εκ νέου κατανόηση του παρελθόντος, με όπλο τη γνώση όσων ήλθαν αργότερα (την εκπαίδευση που έχει πραγματοποιηθεί). Εν τέλη βάση των παραπάνω θα μπορούσε να ειπωθεί πως η έκθεση σε οποιαδήποτε κυκλοφορία του παρελθόντος είναι εν δυνάμει παρόν.

Psicologia Del Miglioramento: Φωτοσκοπούμε τους τριγμούς που επιφέρει η τρομάρα του δαιμονικού στο θυμικό, η πανώλη των δεισιδαιμονιών στη λογική και ο κυνισμός του απευκταίου στο ένστικτο (του ζωντανού που κοιτά ένα πτώμα, γνωρίζοντας πως κάποτε θα πάρει κι αυτός τη θέση του στο μνήμα). Καγχάσαμε ως ανάλγητοι για την πίκρα που μας προσφέρει η γνώση της ζωής και τελικά οδηγηθήκαμε σε συμβιβασμό, αγνοώντας το δεδικασμένο. Ωστόσο, οι μυημένοι στο μυστήριο της μαυρομεταλλικής αισθητικής αλλά και της occult θεματολογίας γενικότερα, έχουν περάσει προ πολλού τον ψυχολογικό φραγμό της αποστροφής μετέχοντας με κέφι στο γλέντι του αποτρόπαιου. Διαθέτουν έναν μηχανισμό στήριξης, ένα φαντασιακό πλαίσιο θέασης που τελικά εκπέμπει ζεστασιά. Μοιάζει σχήμα οξύμωρο αλλά είναι απλά ένα αντισταμινικό ζοφερότητας, μια άχρονη εποχή θρύλων και οιωνών προς την αλλεργία της καλλωπισμένης ρουτίνας του παρφουμαρισμένου τους Τίποτε.

https://ironbonehead.de/frame.htm

 

NTRVW: Αίμα, “Δός μοι, φησίν, ὧδε επὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν”

Κατά τους πρώτους αέρηδες του Φθινοπώρου μίλησα με τον Goat Architect για το ντεμπούτο album των Αίμα, «Τράγος».  Παρακάτω θα βρείτε όλα όσα μου είπε, χωρισμένα σε πέντε κεφάλαια.

 

front

Κεφάλαιο πρώτο, Αισθητική..

Το εξώφυλλο, είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο «Το Άγιο Αίμα και το Άγιο Γκρααλ» (Lincoln Henry , Leigh Richard , Baigent Michael). Η ιστορία που μας ενδιαφέρει ξεκινά από την Ιερά εξέταση και τα βασανιστήρια που πέρασαν αρκετοί Ναΐτες. Πολλοί εξ’ αυτών ομολόγησαν τελετουργικά και μυστήρια στα οποία είχαν μυηθεί. Μέσα σε αυτά ήταν και «κάτι» που ονόμασαν «Μπαφομέτ». O μεγάλος αριθμός των ομολογιών, τα κοινά που είχαν στο περιεχόμενο και το ότι οι μάρτυρες ζούσαν σε διαφορετικά μέρη, δεν αφήνει περιθώριο στη σκέψη, πως η ιστορία που ακολουθεί ήταν μια απλή επινόηση.

Αρχικά, απ’ όλους όσους ομολόγησαν ο «Μπαφομέτ» αντιμετωπιζόταν με δέος. Ένα δέος που ισοδυναμούσε με ειδωλολατρία. Σε μερικές περιπτώσεις η εξιστόρηση ξεκινούσε από τα δρακοντόσχημα γλυπτά τέρατα που διακοσμούν τις υδρορροές γοτθικών εκκλησιών, παρόμοια με τα οποία βρέθηκαν και σε πολλές σκήτες του τάγματος. Ωστόσο, αρκετές από αυτές τις μαρτυρίες δεν έμειναν μονάχα στον συμβολισμό, μιλώντας για μια φαντασματική εμφάνιση ενός γενειοφόρου κεφαλιού. Μια ερμηνεία του ονόματος «Μπαφομέτ», που μοιάζει να έχει βάση, μας λέει πως τ’ όνομα αυτό είναι παραφθορά της αραβικής λέξης «αμπουφιχαμέτ» που προφέρεται «μπουφιχιμάτ» στα Μαυριτανικά και σημαίνει «πατέρας της κατανόησης» και «πατέρας της σοφίας». Ακόμα η λέξη πατέρας στα αραβικά μπορεί επίσης να υπονοεί την έννοια της «πηγής». Με βάση τα παραπάνω το όνομα «Μπαφομέτ» αναφέρεται σε κάποια υπερφυσική ή θεϊκή αρχή. Ωστόσο, δεν υπάρχει κάποια μαρτυρία που συνδέει τον «Μπαφομέτ» με τον Θεό ή τον Αλλάχ και αυτή η «διάκριση» δημιούργησε μια εύλογη ερώτηση. Ποιος ήταν ο «Μπαφομέτ» αν δεν ήταν ο Θεός ή ο Αλλάχ;

