Αυτή η δεκαετία θα αυτοκαταστραφεί

Η τελευταία φορά που διατάχθηκα να μιλήσω για τη συνοπτική γεύση που μου άφησε μια δεκαετία στο μουσικό επίπεδο, ήταν στο τέλος των 00’s.
Τότε είχα πει πως αν τα 90’s ήταν η δεκαετία των ιδιωμάτων, τα 00’s ήταν η δεκαετία των συγκροτημάτων.

Δεδομένης της τερατώδους υπερμεγένθυσης της παρουσίας, έκθεσης απόψεων (βλέπε social media) και σε περιπτώσεις ακόμη και ανάσχεσης βηματισμού ιδιωμάτων (βλέπε αντι-Χίτλερμέταλ συσπειρώσεις) από πλευράς του κοινού που ακούει μουσικές, θα έλεγα πως τα 10’s ήταν η δεκαετία των ακροατών.

Δε λέω πως δε βγήκαν δισκάρες. Είμαι σίγουρος πως βγήκαν.

Απλώς, στο μυαλό μου, βουίζει ακόμη ένα χάος από μοιρολόγια, θριαμβολογίες, καλαμπούρια, κακεντρέχειες, σοφές κουβέντες, παλαβομάρες, διαφωτιστικές αναλύσεις αλλά και φρικώδεις παπαρολογίες που διάβασα (από ακροατές, όχι “ειδήμονες” ούτε “μουσικούς δημοσιογράφους”) για τη μουσική, πάρα  η μουσική.

Όταν ξεζαλιστώ, είμαι πολιτιστικά υποχρεωμένος να ξανακούσω τους δίσκους των EUS, Culte Des Ghoules, Ubre Blanca, Khthoniik Cerviiks, MMMD, Απότομη, Pye Corner Audio, DreamLongDead, Hail Conjurer, Οδός 55, Necromantic Worship, Locust Leaves και Spettro Family.
Καλώς εχόντων των πραγμάτων θα τους κατανοήσω πλήρως, γαμωσταυρίζοντας που δεν κατάλαβα τα σπουδαία πράγματα τον καιρό που συνέβαιναν.

