Katholic Magick against Mammon’s wrath: Atlantean Kodex “The Course Of Empire”

“The fantasy is a reassurance—promise that the peace of Paradise, which was known first within the mother womb, is not to be lost; that it supports the present and stands in the future as well as in the past (is omega as well as alpha); that though omnipotence may seem to be endangered by the threshold passages and life awakenings, protective power is always and ever present within or just behind the unfamiliar features of the world. One has only to know and trust, and the ageless guardians will appear”.

(Joseph Campbell, The Hero With A Thousand Faces)

There is the moral of all human tales:

‘Tis but the same rehearsal of the past,

First Freedom, and then Glory–when that fails,

Wealth, vice, corruption–barbarism at last.

And History, with all her volumes vast,

Hath but ONE page

(Lord Byron, Childe Harold’s Pilgrimage)

The Course of Empire-Desolation

Υποθέτω πως κάποιοι θα απορήσουν με την επιλογή των Atlantean Kodex για κείμενο στο NDRGRND KMMNDZ και όχι αδίκως, δεν σας έχουμε συνηθίσει-και ούτε θα σας συνηθίσουμε-σε epic (doom) metal κυκλοφορίες:  από την άλλη θεωρούμε ότι πάνω από όλα προσπαθήσαμε (και όσο υπήρχαμε σε έντυπη μορφή) και προσπαθούμε να γράφουμε για μουσικές των οποίων η όλη αισθητική ξεχωρίζει (πάνω από όλα και οι 4 KMMNDZ είμαστε οπαδοί της υψηλής/σημαντικής αισθητικής, όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας μας) και αξίζουν να ειπώνονται κάποια λόγια παραπάνω. Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, το πενταμελές σχήμα από τη Βαυαρία με το νέο του full-length The Course Of Empire ανήκει στην παραπάνω κατηγορία.

Πριν επεκταθώ στο The Course Of Empire(το οποίο είναι απλά αφορμή για να μιλήσουμε για το σχήμα γενικότερα), ποια είναι πραγματικά τα στοιχεία που έχουν χαρίσει στους Atlantean Kodex το χαρακτηρισμό της σημαντικότερης σύγχρονης επικής μπάντας, για πολλούς;

Φυσικά υπάρχει το μουσικό στοιχείο, αυτός ο εμπλουτισμός του επικού doom metal τους (βασισμένο στους Solstice κυρίως και στις πιο μεγαλειώδεις στιγμές των Candlemass δευτερευόντως) με έντονες Manowar, Bathory αλλά έως και power metal (σε κάποια refrains) επιρροές σε συνήθως  μεσαίας έως μεγάλης διάρκειας συνθέσεις,κοινώς μια προσπάθεια αφομοίωσης στοιχείων από σχεδόν κάθε υποιδίωμα του (μη ακραίου) metal που κάποτε «κουβάλησε» το χαρακτηρισμό του επικού.

Όμως η αλήθεια είναι πως o πραγματικός πόλος έλξης των Atlantean Kodex, αυτός που τους ανέβασε κατακόρυφα το status στην σκηνή είναι κυρίως αισθητικός: οι 4 πυλώνες του στιχουργικού σύμπαντος τους είναι 1) ένας μαγικός (όπου μαγεία εδώ πρακτικά κυρίως οι προ-θρησκευτικές λατρείες, συνήθειες και έθιμα των λαών της Ευρώπης από τη νεολιθική εποχή και μετά, 2) ένας ιστορικός (με προτίμηση στους λαούς της δύσης του νεολιθικού κόσμου και τους πρώτους πολιτισμούς καθώς και την αλληλεπίδραση τους, 3) ένας σύγχρονος (με κάποιες συνθέσεις να εμπεριέχουν έμμεσο/συμβολικό σχολιασμό για την τρέχουσα κοινωνικοπολιτική κατάσταση και 4) ένας τρόπον τινά “αρχετυπικός” (λόγου χάρη το Ταξίδι του Ήρωα στο ντεμπούτο και στο νέο album περισσότερο, ή η Λευκή Θεά του Graves έστω ως αναφορά και στα 3 full-lengths). Το δε χαρακτηριστικό είναι πως οι Kodex συμπεριφέρονται στους παραπάνω πυλώνες σαν μια ενοποιημένη πραγματικότητα μέσα στις θεματικές που ρέουν στα albums, μια Μυθιστορία της ηπείρου χωρίς χωροχρονικούς η φυσικούς περιορισμούς(θα τολμούσα να το χαρακτηρίσω έως και eternalist metal, χαριτολογώντας) συνήθως με πεσιμιστική/τραγική προσέγγιση για τη μοίρα όλων των πολιτισμών, αλλά παράλληλα της συνέχισης τους σε άλλα πεδία,φυσικά (μέσω των παραδόσεων κλπ) και μη. Και αυτή είναι μια συνειδητή προσπάθεια διεύρυνσης της αντίληψης των ανθρώπων για την πραγματικότητα γύρω τους σε μια εποχή κυνισμού, σαν ξόρκι μέσω της τέχνης (εδώ μιας και λέμε για ξόρκια, να θυμίσω και το κάπως μαγικά «μοντέρνο» σαν στιχουργική διατύπωση Temple Of Katholic Magick) πάνω από οτιδήποτε άλλο. Όμως αυτή η προσέγγιση, μολονότι συμβαίνει με συνέπεια και ποιοτικό αποτέλεσμα μάλλον ανώτερο από οποιονδήποτε άλλον στο συνάφι μας μέχρι σήμερα, πρέπει να τονιστεί πως έχει τις εμπνευσιακές τις ρίζες σε ένα συγκεκριμένο album από το 1991.