Παράλληλα, υπήρχαν αδιάσειστες ενδείξεις πως οι Ναΐτες είχαν μια κατηγορία κρυφών τελετουργιών που συνδεόταν με μια κεφαλή κάποιου είδους, της οποίας η ύπαρξη αποδείχτηκε ένα από τα κυρίαρχα θέματα σε όλα τα αρχεία της Ιεράς εξέτασης. Υπήρξαν λοιπόν πολλές και διαφορετικές ερμηνείες της κεφαλής. Η πρώτη έκανε σύνδεση με την Αλχημεία. Στην διαδικασία για τη δημιουργία της φιλοσοφικής λίθου υπήρχε μια φάση που λεγόταν “caput mortuum” δηλαδή «νεκρά κεφαλή», το “nigredo” ή «μαύρισμα» που λέγεται ότι συνέβαινε πριν από την καθίζηση της φιλοσοφικής λίθου. Η δεύτερη έκανε μια σύνδεση με το τάγμα των Ναϊτών, λέγοντας πως ήταν το κεφάλι του ιδρυτή της Ούγου ντε Παγιέν. Η Τρίτη έκανε σύνδεση με την ιερά σινδόνη του Τουρίνου, που ήταν στην κατοχή των Ναϊτών, η οποία κατά την δίπλωση έμοιαζε πολύ με κεφάλι. Η δική μας ερμηνεία έρχεται από τις πιο πρόσφατες εικασίες για το ζήτημα. Πρόκειται για την σύνδεση της κεφαλής, με την κάρα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Στην ίδια λογική λέγεται πως το Άγιο δισκοπότηρο ήταν επίσης η κάρα. Σε αυτό το σημείο το εξώφυλλο έχει εξηγηθεί σαν το πρώτο σημείο του συμβολισμού που έχει ο Τράγος.

in lay

Το inlay του βινυλίου περιέχει το κλισέ σχέδιο με την ανάποδη σταύρωση. Ένα σύμβολο που έχει παίξει πολύ στο black και το death metal, από σχήματα όπως οι Irreverent και Incantation. Ωστόσο, έχει και προσωπικούς συμβολισμούς. Επίσης δεν φοβόμαστε καθόλου τα κλισέ του είδους. Ίσα ίσα το επιδιώκουμε, μας αρέσει πολύ και φαίνεται στον τίτλο αλλά και το εξώφυλλο του δίσκου. Υπήρξε μάλιστα πρόταση από την Nuclear War Now, να μπει αυτό το σχέδιο για εξώφυλλο, αλλά θεωρώ ότι αυτό που επιλέχθηκε τελικά ταιριάζει πιο πολύ με τον τίτλο και το πνεύμα του δίσκου. Αυτό είναι το δεύτερο σημείο του συμβολισμού που έχει ο Τράγος.

Gr

Υπάρχει ακόμα κι ένα σχέδιο που δεν μπήκε στο album. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ωστόσο σε κάποια άλλη έκδοση. Είναι ένας ιερωμένος που λιντσάρεται από δαίμονες. Είναι βασισμένο σε πίνακα που είχε δημιουργηθεί στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Σε μια γενική θεώρηση το artwork είναι συνδεδεμένο με τα μέλη των Αίμα, η βασική ιδέα ήταν κάθε σκίτσο να συμβολίζει «κάτι» για κάθε μέλος του συγκροτήματος. Ευτυχές ήταν ότι ο Godlike ikons κατάλαβε πολύ καλά τι θέλαμε και παρουσίασε τα σκίτσα του υπό το πρίσμα του κλασικού Black και Death Metal.

Κεφάλαιο Δεύτερο, Μουσική..

Η ηχογράφηση είχε μια κεντρική ιδέα. Πάντα όταν άκουγα τα παλιά demo (όπως το “Seventh Blasphemy” & “Blood Upon the Altar” και γενικά δισκογραφία εκείνης της εποχής, όπου δεν υπήρχε η διαχωριστική γραμμή μεταξύ Black και Death) είχα την εντύπωση ότι ο drummer δεν κράταγε ρυθμό, αλλά ότι απλά ακολουθούσε την μουσική προσπαθώντας να επιβληθεί στο ρυθμό. Αυτό προφανώς είχε συμβεί λόγω της έλλειψης τεχνικής κα μέσων ηχογράφησης. Προσπάθησα να εξομοιώσω αυτή την αίσθηση, πιάνοντας τον Divine Desecrator (drummer) στον ύπνο. Πριν από την ηχογράφηση δεν είχε ιδέα για τα κομμάτια. Έπειτα του τα έδειχνα λίγο και ξεκινούσαμε να γράφουμε απευθείας, χωρίς μετρονόμο. Αργότερα πρόσθεσα το μπάσο και την άλλη κιθάρα από πάνω, με αποτέλεσμα τίποτα να μην μπορεί να πέσει ακριβώς πάνω στο άλλο, όπως θα γινόταν σε μια συντονισμένη ηχογράφηση. Τα φωνητικά μπήκαν τελευταία και τα τοποθέτησε ο Kerasphoros όπως νόμιζε, προσθέτοντας τα δεύτερα όπου νόμιζε ότι θα δώσουν κάτι περισσότερο στα κομμάτια. Από κραυγές μέχρι τα φιδίσια των Beherit. Η μίξη ήταν σχεδόν ακατόρθωτη μετά από όλο αυτό αλλά ευτυχώς o Σωτήρης (Λάσκαρης) κατάλαβε ακριβώς αυτό που θέλουμε να κάνουμε και έβαλε όση τάξη έπρεπε. Όλα αυτά έγιναν συνειδητά. Στο μέλλον πραγματικά δεν ξέρω τι θα γίνει. Μπορεί να βγει κάτι κλινικά παιγμένο η καμία πρόβα ηχογραφημένη μ’ ένα μικρόφωνο σε υπόγειο. Κανείς δεν ξέρει.