Τόλης Γιοβανίτης

Το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό αναφορικά με τα μουσικά 10’s, είναι το πόσο εξαϋλώθηκαν τα προσδιοριστικά χαρακτηριστικά του όρου «underground σκηνή» σε σχέση τουλάχιστον με αυτά που ίσχυαν στα 90’s, όταν μπήκα (όπως φαντάζομαι και οι περισσότεροι από εσάς) στη φάση: η πεποίθηση του τότε, πως «υπάρχει το μεταλλικό mainstream και το extreme underground στο οποίο υπάρχουν άγνωστοι ή ελάχιστα γνωστοί καλλιτέχνες που αξίζουν αλλά για χ λόγους παραμένουν στην αφάνεια και πρέπει ο μουσικογραφιάς ή/και ο ενημερωμένος μουσικόφιλος να τα βγάλει στη φόρα», είχε αρχίσει να διαβρώνεται από τα 00’s, αλλά ήταν τα 10’s με το bandcamp, τα πάμπολλα αναδυόμενα μουσικά blogs και webzines, τα εξειδικευμένα μουσικά youtube κανάλια και τα social media echo chambers του καθενός μας (στα οποία ένα όνομα μπορεί να ανακυκλώνεται ξανά και ξανά ως εποχική πρόταση), αυτά που του έδωσαν τη χαριστική βολή. Πλέον ένα όνομα μπορεί να ακούγεται συνέχεια αλλά (παραδόξως και αναμενόμενα συνάμα) αυτή του η διάδοση να μην συνεπάγεται ανάλογα κέρδη για τον ίδιο τον καλλιτέχνη δυστυχώς , αλλά  από την άλλη ούτε και καλλιτεχνικό συμβιβασμό/«εύκολο» ήχο ευτυχώς, δημιουργώντας έτσι ένα θολό μικρομεσαίο επίπεδο,που υπάρχει ανάμεσα στους παγκοσμίως γνωστούς και τους παγκοσμίως αγνώστους. Πλέον όποιος αξίζει μαθαίνεται και διαδίδεται και όποιος θέλει δισκογραφεί (κι ας μην αξίζει) ακόμα και σε φυσικό format, έστω και βάζοντας λεφτά από την τσέπη του, στη χείριστη των περιπτώσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η παραδοσιακή δισκοκριτική για μένα καθίσταται άχρηστη, για αυτό και στο blog που διαβάζετε η έμφαση πια δίνεται σε μεγάλο βαθμό στις σκέψεις, τις αισθητικές και διανοητικές προεκτάσεις που γεννά η κάθε κυκλοφορία, το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται σαν δημιούργημα, εν τέλει στη διεύρυνση που προκαλεί (ή στη μαγεία που εμφωλεύει, αν θέλετε) στην οπτική της πραγματικότητας που βιώνουμε υποκειμενικά. Είναι κάτι που εκτιμούσα και στην έντυπη στήλη Underground Kommandoz του Metal Hammer για όσο συνείσφερα (όπως και οι άλλοι 3 συντελεστές του NDRGRND KMMNDZ) και κάτι το οποίο συνεχίζει να εξελίσσεται ως άποψη και ύφος και εδώ πια.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της μουσικής δεκαετίας που μου έρχεται συνειρμικά αφορά όχι τόσο την περίφημη έξαρση παραγωγής εγχώριων κυκλοφοριών (η οποία αδιαμφισβήτητα υπήρξε), όσο την αναπαραγωγή της ίδιας της ρητορικής περί «σκηνής που βγάζει δισκάρες και δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το εξωτερικό», η οποία κατέληξε να έχει τόσο το χαρακτήρα ενός mantra αυτοεπιβεβαίωσης μεταξύ φίλων και γνωστών, όσο και ενός mantra μιας ενστικτώδους αντίδρασης ενός κλάδου με πολλές προεκτάσεις που (με το δίκιο του εν μέρει) έπρεπε κάπως να κρατηθεί εν μέσω ύφεσης, ακόμα και για albums που αποτελούσαν απλά επαρκείς ασκήσεις ύφους. Κανένα θέμα πάντως, καθώς ο καλός όπως προείπαμε, ελέω ψηφιακής εποχής και διαδίδεται και εν τέλει παραμένει στη συνείδηση του κόσμου εφόσον το αξίζει και εφόσον αγγίξει όντως ευαίσθητες πτυχές του δυνητικού κοινού του. Πέραν αυτών, προφανώς και υπήρξαν σπουδαίες κυκλοφορίες, συλλογικές ηχητικές τάσεις (όπως η αναβίωση του 90’s ελληνικού black metal ήχου και η πληθώρα ελληνόφωνων hardcore/crust/synth punk κυκλοφοριών, για να αναφέρω δύο ενδεικτικές) αλλά ευτυχώς  και περιπτώσεις ποιοτικότατων αποκλινόντων υφολογικά κυκλοφοριών, που αρνήθηκαν να μπουν σε κουτάκια, ακολουθώντας το δικό τους μονοπάτι.