Ναι, αυτό το album.

Όπως προείπαμε οι μουσικές αναφορές στους Manowar και τους Solstice (άλλωστε και το όνομα Atlantean Kodex παραπέμπει έμμεσα στο κομμάτι Cimmerian Codex των δεύτερων) υφίστανται, αλλά αφενός σε καίρια σημεία των 2 τελευταίων albums (το κομμάτι Enthroned in Clouds and Fire από το The White Goddess, το Under The Runes-ικό riff του He Who Walks Behind the Years στο νέο album, η χορωδιακή μελωδία του ομώνυμου Έπους The Course of Empire που παραπέμπει συνειρμικά στην αντίστοιχη μελωδία του One Rode To Asa Bay, ο συναισθηματικός ρόλος του επιλόγου Die Welt von Gestern πάλι στο νέο album που παραπέμπει σε αυτόν του Heimfard από το Nordland των Bathory) οι Kodex επικαλούνται αντίστοιχα ανατατικά τεχνάσματα με αυτά του Quorthon και αφετέρου, υπάρχει ο παράγοντας Twilight Of The Gods.

Στο πιο “υποτονικό” ηχητικά (αλλά εντονότατο συναισθηματικά) από τα επικά albums των Bathory, o Quorthon φθονεί την σύγχρονη εποχή που «μάθαμε ότι δεν υπάρχουν θρόνοι πάνω στον ουρανό», χρησιμοποιεί συμβολικό λόγο για εσωτερικές αναζητήσεις (Enter Your Mountain, Bond Of Blood, εν τέλει φτιάχνει δικό του ρούνο στο οπισθόφυλλο του δίσκου προτείνοντας έτσι εμμέσως πως η παράδοση είναι οδηγός για το σήμερα παρά στείρες εθιμοτυπίες και ως εκ τούτου δημιούργησε ένα album του οποίου η (viking) κουλτούρα επιθυμεί να μη γνωρίζει πρακτικά χρονικούς περιορισμούς, να τρέφεται από την ίδια την τραγωδία της ήττας της γιατί τίποτα δεν τελειώνει πραγματικά,να μεταφέρεται σε άλλες σφαίρες ύπαρξης/νόησης και να συνεχίζει να επηρεάζει, εφόσον δεν λησμονιέται. Λοιπόν, αυτό το album και αυτή η θεώρηση που πρωτοδιατυπώθηκε εδώ εκφραστικά είναι συγκεκριμένα κατά τον γράφοντα η καρδιά της τέχνης των Atlantean Kodex, μολονότι είναι πιο ακαδημαϊκοί και πιο διευρυμένοι ως προς τις αναφορές τους σε σχέση με τον Σουηδό metal θρύλο.

Όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά των Atlantean Kodex παρουσιάστηκαν στην πιο πλήρη μέχρι σήμερα μορφή τους με το δεύτερο full-length τους The White Goddess του 2013 και σήμερα, 6 χρόνια μετά με το The Course Of Empire, το σχήμα χτίζει τόσο στιχουργικά όσο και μουσικά από εκεί που σταμάτησε, καταφέρνοντας να φτάσει σαν καλλιτεχνικό απόσταγμα τον προκάτοχο του.

Έχοντας ως αφηγηματικό έναυσμα αφενός το ταξίδι του ήρωα όπως αυτό διατυπώθηκε από τον Campbell (μέσω αυτούσιων και έμμεσων αναφορών) αλλά περισσότερο την σειρά πινάκων του Thomas Cole Η Πορεία της Αυτοκρατορίας, το album αποτελεί στιχουργικά ένα στοχασμό στην κυκλικότητα των πολιτισμών και την αναπόφευκτη(;) εναλλαγή της παρακμής και αναγέννησης τους, καθώς και την πορεία των λαών τους προς το συλλογικό ασυνείδητο.