Όσο αφορά τον ήχο ο τράγος είναι demo με διάρκεια album, αυτό ήθελα να φανεί. Στόχος ήταν να είναι σαν τα παλιά demo. Οι δομές να είναι απλές αλλά και δυσνόητες. Τα πιο αργά σημεία σαν την κορύφωση ενός σφυροκοπήματος, σα το τελευταίο χτύπημα με σφυρί. Προσεγγίζει δομικά και Revenge, Conqueror, Black Witchery, οι οποίοι χρησιμοποιούν μια τακτική, ώστε να μην καταλαβαίνεις στην ουσία όταν αλλάζει γρήγορο riff και πως αυτό έγινε. Οι πιο σύγχρονες αναφορές είναι στα παραπάνω. Τα αργά σημεία δεν παραπέμπουν στο Doom/Death αλλά στο βαλτώδες του παλιού Death. Επίσης συνυπάρχει και το Grind όπως αρχικά ορίστηκε από τους Napalm Death του “Scum”. Χύμα και one take.

Κεφάλαιο τρίτο, Στίχοι..

LrksΤο Αίμα έχει πάντα μονολιθικό concept. Έτσι και εδώ οι στίχοι ήθελα να ‘ναι απλοί χωρίς να παραπέμπουν στον «σοφιστικέ» αποκρυφισμό του σημερινού black metal. Προσπάθησα να πιάσω την “αφελή” σατανίλα της πρώτης περιόδου. Οι στίχοι κυμαίνονται σε διάφορα θέματα, από χύμα μέχρι λαογραφικές και θρησκευτικές αναφορές, κυρίως από την αποκάλυψη του Ιωάννη. Tο “Poison communion and real flesh” βασίζεται σε μια λαογραφική ιστορία από τον τόπο καταγωγής μου. Η δοξασία έλεγε πως κάποιος πολύ κακός άνθρωπος που κακοποιούσε την οικογένεια και τους συγχωριανούς του, πήγε μετά τη σαρακοστή να κοινωνήσει. Με την κατάποση, η θεία κοινωνία μετατράπηκε μέσα στο στόμα του σε δηλητήριο με αληθινές σάρκες. Tο “Roar of the animal” αναφέρεται στην γενετική, τη προσπάθεια του ανθρώπου μέσα από την επιστήμη ν’ αναστήσει ένα ζώο το οποίο έχει εξαφανιστεί από την γη και όταν το καταφέρνει δεν μπορεί να δαμάσει τη δύναμή του. Στο παρελθόν έχω κάνει ξανά κομμάτι για την επιστήμη, στο “cryonics for a fallen god” περιγράφω μια ιστορία, όπου οι επιστήμονες προσπαθούν με κρυογονική να διατηρήσουν το σώμα ενός ημίθεου. Ένα από τα θέματα που μου αρέσουν ιδιαίτερα είναι το πώς ο άνθρωπος μέσω της επιστήμης προσπαθεί να επιβληθεί στην φύση και να φτάσει την θέωση, που όλες οι θρησκείες έχουν ως ανώτατο σκοπό ζωής. Στις ιστορίες αυτές, συνήθως χάνει τον δρόμο του, παρακάμπτει τον Θεό και γίνετε “έκπτωτος”. Αυτό που πρέπει να σημειώσω είναι πως οι περισσότεροι από τους στίχους ξαναγράφτηκαν, γιατί στην αρχική τους μορφή είχαν γίνει περίπλοκοι για το concept. Ήθελα να ναι τελείως απλοί, δεν μ’ ενδιαφέρει αν θα φανούν αστείοι η παιδικοί. Καθετί έχει την θέση του και προσωπικά ξέρω γιατί είναι εκεί και αυτό μου φτάνει.

Κεφάλαιο τέταρτο, Ισχυρισμός..