Θα θυμάμαι επίσης την όλη 80’s νοσταλγική μέθη, παρούσα σε ολόκληρες μουσικές σκηνές και άλλους καλλιτεχνικούς χώρους. Θα θυμάμαι το ότι στη γενικότερη φάση μας αυτή τη δεκαετία μεγάλο επιδραστικό ρόλο έπαιξαν εν τέλει μεμονωμένοι γάλλοι καλλιτέχνες (ο Neige στο blackgaze, ο Hasjarl σε τεράστιο μέρος του black και death metal κόσμου, οι Perturbator/Carpenter Brut ως οι εκπρόσωποι του synthwave που «έπιασαν» τους μαλλιάδες). Θα θυμάμαι πως οι Slayer (ή οι Slipknot, ή οι Pantera, το πιάνετε το νόημα) αυτής της δεκαετίας ήταν οι Death Grips, μια μη κιθαριστική μπάντα. Θα θυμάμαι πως παράλληλα με τον «κοσμοπολιτισμό» και τις (συχνά ουσιώδεις) αποδομητικές τάσεις του post black metal/blackgaze υπήρξε και μια έξαρση από μαυρομεταλλικές κολεκτίβες (Black Twilight Circle/Crepusculo Negro-από τα τέλη των 00’s, Rhinocervs, Haeresis Noviomagi, Vrasublat, η ισλανδική σκηνή, οι πιο επιφανείς εξ αυτών) οι οποίες έχοντας πιο θεμελιώδεις μαυρομεταλλικούς εκφραστικούς πυλώνες κυκλοφόρησαν από αξιόλογα έως σπουδαία πράγματα. Θα θυμάμαι το live των αδικοχαμένων The Devil’s Blood στο Κύτταρο και την όλη-κουλή-προσέγγιση των Ψ.Χ για την «κυκλοφορία» του compilation album τους και κατ’ επέκταση το σχετικό θέμα που κάναμε στο έντυπο. Ελπίζω να ξεχάσω το σήριαλ των Batushka και όλα τα παρελκόμενα του, καθώς και την τοξικότητα και τα εκάστοτε εγωκεντρικά σεντόνια «διαλόγων» στα social media, με αφορμή (και) τη μουσική.

Προσωπικά highlights (full lengths/ένα album ανά καλλιτέχνη/σειρά ανά έτος κυκλοφορίας):

Alcest “Ecailles De Lune” (2010)

Deathspell Omega “Paracletus” (2010)

Murmuure “Murmuure” (2010)

Negative Plane “Stained Glass Revelations” (2011)

The Devil’s Blood “The Thousandfold Epicentre” (2011)

This Is Past “Μισανθρωπία” (2011)

Vatican Shadow “Kneel Before Religious Icons” (2011)

Death Grips “The Money Store” (2012)

Dephosphorous “Night Sky Transform” (2012)

Mgla “With Hearts Toward None” (2012)

Revenge “Scum.Collapse.Eradication” (2012)

Swans “The Seer” (2012)

Atlantean Kodex “The White Goddess” (2013)

Beastmilk “Climax” (2013)

Zemial “NYKTA” (2013)

Goat “Commune” (2014)

Perturbator “Dangerous Days” (2014)

Spectral Lore “III” (2014)

Volahn “Aq’Ab’Al” (2014)

Dodheimsgard “A Umbra Omega” (2015)

Macabre Omen “Gods Of War-At War” (2015)

Obsequiae “Aria Of Vernal Tombs” (2015)

Agatus “The Eternalist” (2016)

Οδός 55 “Οδός 55” (2016)

Converge “The Dusk In Us” (2017)

Locust Leaves “A Subtler Kind Of Light” (2017)

Daughters “You Won’t Get What You Want” (2018)

Lingua Ignota “Caligula” (2019)

Liturgy “H.A.Q.Q.” (2019)

Tool “Fear Inoculum” (2019)