Στο μουσικό τομέα, η φόρμουλα παραμένει η προαναφερθείσα ίδια, αλλά αφενός κατευθύνονται σε ένα πιο βαρύ, δραματικό και σκοτεινό ήχο (με την χαρακτηριστική αντίθεση των σχεδόν power metal φωνητικών σε κάποια σημεία) και αφετέρου η ίδια η ροή του album (με την εναλλαγή των πρελουδίων και των συνθέσεων, τις συναισθηματικές διακυμάνσεις από κομμάτι σε κομμάτι) είναι κατά πολύ πιο προσεγμένη και δίνει την αίσθηση της ενιαίας αφήγησης που ούτως η άλλως ήθελαν να πετύχουν ανέκαθεν, καλύτερα από τις δύο προηγούμενες δουλειές τους. Σε επίπεδο συνθέσεων δεν υπάρχει αδύναμη στιγμή (υποθέτω πως προσωπικά αξιολογώ πιο κάτω το Lion Of Chaldea, αλλά δεν έχει σημασία), για την ακρίβεια τα People of the Moon (Dawn of Creation) και ο ομώνυμος ύμνος (ακούγεται υποχρεωτικά/ιδανικά μαζί με με το Spell of the Western Sea που το προλογίζει,αλλά και τον επίλογο του album που το διαδέχεται) θέτουν σοβαρή υποψηφιότητα για το καλύτερο κομμάτι που έχουν γράψει ποτέ οι Kodex. 

Εν κατακλείδι, το The Course Of Empire είναι σχεδόν Πλατωνικά Ιδεατό επικό metal, ανήκει στο πάνθεον του ιδιώματος σαν δημιούργημα και ο χρόνος θα το τοποθετήσει εκεί που του αρμόζει.

Ως επίλογο, θα ήθελα να τονίσω να μην παραξενεύεστε από το ανατατικό κλείσιμο του album (τις 3 τελευταίες γραμμές των στίχων της ομώνυμης σύνθεσης) σε σχέση με την ουροβορική φύση του concept που έχουν εδώ-αλλά και γενικά-οι Kodex: ενάντια στην οργή του Μαμωνά και στην εποχή των τάφων στη Mare Nostrum, η τέχνη τους θέλει να είναι όπως προείπαμε πάνω από όλα, ένα ξόρκι αφύπνισης.

Art’s power is immediate and irrefutable, immense. It shifts the consciousness, noticeably, of both the artist and her audience. It can change men’s lives and thence change history, society itself. It can inspire us unto wonders or else horrors. It can offer supple, young, expanding minds new spaces to inhabit or can offer comfort to the dying. It can make you fall in love, or cut some idol’s reputation into ribbons at a glance and leave them maimed before their worshippers, dead to posterity. It conjures Goya devils and Rosetti angels into visible appearance. It is both the bane and most beloved tool of tyrants. It transforms the world which we inhabit, changes how we see the universe, or those about us, or ourselves. What has been claimed of sorcery that art has not already undeniably achieved?

(Alan Moore, Fossil Angels)

 

label

Ελάλησε το χαροπούλι: Černý Kov “Společenství”

ΑιντινηςΈχετε ανέβει πότε κάποιο βουνό τη νύχτα, με σκοπό να δείτε την ανατολή από τη κορφή του; Η συναισθηματική λογική, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, αλλάζει από την στιγμή που τ’ οδοιπορικό ξεκινά. Εδώ δε πας στη δημοσιά, η φύση μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί μονάχα με δύναμη και συμμετοχή. Στο ξεκίνημα περπατάς ήρεμα για τους πρόποδες και σε λίγο θα πάρεις το ανηφορικό αυλάκι. Είναι αλήθεια πως θα κουραστείς αρκετά, μα θα ‘ρθει και η ανταμοιβή. Σα παχύνει η νυχτιά, θ’ ακούσεις την απόκοσμη στριγκιά της κι ευθύς η ανάσα σταματά. Γιατί ξέρεις την λαϊκή παράδοση που λέει, πως η κουκουβάγια ήτανε πάντοτε οιωνός κακών. Σα φτάνεις όμως τον σοφό θηρευτή, είσαι πλέον μίλια μακριά από το αστικό καζάνι, έχε το σαν παρηγοριά. Αν τότε φανεί σαν σύμμαχος το φεγγάρι, γύρνα και δες τα δέντρα και τη θέα που καραδοκεί στο σκοτάδι. Αν δεν είναι ολόγιομο, έχεις γι’ ανταμοιβή τ’ αστέρια. Πέρασες δύσκολα, μα σίγουρα ένα πρανές θα βρεθεί να ξαποστάσεις. Να φτιάξεις την ανάσα σου για το δρόμο το βαρύ. Ανηφόρα σε κροκάλες και βάτα. Δεν έχει δέντρα εδώ, άγονη φύση, μάρτυρας μονάχα της ποιμενικής ιστορίας του ανθρώπου. Δύσβατο μονοπάτι, μα θα σε φτάσει στο διάσελο. Αυτό είναι το μόνο που θέλεις για να καβαλήσεις ψηλότερα βουνά, αυτά που πατιούνται μονάχα κορυφή. Δεν θ’ αργήσει να ‘ρθει η ώρα που θ’ αγγίξεις μια γραμμή που τη βλέπεις από παιδί και πάντα σου μοιάζε απόσταση μεγάλη. Είναι τελικά ένα μικρό μονοπάτι, που στεριώθηκε στον αυχένα του βουνού για να θαυμάζεις. Νύχτα ακόμα σα φτάνεις το στόχο και περιμένεις τον ουράνιο χορό. Τα χρώματα αλλάζουν. Σε λίγο φεγγάρι και ήλιος θα ζήσουν για λίγο αντάμα κι εσύ στη μέση, το πλάσμα που ορίζει τον χρόνο του κόσμου. Βλέπεις την χαραυγή πέρα μακριά και κάτω κι αναμένεις στωικά το θάμβος της ζωής, μέχρι να φύγει ο έσπερος και να ‘ρθει η αυγή.