Δεν περιμένω ούτε επιδιώκω ν’ αρέσει σε κάποιον o «Τράγος» αν δεν είναι εξοικειωμένος με αυτόν τον ήχο. Αν κάποιος δεν έχει μυηθεί σε όλο αυτό, ας ακούσει καλύτερα “The Oath of Black Blood” και “Fallen Angel of Doom” και αν πραγματικά τα εκτιμήσει, μετά ας έρθει στο Αίμα. Αλλιώς δεν έχει νόημα, το αντίστροφο δεν πρόκειται να συμβεί. Το είδα και στις κριτικές του album αυτό, δεν βρήκα κάποια που να λέει πως είναι μέτριο. Δεν αρέσει καθόλου ή αρέσει πολύ. Έχει να κάνει καθαρά με την κατανόηση του υλικού και την εξοικείωση. Προσωπικά, αν κάποιος δεν είναι μυημένος θα προτιμούσα να πάει στα προαναφερθέντα album και μετά ας ακούσει τον “Τράγο». Αν δεν κατανοήσει τα basic αυτού του ήχου, δε θα συνεχίσει και απλά θα χαθεί.

Κεφάλαιο πέμπτο, Έμπνευση..

Unholy Archangel “Blessed by Aris”

Unholy ArchangelΕίναι ίσως οι πρώτοι που ασχολήθηκαν συστηματικά με αυτόν τον ήχο στην Ελλάδα. Τελείως χύμα συνθέσεις και βάρβαρα φωνητικά. Είχαν την πρωτοτυπία να πάρουν το war concept αυτού του ιδιώματος και να το μεταφέρουν στην αρχαία Ελλάδα, μιλώντας για μάχες του παρελθόντος και αρχαία ελληνική μυθολογία. Τα κλισέ του είδους τα έχουν διατηρήσει στο ακέραιο και ο frontman Iapetos είναι από τις πιο εμβληματικές φιγούρες της ελληνικής σκηνής. Όλα είναι στην θέση τους, τεράστιες ταβανοπροκες, αντιασφυξιογόνες μάσκες, πολυβόλα και η αίσθηση του Ross Bay μέσα από το αρχαιοελληνικό πρίσμα. Θεωρώ πως η συγκεκριμένη κυκλοφορία είναι η πιο εμβληματική, λόγω της μικρής διάρκειας και της σχεδόν one take προσέγγισης.

Goatvomit “Chapel of the winds of Belial”

GoatvomitΑυτή η κυκλοφορία είναι ίσως η καλύτερη που έχει βγει ποτέ, από τον συγκεκριμένο ήχο, στην ελληνική σκηνή. Γενικά σαν σχήμα έχει τρομερά cult status, που ακόμα και πιονέροι του συγκεκριμένου είδους έχουν προσκυνήσει στη συγκεκριμένη κυκλοφορία. Όταν το ακούς πραγματικά νιώθεις ότι ηχογραφήθηκε Τότε στον Καναδά. Βάρβαρο όσο δεν πάει και η εισαγωγή με τα πλήκτρα πραγματικά σε στοιχειώνει. Το Moyen-ικό εξώφυλλο δεν αφήνει περιθώρια σε κανέναν να μην καταλάβει τι παίζει, ακόμα και αν δεν το έχει ακούσει. Φημολογείται ότι υπάρχει αρκετό ηχογραφημένο υλικό που δεν έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Μπάντα θαμμένη στα υπόγεια. Γαμάτο!

Mockery “False Crucifixion”

Mockery “False Crucifixion”Λένε πως το σχήμα ήταν από Θεσσαλονίκη, έτσι γράφει και το διαδίκτυο, αλλά δεν παίρνω όρκο. Είχαν βγάλει μόνο αυτήν την κασέτα, η οποία έχει απίστευτο υλικό. Ήταν λίγα χρόνια πριν αναβιώσει το συγκεκριμένο είδος, με φοβερές και πολύ σκοτεινές συνθέσεις. Υπάρχει ένα touch από ελληνικό ήχο. Μνεία πρέπει να γίνει και στο τίγκα γραφικό εξώφυλλο, το οποίο θεωρώ ότι πιο ταιριαστό. Φωτογραφίες με γυαλιά και corpsepaint, όπως όλοι ξέρουμε ποιοι. Πολλοί θεωρούν αυτή τη κασέτα σα την καλύτερη κυκλοφορία από την Ελλάδα σε αυτόν τον ήχο. Μπορεί και να είναι έτσι. Πάντως, παρόλο που το σχημα δεν έχει ξαναεμφανιστεί από τότε, δισκογραφικά έχει αφήσει ανεξίτηλο σημάδι με αυτήν την κυκλοφορία.

http://www.nwnprod.com/

 

RKRD KLLKTR: Squamata Serpentes Viperidae-Hail Conjurer “Dreams of Serpent”