Δημήτρης Σκούρας

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 10sstrip-1.jpg

Αν κάνουμε ένα παραλληλισμό του Black Metal με τον συμβατικό άνθρωπο, θα πούμε πως βαπτίστηκε το 1982 (Venom “Black Metal”) οπότε πλέον κοντεύει τα σαράντα. Αυτό σημαίνει πως η δεκαετία που μας πέρασε ήταν τα δημιουργικά του χρόνια (30-40 ετών). Η αριθμητική επιβεβαιώνει αυτή τη συλλογιστική. Τα 10’s τελειώνουν και οι κυκλοφορίες που αφορούν το Black Metal είναι περί τις 90.000 (μαζί με τις επανεκδόσεις). Για τους λάτρεις των αριθμών, τα 00’s είχαν 45.000 κυκλοφορίες, τα 90’s 14.000 και τα 80’s χίλιες (πηγή discogs, σε στρογγυλοποίηση). Ο πακτωλός κυκλοφοριών ήταν το Γεγονός των 10’s. Για να γίνει κατανοητό, 90.000 κυκλοφορίες είχε το Techno στα 90’s και δε νομίζω να έχει το black metal στα 10’s αντίστοιχο ακροατήριο. Ίσως λοιπόν, φτάσαμε στο σημείο που οι κυκλοφορίες είναι δυσανάλογες του κοινού, συνεπώς όχι μόνο να καταναλωθούν δε μπορούν αλλά ούτε και ν’ αφομοιωθούν. Αν στα 00’s έκανε Project ένας στους δυο ακροατές, στα 10’s κάνατε όλοι εκτός από μένα. Ωστόσο, εδώ θα πρέπει να ειπωθεί και το βασικό συμπέρασμα των 10’s: στην ουσία δεν έχουμε και ούτε θ’ αποκτήσουμε πραγματική εικόνα όσων έγιναν σ’ αυτή τη δεκαετία. Προσωπικά, έχω τσεκάρει λίγο έως πολύ το 6% (δηλαδή τρίχες) των κυκλοφοριών της, το οποίο σημαίνει κάπου στις 5 χιλιάδες δουλειές που αφορούν το Black Metal. Αν θέλετε τη γνώμη μου, αυτός είναι ένας υπερβολικός βαθμός έκθεσης. Ωστόσο, πράγματι, αν θες μπορείς ν’ ακούς κάθε μέρα μια νέα κυκλοφορία με ικανοποιητικό περιεχόμενο (χωρίς να σε πιάνει ψυχικό τσιρλιό δηλαδή). Αυτό, φανερώνει την έξαρση που υπάρχει στη συγκεκριμένη σκηνή, αλλά διαμορφώνει μια περίεργη συνθήκη για όποιον την παρακολουθεί με αυτό τον τρόπο, που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «έκθλιψη» συναισθημάτων. Είναι σα να προσπαθείς να φέρεις την αισθητική απόλαυση σ’ ένα είδος συνεχούς «μέθεξης», κι αυτό είναι πιθανότερο να σε κάνει αχόρταγο συλλέκτη από κεκτημένη ταχύτητα ή να σε κουράσει και να εγκαταλείψεις, παρά να σε οδηγήσει σε νοητική/ψυχική «πρόοδο» μέσω της τέχνης.

Συνεχίζοντας τον παραλληλισμό με τον συμβατικό άνθρωπο, τo Black Metal των 00’s είχε ως σκοπό να επεκτείνει τις γνώσεις του, όπως ο συμβατικός άνθρωπος λέμε ότι σπουδάζει, δουλεύει, ταξιδεύει (20-30 ετών). Αυτό έγινε μπασταρδεύοντας το βασικό μοντέλο, χωρίς να περιοριστεί αποκλειστικά σε metal επιρροές. Έγιναν απαίσια κράματα (για κλάματα), ωστόσο υπήρξαν και αξιοσημείωτα δείγματα, οπότε μπορεί να ειπωθεί πως ο σκοπός επετεύχθη (ούτως ή άλλως η συζήτηση true/untrue θα εκκρεμεί για πάντα, σαν φιλολογικό θέμα ανάμεσα στους θιασώτες). Το Black Metal στα 10’s θέλησε να μεταφέρει τον «πυρήνα του Είδους» σε άλλα ακροατήρια, πράγμα που κατόρθωσε με “viral” ευκολία. Αυτό το γεγονός πίεσε τους θερμόαιμους οπαδούς (αυτούς που πάνε στο πέταλο) να βυθιστούν σε νέα τάρταρα και να προκαλέσουν εκ νέου με το παίξιμο και την αισθητική τους. Κατά συνέπεια, το Black metal έζησε, ίσως και να θριάμβευσε στα 10’s, γιατί κατάφερε να φτάσει από ακροατές που το αγνοούσαν (ή δεν τους έκανε στη satanic version) ως και σε pop αυτιά.