SpolečenstvíΑυτό το album είναι ένας φόρος τιμής στον εκλιπόντα Vlad Blasphemer (1974-2015) (Maniac Butcher, Dark Storm). Το μεγαλύτερο μέρος των κομματιών γράφτηκε από το 2006-2018 από την παρέα που ονομάστηκε Circle of Souls. Η δημιουργία και η ηχογράφηση έγινε σταδιακά σε διάφορα μέρη (κυρίως στη ύπαιθρο) σε συγκεκριμένες συνθήκες, με τη διάθεση ως φόντο και το αποτέλεσμα πολλών κοινών εμπειριών στη φαρέτρα, παράλληλα με τ’ άλλα project των μελών του Circle of Souls. Γνωστότερος εξ’ αυτών ο Infernal Vlad (Cult Of Fire, Death Karma), ωστόσο στα τύμπανα ήταν ο Vlad Blasphemer. Το σχήμα χρησιμοποιεί Τσέχικά και τ’ όνομα λένε σημαίνει μαύρο μέταλλο (αν και αστείο, το έχουν σημειώσει επιμελώς ότι πρόκειται για μέταλλο και όχι για κάποιο είδος μουσικής που έχει παρόμοιο όνομα) ενώ ο τίτλος του album σημαίνει Κοινότητα.

Με την αισθητική αυτάρκεια ως θεματοφύλακα, βάζουν για εξώφυλλο μια φωτογραφία από τις ηχογραφήσεις στο βουνό. Έρχονται μπροστά μας μονάχα με τη βασική προϋπόθεση, το stratum basale του Είδους, γι’ αυτό και είναι σχεδόν αδιόρατοι. Ενδεικτικά μιλάμε για τίτλους όπως Νυχτα και Αυγή, Μήνυμα, Από τα βάθη τη ψυχής, Νεκροταφείο, Χειμώνας. Η μηδενική μετακίνηση από το σημείο συναρμογής του μαυρομεταλλικού κόσμου, είναι εδώ σα χιονισμένο τοπίο, έρμαιο του πάθους που τυγχάνει να έχουν για το ύφος. Με απλότητα, η παρέα των Τσέχων κάνει πυρωμένο σάλτο με καθαρόαιμο black metal που πιάνει την κορυφογραμμή Darkthrone-Gehenna (Společenství) με κάποια από τα πιο έντονα riff της χρονιάς. Ταχύτητα με πνιχτά φωνητικά σε αργή έκφραση, μελωδικά riff και ρυθμικό που κρατά tempo. Αργότερα με riff που θυμίζει Ψ.Χ (Noční úsvit) κι ευθύβολη πορεία θα πάρει το δρόμο της νύχτας, λέγοντας ένα σκυθρωπό μύθο μέχρι να φτάσει το πρωί. Ως και πομπώδες θα γίνει, αλλά με όρια συμβατά του δέους που προκαλεί η φύση (IV). Μα βρίσκει κι άλλους τρόπους όπως τα riff ξυράφια που λιμνάζουν μελωδικά τη διήγηση σε mid tempo (Poselství, Hřbitovní). Το γλεύκος της πλοκής ονομάζεται Z hlubin duše, με τη riffara (Burzum, Belus/Fallen) και τυμπανική πλάνη που χαρίζει στόμφο πλοκής. Για φινάλε έχουμε τη live ηχογράφηση του Zima, που αξίζει καλύτερα να δείτε. Υπάρχουν album που θέλουν μελέτη, με δυσνόητους στίχους και μουσικά άλματα. Ετούτο δεν είναι τέτοιο, αυτό είναι δικό μας album. Ανήκει σε όλους εκείνους που κάποτε βρήκαν στο Black Metal, τους τριγμούς εκείνους που ύψωσαν τον τρόμο και την οργή της φαντασίας τους, από τον αδιάφορο αστικό δρόμο στ’ απάτητα ενδιαιτήματα τα ζοφερά.

Art Brut: Η αισθητική του είδους έχει λάβει δεκάδες μορφές μέσα στα χρόνια. Στο μέτρημα όσων απορρίψαμε κάποτε, συνέβη κι ένα παράδοξο. Κάποια σχήματα που στην εποχή τους τ’ αποφύγαμε χαμογελώντας, έχουν πλέον μίαν άλλη θέση. Αυτό συνέβη αφενός επειδή εκπέμπουν το σήμα μιας εποχής που αγαπήσαμε και αφετέρου γιατί δεκάδες άλλα που μνημονεύσαμε αργότερα ωχριούν στη μέθη που προσφέρουν αυτά. Ωστόσο, όπως όλοι ξέρουμε στη ψυχική έξαψη δεν υψώνεσαι μονάχα από τη ποιοτική αξία ενός album, απαιτείται πρώτα το βεργολύγισμα του μυαλού σου. Γι’ αυτό, σα τελειώσει το Společenství, πάμε πίσω στο χρόνο, όταν οι αλλοπρόσαλλοι βλάμηδες γλέντησαν με πάθος τo αποτρόπαιο. Αντίο Vlad._