ΑΒ

Επ’ ευκαιρία της απόκτησης του ντεμπούτου των Hail Conjurer σε βινύλιο, επανέρχομαι σε όσα σημείωσα στο Underground Kommandoz του Metal Hammer τον Σεπτέμβριο του 2018. Αρχικά πρόκειται για το solo project του Harri Kuokkanen (τραγουδιστή των Hooded Menace, drummer των Ride for Revenge, τραγουδιστή και drummer των Horse Latitudes κ.ά). Εδώ θα βρούμε και πάλι όσα μας γοητεύουν στο μέτρο της αισθητικής. Αυτό πρακτικά σημαίνει πολύ λίγα σημεία από τα οποία μπορούμε να πιαστούμε για να εισέλθουμε στο θεματικό μέρος του album (ακόμα και του Project). Η γοητεία της δυσκολίας δεν είναι δέλεαρ μελέτης για όλους. Μπορεί να λειτουργήσει όμως θετικά σε όσους βλέπουν πίνακες ζωγραφικής ή διάβαζαν comics. Δηλαδή, σ’ αυτούς που έχουν εκπαιδεύσει/εξασκήσει την άφεση του μυαλού σε μια εικόνα, το χάζεμα που αυτή προσφέρει και την φαντασία που τελικά γεννά. Παράλληλα, το μέτρο αισθητικής δεν σημαίνει πως αυτό που βλέπεις πρέπει να σου αρέσει επειδή είναι minimal. Τις περισσότερες φορές το εικαστικό μέρος ενός album έχει έναν δρόμο που δεν ακολουθείς (γιατί πολύ απλά εκτίθεσαι στα σύμβολα ενός άλλου). Μπορείς όμως ν’ αφεθείς στο αίνιγμα που σου προσφέρει και σε όσα σημεία έχουν συμβολισμούς που μιλούν στο δικό σου υποσυνείδητο. Η αισθητική ενός album γεννά συνειρμούς με τις παραστάσεις που κατέχει ο ακροατής. Κατά συνέπεια μπορεί να ειπωθεί πως έκθεση στη τέχνη είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από την αισθητική του καλλιτέχνη και τη γνώση του ακροατή/θεατή. Οπότε και βίωμα της τέχνης μπορεί να οριστεί ένα νέο επίπεδο αντίληψης που προκύπτει από την αναβάθμιση συμβόλων που κατέχουμε ή τη γέννηση νέων.

Στην πρώτη πλευρά του Lp, που φέρει τίτλο ως άλλοτε (Fullmoon Side) η πορεία ξενικά από το ξέφωτο (Lichtung) με τις μαγεμένες μελωδίες που μεγαλώνουν στα μάτια μας από το ακιδωτό τσίμπημα της οργανικής υποστήριξης. Στη μέθοδο της ιεροσυλίας (Sacrilege) θα βρούμε σπερματικά τη λογική της τακτικής. Δίπλα στο πενιχρό φτιασίδωμα αναδεικνύει την προσπάθεια μέσω πλήκτρων ή εφέ κιθάρας (ή και τα δυο), που όσο μεγιστοποιούν την μελωδία άλλο τόσο ψεκάζουν καπνό μυστηρίου. Αργό, διηγηματικό τέμπο στο Mysterium Tremendum, με τη ατμόσφαιρα να πιάνει ρότα σιγοκαίγοντας τη ροή του album μέχρι το φινάλε. Τα σαθρά θεμέλια είναι η βάση πάνω στην οποία χτίζει μεθοδικά μελωδίες μέσα στην ηχητική σκουριά, κάνοντας σύνθεση με αντίθεση. Ανάλγητη ευφορία εκ της απόγνωσης στο χαλασμένο τοπίο.

16-21

Στη δεύτερη πλευρά του Lp (Salvation Side) θα μυηθούμε στο ηχητικό χάρβαλο του Witch’s Throat. Εδώ πιάνει δυναμικά το τροπάριο της Φιλανδικής τραχύτητας. Εντούτοις, ακόμα και στα πιο αργά σημεία χρησιμοποιεί αυτό που αποκαλώ οργανικό ambient (δίχως τη βοήθεια κονσόλας) κάνοντας δόκιμη φασαρία με πιατίνια και μικροφωνισμούς που κρατούν σθεναρά την ωμή ανάπτυξη. Αντί-τεχνική δράση για να μπορέσει ν’ αφεθεί στο μετέωρο και το ανερμάτιστο προκαλώντας ζάλη και τελικά μέθη. Στο κεφάλι του φιδιού (Käärmeen pää) θα γυρίσει και πάλι στη μελωδία με κίνηση που έρπει βγάζοντας θετική αύρα. Τα τύμπανα σε μορφή εφέ δημιουργούν εκείνους τους τριγμούς που δεν αφήνουν την ηρεμία να επέλθει, γιατί ο ερπετοειδής κίνδυνος άξαφνα εφορμά. Στο χωρίο (Revelation 16:21) όπου ο Άνθρωπος βωμολοχεί προς τον Θεό, πιστώνοντας τ’ ακραία καιρικά φαινόμενα στο θεολογικό Αίτιο, αφιερώνει το τελευταίο του κεφάλαιο. Εδώ η ταχύτητα δεσπόζει με δηλητηριώδη riff και αγριεμένα φωνητικά που θ’ αγγίξουν τ’ αλύτρωτα καθαρά, ώστε να φτάσει τη διήγηση στο κρεσέντο και να βγάλει εσώψυχα.