Ιστορικά, όταν η μουσική έμπνευση στερούσε, το Black Metal ανέπνευσε από την αισθητική του, αλλά είμαστε πλέον στα 10’s. Κι εδώ η αισθητική των κυκλοφοριών έδρασε πάνω-κάτω σε ήδη δημιουργημένες σχολές νοοτροπίας/μανιέρες. Δυστυχώς, τα εξώφυλλα και οι φωτογραφίες των 10’s έχουν φασόν νοοτροπία, καταλήγοντας τα περισσότερα album να είναι κατασκευασμένα «προϊόντα» από ένα καλούπι που γνωρίζεις πολύ καλά. Συμπερασματικά, το συνολικό πακέτο των 10’s έχει την αισθητική προϊόντος μαζικής παραγωγής, κάτι για όλους που να πηγαίνει σε όλους, σε στυλ πολυκαταστημάτων ένδυσης. Κατά συνέπεια, διακατέχεται από έλλειψη χαρακτήρα. Φυσικά, υπάρχουν εξαιρέσεις και album με δουλεμένη αισθητική άποψη, αλλά είναι πλέον μειοψηφία. Συνολικά όμως, την τελευταία 20ετία δεν είχαμε την αισθητική άποψη των 80’s και 90’s (όσο κι αν το γήπεδο φωνάξει “OK boomer”). Μουσικά στα 10’s είχαμε εκατοντάδες ικανοποιητικά album, δεν ήταν τελικά δύσκολο να μάθει το ποίμνιο να παίζει, δημιουργώντας αυτό που λέμε καλό album-άκι που θα πάρει βαθμό 7 άντε 8. Στην όχθη των αξιοσημείωτων, βάση αριθμών και μόνο, αυτή η δεκαετία κερδίζει έδαφος λόγω ποσότητας (στις 90.000 κυκλοφορίες έχεις περισσότερα 7αρό8άρια από τις άλλες δεκαετίες). Ωστόσο, δεν είχαμε «μνημεία», αυτά τα album που θα μπορέσουν κάτω από προϋποθέσεις να γίνουν iconic φλάμπουρα στο μέλλον (λείπει όμως η απόδειξη, γιατί πρέπει να περάσουν χρόνια για δούμε τι θα μείνει πραγματικά από αυτή τη δεκαετία).

Αν το Black Metal είναι ένας συμβατικός άνθρωπος, κοντεύει πλέον τα 40. Οπότε στα 20’s θα πάρει λογικά τον δρόμο της ωρίμανσης. Αυτό όμως το συμπέρασμα βγαίνει μονάχα στον δικό μου, ονειρικό παραλληλισμό, ενός μουσικού Είδους με τον άνθρωπο των καιρών μας. Οπότε θα το σταματήσω εδώ, μιας και δεν υπάρχει λόγος να κάνω λογικά άλματα για να πιάσω τον υποτιθέμενο σφυγμό του μέλλοντος. Θα πρέπει όμως να σημειώσω πως από την ακραία τέχνη ζητάς να σε οδηγεί σε σημεία που δε σου επιτρέπει ο ψυχισμός και η ηθική σου να πας, γιατί κατάλαβες ή ένιωσες πως πρόοδος είναι η ανηλεής επαναξιολόγηση ιδεών και συναισθημάτων. Είναι προφανές πως ζητάμε τις ιδέες/εικόνες εκείνες που κολυμπούν ανερμάτιστα στο υποσυνείδητό μας και δεν έχουμε επικοινωνία μαζί τους. Η δουλεία του extreme καλλιτέχνη είναι να τις ξεκλειδώσει και να μας φέρει αντιμέτωπους με αυτές.