RKRD KLLKTR: Μεγάλη η χάρη της Παναγίας των Λύκων – Sainte-Marie Des Loups LP


Λόγω της θρησκευτικής ε(α)ορτής η ημέρα προσφέρεται για να επανέρθουμε στο Γαλλικό μονομελές σχήμα Sainte Marie Des Loups (“Παναγία των Λύκων”) επ’ευκαιρία της απόκτησης του ντεμπούτου τους σε βινύλιο, εγκαινιάζοντας έτσι μία θεματική ενότητα posts τα οποία θα εμβαθύνουν την φετιχιστική πλευρά μας όσον αφορά τα σκεύη της underground λατρείας.

Επί της μουσικής -όπως έγραψα στο Underground Kommandoz του Metal Hammer Ιανουαρίου 2019- ο δίσκος με συγκλόνισε και αναζοπύρωσε το πάθος μου για το Γαλλικό black metal. Στηρίζεται σε καταπληκτικά, μεγαλοπρεπή riffs Νορβηγικής κοπής και μία διαχρονική, πικρόχολη ατμόσφαιρα. Οι στίχοι αν και δεν είναι τυπωμένοι/διαθέσιμοι είναι ευδιάκριτοι για τους Γαλλομαθείς μέσω των εξόχως εκφραστικών φωνητικών, δίνοντας μία ακριβή εικόνα των βασανιστικών ψυχοτοπίων που τους ενέπνευσαν.

Πίσω στο θέμα μας, αφού έλιωσα την ψηφιακή έκδοση η οποία διατίθεται σε name-your-price βάση από το Bandcamp (όπως και το ντεμπούτο των Chambre Froide, της κυρίως μπάντας του μοναδικού μέλους των SMDL), βγήκα πριν μερικούς μήνες στο κυνήγι του βινυλίου.

Το πρόβλημα ήταν ότι η Αμερικάνικη Fallen Empire Records που το κυκλοφόρησε δεν υπάρχει πλέον και μη θέλοντας να παραγγείλω από Η.Π.Α. για να αποφύγω των σοδομισμό των τελωνείων για αντικείμενα αξίας μεγαλύτερης των 23€ (συμπεριλαμβανομένων των ταχυδρομικών!), πήρα σβάρνα τα Ευρωπαϊκά mailorders εξασφαλίζοντας τελικά ένα αντίτυπο της πρώτης κοπής.

Τα καλά νέα για εσάς είναι ότι έκτοτε η Γερμανική Amor Fati Productions στόκαρε τον επανομείναντα back catalogue  της FER και ξανάκοψε το Sainte Marie Des Loups σε 300 αντίτυπα.

Το βινύλιο είναι lo-fi όπως και η μουσική: ένα μαυροπράσινο jacket με την Παναγία στο εξώφυλλο χωρίς καν λογότυπο και την μυστηριώδη φωτογραφία του δημιουργού (κομπλέ με μαύρη ταινία να κρύβει τα μάτια) στο οπισθόφυλλο, μαζί με το track listing και την κάτωθι προσευχή αντί στίχων:

“μαύρη παρθένα, Παναγία των Λύκων, μητέρα της καταστροφής. Αναποδογύρισε τον κόσμο, εξέθεσε την γλίτσα του, αναποδογύρισε τους ανθρώπους, δείξε το κενό που τους κατατρώει.”

Αμήν.

Oι Παραφωνίες της Γενεύης – BRUTALIST

Λαμβάνω τηλεγράφημα αρχές Μαρτίου από τον αδερφό Roderic Mounir (Κnut, πρώην Vuyvr). Αρχίζω να διαβάζω, έχει ανέβει το demo του νέου project του man, Brutalist. Σταματάω να διαβάζω, ανοίγω το bandcamp, ακούω, γουστάρω, διαβάζω τη συνέχεια: έχουν διαλυθεί, σκατά.

Oι Brutalist εκτός από τον Roderic, ήταν οι Adriano Perlini (Commodore – το καλύτερο όνομα συγκροτήματος που θα διαβάσετε σήμερα), συν οι δύο κιθαρίστες των Knut επί εποχής “Wonder”: Tim Robert-Charrue (o oποίος είναι παντρεμένος με Ελληνίδα FTW!) και  Christian Valleise (επίσης: Impure Wilhelmina).

Aφού διαλύθηκαν (πριν περίπου 2 χρόνια) αποφάσισαν να αφήσουν ένα δισκογραφικό στίγμα κάντοντας edit το υλικό από 2 πρόβες με mastering από τον Lad Agabekov (Nostromo – το νου σας κυκλοφόρησαν πρόσφατα νέο mini-LP!).

Aυτό που παίζουν είναι ένα δυσαρμονικό, ενίοτε παιχνιδιάρικο, instrumental noise rock (“Piton”, “Cobra”, “Trabajo”), το οποίο συχνά εξωκείλει σε αφηρημένο, πειραματικό τζαμάρισμα (“Instant Magique”, “New Light”).