Επιμύθιο: Σ’ εποχές που οι περισσότεροι τρώνε τα σκύβαλα του black metal, ο Φιλανδός σμιλεύει στο μπρούτζινο λεβέτι την ατμοσφαιρική μαγεία του παρελθόντος με την ψυχολογία ερείπιο του παρόντος και τελικά παράγει σοβαρό Black metal. Αν και παράδοξο, το “Dreams of Serpent” μοιάζει σα να διασκευάζει ολόκληρο το “Hailstorm” των Barathrum o Arioch των Funeral Mist.

BarathrumHailstorm

HSTRMΧαμένο στη λήθη του χρόνου. Πρόκειται για το δεύτερο σχήμα (το πρώτο ήταν οι Necromantia) στην ιστορία του Black Metal με διπλό μπάσο. Αμφιλεγόμενο τότε, βοήθησε (υποθέτω) με τον εκκεντρικό ήχο του, σχήματα όπως οι Slagmaur αρκετά χρόνια αργότερα. Οι Φιλανδοί μοιάζει να ηχογράφησαν στις αποχετεύσεις της επαρχίας του Kuopio. Ένα mid ως και slow tempo βαλτώδες έλος γεμάτο αναθυμιάσεις μεθανίου για όλες τις μύτες. Το παράδοξο ήταν πως ενώ μοιάζει να παίζουν με χαλασμένα όργανα μέσα στη καρβουνόσκονη, έχουν στιγμές που φέρνουν σε τραγούδι και ίσως θυμάσαι αργότερα (In Darkness I Fly, Battlecry). Η παραγωγή/μίξη ήταν το μυστικό που οδήγησε κάποιους να τους βαφτίσουν ως και Black/Doom. Φανταστείτε σπηλιά και τον ηχολήπτη να έχει στήσει στη πρώτη πλατεία. Δίπλα του τύμπανα και δυο μπάσα πίσω από σταλαγμίτες. Αν το κάνατε εικόνα, βάλτε με το νου σας μικρή σήραγγα που οδηγεί σε δεύτερη πλατεία. Κάπου εκεί παίζουν riff, κιθάρες που σύρθηκαν μέχρι εδώ στην υγρή λάσπη. Τον Demonos Sova τον έχω φανταστεί να τραγουδά από πάνω, κρεμασμένος σα νυχτερίδα. Δεν είναι χωρατό, γιατί ο ρόλος του είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Μπορεί να έχει χρησιμοποιήσει τόνους εφέ αλλά είναι φανερό πως δούλεψε περισσότερο απ’ όλους, για να γεμίσει το album σπιθαμή προς σπιθαμή. Αν υπάρχει έμπνευση στα φωνητικά που τον έβγαλε σε αυτές τις όχθες, αυτή δεν είναι άλλη από τον απόγονο των Απάτσι It των Abruptum. Σε κομμάτια σαν το “Slavery and Delusion” μας κάνουν να χαμογελάμε για την εξαιρετική χρήση των διηγηματικών φωνητικών του Magus (Necromantia). Και μιας που ανέφερα τ’ όνομα αυτό ξανά, όταν μιλάμε για δυο μπασοραφές δίπλα τους πάει μονάχα τ’ όνομα Baron Blood (δεν το είχα σκεφτεί, αλλά γράφοντάς το εδώ, λέω πως τα δυο «B» δήλωναν πάντοτε τα δυο μπάσα). Το “Hailstorm” είναι ένα ιδιόρρυθμο κράμα με «τρομερά διασκεδαστικό» αποτέλεσμα και το σπουδαιότερο, με τα ελάχιστα των ελαχίστων ως υλικά. Δυστυχώς όμως το γήπεδο δεν είπε ούτε μια φορά τ’ όνομά του. Αλλά γι’ αυτό, ΦΤΑΙΝΕ μονάχα οι ίδιοι.

Μπινελίκι απ’ τα Βάραθρα: Είναι κρίμα να κάνεις demo period στην αυγή της ιστορίας, τέτοιο μπάσιμο, εξαιρετικό δεύτερο album (“Eerie”), αξιόλογο τρίτο (“Infernal”) και μετά να εγκαταλείπεις την ιδιαιτερότητά σου για μια εμπορική χλέπα. Το “Legions of Perkele” για όσους Νιώθουν, είναι μια παρωδία· heavy riffάκια, καθαρή παραγωγή και τελικά πλέμπα-metal album με ρεφρέν που στην καλύτερη το λες Extreme για powerάδες. Η πορεία τους από εκεί και πέρα καλύτερα να μείνει ασχολίαστη. Ωστόσο, κρατάμε σφιχτά τη πρώιμή ιστορία, για τις ενδιαφέρουσες ιδέες στον ήχο και για την cult αισθητική της.