Υπήρξε όμως κι ένα βασικό πρόβλημα στα 10’s και είμαστε εμείς, οι ακροατές. Ξεκάθαρα, ακούει καθένας τα δικά του σχήματα και βγάζω πρώτα τον εαυτό μου στον τάκο. Δεν υπάρχει θεραπεία, γιατί η αιτία του προβλήματος είναι το Γεγονός της δεκαετίας: με τόσες χιλιάδες κυκλοφορίες έχουμε την άνεση να κινηθούμε σε όλες τις χώρες του κόσμου και είναι πρακτικά αδύνατο να υπάρξει χρόνος και ανοιχτό μυαλό ν’ αφουγκραστούμε τ’ underground «διαμαντάκια» ενός άλλου ακροατή. Σε δεύτερο πλάνο, η ποσότητα δημιουργεί επιδερμική επαφή με κάθε album. Η έλλειψη μελέτης κάνει την ακρόαση ένα μουσικό χαλί για άλλες δραστηριότητες, δίχως περαιτέρω εμβάθυνση στο περιεχόμενο. Παροδικά καθιστά τον ακροατή επιφανειακό, γιατί δεν μελετά τους στίχους και τα σύμβολα του booklet περνούν από τα μάτια του σαν φευγαλέες εικόνες. Ωστόσο, στην υπερβολική κατανάλωση και τις μεγάλες ποσότητες υπάρχουν και θετικά σημεία. Είναι πολύ σπουδαίο που η μουσική βιομηχανία πέθανε ή αργοπεθαίνει και όποιος θέλει να εκφραστεί παίζοντας μουσική, έχει πλέον τα εργαλεία να το κάνει ελευθέρα κυκλοφορώντας έναν ολοκληρωμένο δίσκο. Παράλληλα, οι ποσότητες δημιουργούν την απαραίτητη δεξαμενή μέσα από την οποία θ’ αναλύσεις, συγκρίνεις και τελικά συμπεράνεις την πρόοδο της τέχνης που σε βοηθά να εξελιχθείς.

Πάνος Κουργιούνης

Διαβάζοντας το κείμενο του Τόλη έψαξα κι εγώ να βρω τι είχα γράψει στο Metal Hammer για τα 00’s: τα είχα βιώσει σαν το after-party των 90’s. Μία δεκαετία μετά, για μένα τα 10’s είναι το hangover που ακολούθησε the morning after.

Η οχλαγωγία των social media και ο τεράστιος όγκος πληροφορίας με έκανε συχνά να crash-άρω,  γενικά αλλά και ειδικά σαν ακροατής. Έτσι πλέον, ανά τακτά διαστήματα τραβάω καλώδιο, κόβοντας επιλεκτικά τον ρου της πληροφορίας.

Αυτό βέβαια με έκανε να χάσω επεισόδια (λχ. το Ισλανδικό black metal – παραδόξως αφού λατρεύω την χώρα, ειδικά μετά το ταξίδι που έκανα το 2010), οπότε δεν είμαι σε θέση να προτείνω κάποια μακροκοσμική ανάλυση σαν αυτή του Δημήτρη ή του Πάνου. Αντ’αυτής, ορίστε μερικές σκόρπιες αναμνήσεις και σκέψεις έτσι όπως ξεπροβάλλουν μέσα από την ομίχλη.