Το αποτέλεσμα είναι τόσο σπιρτόζικο και προκλητικό ηχητικά με τον Roderic να είναι σε μεγάλη φόρμα στα τύμπανα και τα έγχορδα (διαφορετικά κουρδισμένα μεταξύ τους και συμπεριλαμβανομένης μίας βαρύτονης κιθάρας) να δίνουν ρέστα με παραισθησιογόνες, νευρικές μελωδίες, ώστε να μας κάνει να αισθανόμαστε ότι δεν πέρασε μια μέρα από τις ημέρες δόξας του hydrahead metal!

Το περιορισμένο CD-R έχοντας εξαντληθεί και αναμένοντας ενδεχομένη επανακυκλοφορία, κατεβάστε την ψηφιακή έκδοση η οποία είναι διαθέσιμη σαν name-your-price.

KMMNDZ PRPGND: Time travel συναυλιακές φαντασιώσεις (Bolt Thrower – UK Grindcrusher Tour 1989)

Όλοι οι μουσικόφιλοι έχουμε time travel συναυλιακές φαντασιώσεις.

Πολλές από τις δικές μου αφορούν τους BOLT THROWER μέχρι το 1994, ειδικότερα επί των “Realm Of Chaos” / “Warmaster” εποχών, αφού αυτοί οι δύο δίσκοι είχαν μέγιστη επίδραση πάνω μου τόσο μουσικά όσο, ίσως και περισσότερο, αισθητικά – θα ακολουθήσει αναλυτικότερο post επί του θέματος.

Κατά συνέπεια θα πλήρωνα ΠΟΛΥ ακριβά για να μπορέσω να παρακολουθήσω τις 8 συναυλίες του UK Grindcrusher Tour 1989 μαζί με CARCASS, MORBID ANGEL και  NAPALM DEATH (φωτογραφίες της περιοδείας εδώ).

Στα highlights των δύο συναυλιών που περιλαμβάνονται σε αυτό το επίσημο και πολύ καλής ποιότητας video: τα άπλετα “Ugh!” και άλλα επιφωνήματα που χώνει ο Karl Willetts και η gentleman χειραψία που δίνει οπαδός στην Jo Bench στο 9:33.

Σημειώσεις:

  1. Αντίστοιχα videos από τις άλλες μπάντες του ίδιου tour:  MORBID ANGEL, NAPALM DEATH, CARCASS.
  2. Μιλώντας για Bolt Thrower και Grindcrusher, ακούστε σε υψηλή εντασή αυτό (κομπλέ με τίτλο κομματιού “Jo Bench”!):

 

Πυράντοχο Κονίαμα: Martire “Brutal Legions of the Apocalypse”

 

1991Πριν χρόνια, σε κάποιο διάλειμμά των ηχογραφήσεων της ραδιοφωνικής εκπομπής με τον Νίκο Αναστόπουλο, μιλούσαμε για death metal σχήματα που άξιζαν αλλά κάπου χάθηκαν στην πορεία (βασικά μιλούσε και άκουγα). Κάπου μέσα στις κουβέντες, μου πρότεινε ν’ ακούσω το Ep των Αυστραλών Martire που βγήκε πίσω στα 1991. Death Metal με ταχύτητα και δύναμη, αρκετά ξεσπάσματα με φωνητικά που αγγίζουν μελανές ακτές κι ένα ρυθμικό μέρος να σπέρνει πώρωση μέχρι το φινάλε. Και το καλύτερο, να φανταστείτε, είναι τα riff. Τέλος, η αισθητική στο εξώφυλλο ήταν όσο cult έπρεπε, μέσα στον πρωτόλειο χαρακτήρα της.

2012Είπαμε αρκετά για τους Martire με το Νίκο σε ‘κείνο το διάλειμμά, αλλά κανένας μας δεν μπήκε στον κόπο να βάλει το ντεμπούτο του σχήματος, που κυκλοφόρησε το 2012. Μέχρι πριν δυο βδομάδες, που πάτησα το Play. Ορυμαγδός ρυθμικού, ευκρινές μπάσο σε κίνηση, υπερφορτισμένα riff, φωνή μαύρος σκύλος… ήταν σα να παίζουν οι Cynic (του Focus) διασκευές Archgoat. Progressive Black/Death και το σαγόνι μου κόλλησε σ’ ένα βιετναμέζικο τιμολόγιο (ήμουν στη δουλειά). Αγορά, δίχως δεύτερη σκέψη._

Παρένθεση: Αν υπάρχει ένα σχήμα που μπορείς να πεις ότι παίζει Progressive Black/Death αυτό είναι οι Portal [συν το alter ego τους Impetuous Ritual (μόνο δισκάρες)] άντε να μπουν σ’ αυτή την ομάδα και οι Teitanblood του Death. Όλοι αυτοί όμως ΔΕΝ είναι ατσούμπαλοι. Και όταν μιλάμε για Black/Death ΠΡΕΠΕΙ να είναι αφετηριακά ατσούμπαλο. Μουσικά ατσούμπαλο. Είναι η βάση απόλαυσης αυτού του ήχου. Γι’ αυτό χρόνια τώρα λέμε καλά λόγια σε ότι κι αν κάνουν οι Profanatica. Γι’ αυτό οι Black Witchery γέμιζαν μαγαζιά και κούνησαν ακόμα και «μόνο θρας» σβέρκους. Γι’ αυτό οι Blasphemy έχουν δεκάδες οπαδούς που αγοράζουν κάθε χρόνο τον ίδιο δίσκο σ’ επανέκδοση (κυριολεκτικά όχι μεταφορικά).