τζιβάνεςModus Vivendi: Είμαστε σ’ εποχές που οι μουσικοί δεν μας αφήνουν σε ησυχία. Χτυπούν αδιάληπτα με νέο υλικό, που λογικό είναι, να μην έχει πάντα την ίδια έμπνευση. Αυτό μάλλον συμβαίνει και στο 8άρι “Decadance” του Hail Conjurer, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο που μας πέρασε. Στην «προακρόαση» (θεϊκή διαδικασία, στην οποία πάντα ήθελα να συμμετέχω) είδα τη παραγωγή ν’ αλλάζει φαλκιδεύοντας τη ατμόσφαιρα του ντεμπούτου. Οι κιθάρες έχουν μοντέρνο ήχο και τα riff σχετικό ενδιαφέρον. Τα φωνητικά δεν λαμβάνουν ρόλους εκφραστικά και το ρυθμικό εξυπηρετεί πεπατημένες δίχως δελεαστικές δυσμορφίες. Τέλος, η αισθητική χάνει πλέον το μέτρο για το οποίο σας μίλησα, για να κάνει παρέα σε καμώματα των 10’s, τέτοια που μοιάζει να ξέχασαν τ’ άγια δισκοπότηρα του Black/Death και κοινώνησαν από stoner τζιβάνες. Κανονικά θα έπρεπε να τελειώσω το κείμενο λέγοντας: Καλώς ήρθες Hail Conjurer, στο καλό Hail Conjurer. Αλλά μ’ εντυπωσίασε το νέο κομμάτι (Apocalyptic) από το δεύτερο full-album “Erotic Hell” που είναι στα σκαριά και θα κυκλοφορήσει πριν το τέλος του μήνα. Μιλάμε για έναν Doom/Death παιάνα που θα μας γυρίσει πίσω σε ηρωικές στιγμές όπως οι Thergothon (Φιλανδοί και αυτοί, πατέρες του Funeral-Doom τους λένε σήμερα. Ταμπέλα που τους πίστωσαν στα 00’s γιατί το Doom/Death ήταν ντεμοντέ. ΣΤΟ ΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ). Θαυμάσιες μελωδίες στα πλήκτρα κι ερεβώδη αργόσυρτα φωνητικά που θα μας γεμίσουν ενέργεια μέχρι να ξεσπάσει με αλύπητο black metal, για να κοιμηθούμε ήσυχα περιμένοντας την συνέχεια του Φιλανδού με τις εξαιρετικές ιδέες.

http://www.bestialburst.com/

 

Ελάλησε το χαροπούλι: Černý Kov “Společenství”

ΑιντινηςΈχετε ανέβει πότε κάποιο βουνό τη νύχτα, με σκοπό να δείτε την ανατολή από τη κορφή του; Η συναισθηματική λογική, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, αλλάζει από την στιγμή που τ’ οδοιπορικό ξεκινά. Εδώ δε πας στη δημοσιά, η φύση μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί μονάχα με δύναμη και συμμετοχή. Στο ξεκίνημα περπατάς ήρεμα για τους πρόποδες και σε λίγο θα πάρεις το ανηφορικό αυλάκι. Είναι αλήθεια πως θα κουραστείς αρκετά, μα θα ‘ρθει και η ανταμοιβή. Σα παχύνει η νυχτιά, θ’ ακούσεις την απόκοσμη στριγκιά της κι ευθύς η ανάσα σταματά. Γιατί ξέρεις την λαϊκή παράδοση που λέει, πως η κουκουβάγια ήτανε πάντοτε οιωνός κακών. Σα φτάνεις όμως τον σοφό θηρευτή, είσαι πλέον μίλια μακριά από το αστικό καζάνι, έχε το σαν παρηγοριά. Αν τότε φανεί σαν σύμμαχος το φεγγάρι, γύρνα και δες τα δέντρα και τη θέα που καραδοκεί στο σκοτάδι. Αν δεν είναι ολόγιομο, έχεις γι’ ανταμοιβή τ’ αστέρια. Πέρασες δύσκολα, μα σίγουρα ένα πρανές θα βρεθεί να ξαποστάσεις. Να φτιάξεις την ανάσα σου για το δρόμο το βαρύ. Ανηφόρα σε κροκάλες και βάτα. Δεν έχει δέντρα εδώ, άγονη φύση, μάρτυρας μονάχα της ποιμενικής ιστορίας του ανθρώπου. Δύσβατο μονοπάτι, μα θα σε φτάσει στο διάσελο. Αυτό είναι το μόνο που θέλεις για να καβαλήσεις ψηλότερα βουνά, αυτά που πατιούνται μονάχα κορυφή. Δεν θ’ αργήσει να ‘ρθει η ώρα που θ’ αγγίξεις μια γραμμή που τη βλέπεις από παιδί και πάντα σου μοιάζε απόσταση μεγάλη. Είναι τελικά ένα μικρό μονοπάτι, που στεριώθηκε στον αυχένα του βουνού για να θαυμάζεις. Νύχτα ακόμα σα φτάνεις το στόχο και περιμένεις τον ουράνιο χορό. Τα χρώματα αλλάζουν. Σε λίγο φεγγάρι και ήλιος θα ζήσουν για λίγο αντάμα κι εσύ στη μέση, το πλάσμα που ορίζει τον χρόνο του κόσμου. Βλέπεις την χαραυγή πέρα μακριά και κάτω κι αναμένεις στωικά το θάμβος της ζωής, μέχρι να φύγει ο έσπερος και να ‘ρθει η αυγή.