Σαν ακροατής, το σημείο αναφοράς που κρατάω σαν εκκίνηση των 10’s είναι το Nuclear War Now! Fest Volume IΙ, το οποίο έλαβε μέρος στο Βερολίνο την Παρασκευή 19 και το Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010. Ήταν ένα υπέροχο τριήμερο το οποίο χάρισα στον εαυτό μου με πρόφαση την θριαμβευτική εμφάνιση των Dead Congregation. Πέρα όμως από το live κομμάτι, αυτό που μου έμεινε είναι κάποια από τα παράπλευρα πράγματα που ανακάλυψα επί τόπου ή/και που ζυμωνόντουσαν ταυτόχρονα. Όπως η Pan Records, η εξαιρετική πειραματική δισκογραφική εταιρία που είχε ήδη ξεκινήσει από το 2008 ο φίλτατος Βασίλης Κουλιγάς (πρώην Family Battle Snake), με τον οποίο παρακολούθησα το φεστιβάλ. Εκεί ανακάλυψα τους Akitsa αγοράζοντας το βινύλιο του “Au crépuscule de l’espérance” (2010) (και το οποίο ποτέ δεν ήρθε στα χέρια μου – Βασίλη κάνε την καλή κάποια στιγμή!) και την σκηνή του Black Twilight

Ένας άλλος φίλος που με οδήγησε σε νέα μουσικά μονοπάτια είναι ο Μανώλης Παππάς (τσεκάρετε το blog του sonic death monkey και το Corrupted Delights στο οποίο συμμετέχει). Χάρη στα hints του, επένδυσα ένα μέρος του προϋπολογισμού μου σε αξιοσυλλέξιμα πειραματικά/ noise/ ηλεκτρονικά βινύλια και κασέτες. Toυ δίνω credit για σύγχρονα ακούσματα που όχι μόνο έγιναν αγαπημένα αλλά κι ερέθισαν την φαντασία μου με την αισθητική τους: Rainforest Spiritual Enslavement, Vatican Shadow, Ron Morelli, Alberich, Ben Frost, Cut Hands, Demdike Stare, Pye Corner Audio, κλπ.

Όσον αφορά τον άνωθι κύριο, ο κύκλος έκλεισε πρόσφατα όταν άρχισε να ενεργοποιείται στην δισκογραφία με το άριστο εκλεκτικό label Coherent States. Η τελευταία τους κυκλοφορία  για την οποία και χρωστάω RKRD KLLKTR, το αξιοσυλλέξιμο (red inner sleeves FTW!) “Sofia Says” LP της ερωτεύσιμης Γαλλίδας Gaël Segalen,  αποτελεί μέρος ενός ικανοποιητικάτου συνόλου ποικίλων κυκλοφορίων οι οποίες κλείνουν κατάλληλα την (ημερολογιακή τουλάχιστον) δεκαετία.

Αφού όντως αισθάνομαι μία πληρότητα με κάποιες πολυ καλές κυκλοφορίες, κυρίως από καινούριες μπάντες, που για μένα αφήνουν μία νέα ελπίδα για τα 20’s, θα ξεκινήσω από το (χρονολογικό) τέλος.