Εδώ έχουμε την ένωση τεχνικής και κτηνωδίας, που δημιουργεί μια πρωτότυπη εφαρμογή για το ύφος, ακόμα και συναισθηματικά (υπερβολή, το ξέρω). Δεν απορώ που πέρασε απαρατήρητο. Δυστυχώς, τέτοιες περιπτώσεις δεν έχουν οπαδούς. Κι αν το δεις λογικά, στέκει. Όποιος ζητά τεχνική, θέλει δαντελωτές κυβιστήσεις, όποιος ζητά κτηνωδία χοιρομέρι seviche. Οι Martire δεν είναι εδώ για κανέναν. Στην πραγματικότητα όλα τα κομμάτια του ντεμπούτου έρχονται από άλλες εποχές (Ep ’98 και δυο split των 00’s) και οι πρώτες εκτελέσεις φέρουν τα περισσότερα στοιχεία απ’ όσα αναφέρω. Αυτό που έκαναν το 2012 ήταν μια ανύψωση του υλικού μέσω παραγωγής και η έντεχνη εμφάνιση του μπάσου. Αρχικά, ο όγκος είναι η παλέτα πάνω στην οποία χτίζει το μπάσο. Τύμπανα και κιθάρα δίνουν ότι ακριβώς θέλει o Great Righteous Destroyer ή Damon Good για να ξεχαρβαλώσει. Η κίνηση των κομματιών θυμίζει οδοστρωτήρα που κάνει γαργάρα μπετόβεργες και για τη καούρα κουμπώνει ρουθήνιο. Οπότε, αν είσαι σε φάση να ξεκινήσεις ακρόαση, κάντο σε σοβαρό volume, να ‘ξοκείλεις – τ’ οφείλεις στον εαυτό σου. Εδώ έχει headbanging (υπερβολή, το ξέρω). Το εθιστικό των κομματιών οφείλεται στο rhythm section. Αυτοί οι δυο (μπάσο, τύμπανα) είναι τα βασικά μέλη των επίσης Αυστραλών StarGazer (βάλτε μια φορά το “A Merging to the Boundless”, prog/extreme metal με stevia). Οι κιθάρες θα έρθουν να συμπληρώσουν τη κράση, να φέρουν ηλεκτρισμό, το heavy/thrash στοιχείο για να ολοκληρωθεί το μηχανοστάσιο και να δούμε το πορτρέτο. Που δεν είναι άλλο, από τον πάλαι ποτέ κραταιό, τώρα γερόλυκο Vince Feleppa, που συμπληρώνει την ιστορία με τη φωνάρα του. Αν και μιλάμε για ένα δίσκο που έχει μόνο κομματάρες, το instrumental (Ω! ναι) “Lucixion” είναι ικανό να προκαλέσει αποξύρηση ωτικού λαβυρίνθου. Τέλος, η αισθητική στο εξώφυλλο είναι όσο πρωτόλεια πρέπει, μέσα στον cult χαρακτήρα της.

Λαϊκισμός: Μιας και στο παρόν κείμενο έγινε αναφορά στον πυρήνα της αισθητικής του Black/Death, θα ήθελα να προσθέσω πως ακόμα περιμένω κάνα μαλάκα (σαν εμένα) συνοδοιπόρο, να γράψει  ε π ι τ έ λ ο υ c ποιμενικό black/death, demo με τίτλο «Γίδα βραστή» κι έτσι. Αν δεν κατάλαβες το παρόν υστερόγραφο, λογικά θ’ άκουγες τη δεύτερη Batushka. Το ξέρω, θα ήθελες να λέγονταν Babushka, για να ‘χει κι άλλες… ΕΓΩ ΟΧΙ.

 

 

Mind’s II:An Isolated Mind “I’m Losing Myself”/The Caretaker

An Isolated Mind – I’m Losing Myself cover
An Isolated Mind – I’m Losing Myself cover

Γενικότερα, όσοι μας παρακολούθησαν και στην έντυπη μορφή του blog, θα θυμούνται πως δεν είχαμε κάποιο θέμα να ταιριάξουμε (στο ίδιο κείμενο ή δισέλιδο) φαινομενικά “αταίριαστες” μουσικές, εφόσον νιώθαμε μια κάποιου τύπου (αισθητική, στιχουργική κλπ) συσχέτιση.Αυτό θα συνεχιστεί και στο NDRGRND KMMNDZ.