SpolečenstvíΑυτό το album είναι ένας φόρος τιμής στον εκλιπόντα Vlad Blasphemer (1974-2015) (Maniac Butcher, Dark Storm). Το μεγαλύτερο μέρος των κομματιών γράφτηκε από το 2006-2018 από την παρέα που ονομάστηκε Circle of Souls. Η δημιουργία και η ηχογράφηση έγινε σταδιακά σε διάφορα μέρη (κυρίως στη ύπαιθρο) σε συγκεκριμένες συνθήκες, με τη διάθεση ως φόντο και το αποτέλεσμα πολλών κοινών εμπειριών στη φαρέτρα, παράλληλα με τ’ άλλα project των μελών του Circle of Souls. Γνωστότερος εξ’ αυτών ο Infernal Vlad (Cult Of Fire, Death Karma), ωστόσο στα τύμπανα ήταν ο Vlad Blasphemer. Το σχήμα χρησιμοποιεί Τσέχικά και τ’ όνομα λένε σημαίνει μαύρο μέταλλο (αν και αστείο, το έχουν σημειώσει επιμελώς ότι πρόκειται για μέταλλο και όχι για κάποιο είδος μουσικής που έχει παρόμοιο όνομα) ενώ ο τίτλος του album σημαίνει Κοινότητα.

Με την αισθητική αυτάρκεια ως θεματοφύλακα, βάζουν για εξώφυλλο μια φωτογραφία από τις ηχογραφήσεις στο βουνό. Έρχονται μπροστά μας μονάχα με τη βασική προϋπόθεση, το stratum basale του Είδους, γι’ αυτό και είναι σχεδόν αδιόρατοι. Ενδεικτικά μιλάμε για τίτλους όπως Νυχτα και Αυγή, Μήνυμα, Από τα βάθη τη ψυχής, Νεκροταφείο, Χειμώνας. Η μηδενική μετακίνηση από το σημείο συναρμογής του μαυρομεταλλικού κόσμου, είναι εδώ σα χιονισμένο τοπίο, έρμαιο του πάθους που τυγχάνει να έχουν για το ύφος. Με απλότητα, η παρέα των Τσέχων κάνει πυρωμένο σάλτο με καθαρόαιμο black metal που πιάνει την κορυφογραμμή Darkthrone-Gehenna (Společenství) με κάποια από τα πιο έντονα riff της χρονιάς. Ταχύτητα με πνιχτά φωνητικά σε αργή έκφραση, μελωδικά riff και ρυθμικό που κρατά tempo. Αργότερα με riff που θυμίζει Ψ.Χ (Noční úsvit) κι ευθύβολη πορεία θα πάρει το δρόμο της νύχτας, λέγοντας ένα σκυθρωπό μύθο μέχρι να φτάσει το πρωί. Ως και πομπώδες θα γίνει, αλλά με όρια συμβατά του δέους που προκαλεί η φύση (IV). Μα βρίσκει κι άλλους τρόπους όπως τα riff ξυράφια που λιμνάζουν μελωδικά τη διήγηση σε mid tempo (Poselství, Hřbitovní). Το γλεύκος της πλοκής ονομάζεται Z hlubin duše, με τη riffara (Burzum, Belus/Fallen) και τυμπανική πλάνη που χαρίζει στόμφο πλοκής. Για φινάλε έχουμε τη live ηχογράφηση του Zima, που αξίζει καλύτερα να δείτε. Υπάρχουν album που θέλουν μελέτη, με δυσνόητους στίχους και μουσικά άλματα. Ετούτο δεν είναι τέτοιο, αυτό είναι δικό μας album. Ανήκει σε όλους εκείνους που κάποτε βρήκαν στο Black Metal, τους τριγμούς εκείνους που ύψωσαν τον τρόμο και την οργή της φαντασίας τους, από τον αδιάφορο αστικό δρόμο στ’ απάτητα ενδιαιτήματα τα ζοφερά.

Art Brut: Η αισθητική του είδους έχει λάβει δεκάδες μορφές μέσα στα χρόνια. Στο μέτρημα όσων απορρίψαμε κάποτε, συνέβη κι ένα παράδοξο. Κάποια σχήματα που στην εποχή τους τ’ αποφύγαμε χαμογελώντας, έχουν πλέον μίαν άλλη θέση. Αυτό συνέβη αφενός επειδή εκπέμπουν το σήμα μιας εποχής που αγαπήσαμε και αφετέρου γιατί δεκάδες άλλα που μνημονεύσαμε αργότερα ωχριούν στη μέθη που προσφέρουν αυτά. Ωστόσο, όπως όλοι ξέρουμε στη ψυχική έξαψη δεν υψώνεσαι μονάχα από τη ποιοτική αξία ενός album, απαιτείται πρώτα το βεργολύγισμα του μυαλού σου. Γι’ αυτό, σα τελειώσει το Společenství, πάμε πίσω στο χρόνο, όταν οι αλλοπρόσαλλοι βλάμηδες γλέντησαν με πάθος τo αποτρόπαιο. Αντίο Vlad._