Σε αυτή την περίπτωση, ίσως λόγω του γενικού του τίτλου και των τίτλων των κομματιών, ίσως λόγω του θέματος (πρακτικά ένα album το οποίο καταπιάνεται με την αποτύπωση της εμπειρίας του Kameron Bogges , μοναδικού μέλους του σχήματος, της ολιγοήμερης νοσηλείας του σε ψυχιατρική κλινική καθώς και τη διάγνωση ότι πάσχει από διπολική διαταραχή),ίσως λόγω των γενικών vibes που γεννά η μουσική “των” An Isolated Mind,ίσως συγκεκριμένα και λόγω του 17λεπτου ambient επιλόγου “I’ve Lost Myself” (το οποίο θα μπορούσε να περιλαμβάνεται σε κυκλοφορία του παρακάτω αναφερθέντα)  το “I’m Losing Myself” με παρέπεμψε συνειρμικά στο-ήδη κλασικό-“Everywhere At The End Of Time” project του βρετανού The Caretaker (κατά κόσμο James Kirby), που ολοκληρώθηκε επίσης φέτος.

The Caretaker-Everywhere At The End Of Time Stage 4 cover

Για όσους δε γνωρίζουν, πρόκειται για μια εξαλογία που αφορά την προοδευτική εξέλιξη της άνοιας και την κατά προσέγγιση μεταφορά της σε ήχους (το project γενικά χρησιμοποιεί σαν πρώτη ύλη επεξεργασμένες μουσικές και ηχητικά κολάζ κυρίως των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα,οι οποίες στο “ Everywhere At The End Of Time” ξεκινούν με κύριο αισθητικό γνώρισμα την νοσταλγία για να καταλήξουν προοδευτικά στην αποδόμηση τους και εν τέλει σε μια ολική αφαίρεση/ εκφυλιστική μεταμόρφωση των γνωρισμάτων τους).Ειδικά κάποια αποσπάσματα των τριών albums που αφορούν την μετασυνειδησιακή κατάσταση (το τέταρτο, το πέμπτο και το έκτο στάδιο) είναι από τα πιο (ουσιωδώς) τρομακτικά ambient/experimental πράγματα που έχει ακούσει ο γράφοντας, συνεπώς η (με τη σειρά) μελέτη τους προτείνεται, μέχρι να πάρουμε απόφαση να κάνουμε ένα πιο εκτενές αφιέρωμα στην δισκογραφία του Kirby.

LABEL

Επιστρέφοντας στην κύρια αφορμή του κειμένου, το “I’m Losing Myself” είναι φυσικά ένα επί της ουσίας metal album,με αρκετά διαφορετική ηχητική/συνθετική προσέγγιση (προφανώς ακόμη και το ερέθισμα για τη δημιουργία του είναι αρκετά διαφορετικό, καθώς και προσπάθεια έκφρασης προσωπικού βιώματος),μάλλον λιγότερο φιλόδοξο αλλά με άλλες χάρες.Στο μουσικό κομμάτι, τα σύνθετα ρυθμικά μέρη θα θυμίσουν σε πολλούς mathcore/technical death metal λογικές, ενώ σαν μάλλον φυσικό αποτέλεσμα στις πιο «τραχείς» στιγμές τους (πιο συγκεκριμένα,  στα πρώτα μέρη των κομματιών “Afraid Of Dissonance” και “Eternity In A Minute”) θα ομοιάσουν με τους Νεοζηλανδούς Ulcerate.Αυτή όμως είναι μόνο η μια όψη του νομίσματος, καθώς οι συνθέσεις του “I’m Losing Myself” ποτέ δε μένουν στο σημείο έναρξης τους, ούτε από πλευράς διαθέσεων ούτε από ηχητικής πλευράς: αντιθέτως, θα περιπλανηθούν σε αμιγώς post rock δρόμους μεταξύ άλλων, ενώ κάποια ambiences και ο τρόπος που γεμίζουν τα κομμάτια θα θυμίσουν πράγματα όπως το “Oceanic” των Isis (δώστε βάση πχ στο δεύτερο μισό του highlight του album “Turritopsis dohrnii”), δίνοντας-στα δικά μου αυτιά τουλάχιστον-έναν  τελείως late 90’s/00’s χαρακτήρα στο album και παραπέμποντας συνειρμικά στην νοοτροπία των κυκλοφοριών της Hydrahead και τον τρόπο με τον οποίο έσπρωξαν τα όρια του extreme ήχου.Είναι όμως σημαντικό να τονιστεί πως ο Bogges εδώ δεν πουλάει εκκεντρικότητα για χάρη της εκκεντρικότητας (που μάλλον θα μπορούσε εύκολα να το κάνει), αλλά-διαβάζοντας και τους στίχους-σου δίνει την εντύπωση πως το “I’m Losing Myself” αποτελεί περισσότερο προϊόν ειλικρινούς έκφρασης παρά οτιδήποτε άλλο, οι υφολογικές εναλλαγές των συνθέσεων είναι ουσιαστικά περιπετειώδεις και όχι αχταρμάς και εν κατακλείδι, αν οι περισσότερες αγαπημένες σας μουσικές περιγράφονται με κάποιον “post-something” χαρακτηρισμό,οι An Isolated Mind σίγουρα σας αφορούν.

 

BUY