  • Οι Saint Marie Des Loups δημιούργησαν στο ομώνυμο LP του; (2018)  μία πραγματικά σπουδαία κι επιβλητική ατμόσφαιρα.
  • Judiciary από το  Texas, έγραψαν με το ντεμπούτο LP “Surface Noise” (2019) μία full-length εργασία πάνω στο πόσο καλά μπορεί να παίζεται σήμερα το brutal hardcore – έτσι όπως το αγαπήσαμε στα τέλη 90’s, αρχές 00’s.
  • Στο ίδιο μουσικό μήκος κύματος βρίσκονται και οι Primal Rite, με πιο τραχύ/αναλογικό ήχο και λιγότερο μεταλλικό στυλ. Όπως σας είχαμε ήδη προτείνει στο Underground Kommandoz, ακούστε οπωσδήποτε το “Dirge Of Escapism” (2018)!
  • Οι Power Trip αποχαιρετούν την δεκαετία με ένα super digital single και υποσχέσεις για ένα θριαμβευτικό τρίτο album.
  • To sc-fi death metal επέστρεψε θριαμβευτικά με δύο μπάντες που θυμίζουν τους αγαπημένους μου Timeghoul (η κασέτα “Tumultuous Travellings” των οποίων όντας το πρώτο demo που παρήγγειλα πίσω στο 1993): τους Blood Incantation για το “Hidden History of the Human Race” (2019) των οποίων μιλάνε όλοι τελευταία και τους τους λιγότερο γνωστούς Nucleus με το “Entity” (2019). Aν και χωρίς sci-fi αισθητική, οι Καναδοί με το όνομα γλωσσοδέτη Chthe’ilist, είναι επίσης fans των Timeghoul και γάμησαν με το “Le dernier crépuscule” (2016). Επίσης Γαλλόφωνοι Καναδοί κι εξαιρετικοί death metal-άδες είναι οι Outre-Tombe που τα έσπασαν με το “Nécrovortex” (2018).
  • Οι Teeth από την California με έπιασαν αδιάβαστο στο “The Curse of Entropy” (2019) με ογκώδες death metal του οποίου η περιπετειώδης διάθεση μου θύμισε συχνά Ulcerate.
  • Επίσης στο παρά πέντε, ανακάλυψα χάρη στον Θάνο Μαντά τους Coilguns, μια Ελβετική γκρουπάρα, η οποία βρίσκεται στην αιχμή του σύγχρονου heavy ήχου και σίγουρα αποτελεί μέρος του μέλλοντος του. Φέτος κυκλοφόρησαν το “Watchwinders” (2019), αλλά την παράσταση έκλεψε το καταπληκτικό περυσινό “Millenials” (2018)  – “(…) Millennials was written and recorded in january 2016 by the band itself, self-engineered on old second hand tapes in a four rooms wood stove heated vacation house, lost right in the middle of the desperate monoculture landscapes of central germany. What came out is a breathless, lo-fi and lo-tuned epileptic record, that roughly questions their own behaviour as partially conscious citizens of a scarily weird and exciting globalized music world.
  • Οι Antimob, οι οποίοι ούτως ή άλλως είναι ένα από τα καλύτερα μουσικά πράγματα που συνέβησαν αυτή τη δεκαετία (κυρίως με το πλέον κλασσικό ντεμπούτο τους), επανήλθαν με το πολυαναμενόμενο δεύτερο album τους, για την (πλέον εξαντλημένη) βινυλιακή έκδοση του οποίου υπερέβαλαν εαυτόν κυκλοφορώντας ένα από τα πιο εντυπωσιακά LP’s που έχω κρατήσει ποτέ στα χέρια μου (γι’ ακόμα μια φορά, έπεται RKRD KLLKTR)!
  • H κληρονομιά των λατρεμένων Discordance Axis επανήλθε στο προσκήνιο με τον ομώνυμο δίσκο των No One Knows What The Dead Think (2019), όπου τα πρώην μέλη τους Jon Chang και Rob Marton και σύμφωνα με τα λεγόμενα τους, τελειώνουν αυτό που ξεκίνησαν οι D.A. πίσω στο 1992. Να σημειώσω ότι εκτός από τους τελευταίους και τους Gridlink με συγκίνησαν θυμίζοντας μου το παλιό, καλό relapse metal (Burnt By The Sun, πρώιμους Mastodon, Uphil Battle, κλπ). Επίσης, απλά ιδιοφυής είναι η ιδέα να συμπεριληφθούν όλα τα κομμάτια σε karaoke εκδόσεις χωρίς φωνητικά!
  • Πάντα από την ίδια διεθνή avant grind παρέα, ο  κιθαρίστας/καρατέκα/γατοπατέρας Takafumi Matsubara (Gridlink, Mortalized, Retortion Terror)  κυκλοφόρησε ένα άκρως ενδιαφέρον και πειραματικό album συνεργασιών.
  • Το Ελληνικό super group Cursed Blood (πρώην/νυν μέλη Dead Congregation, Nuclear Winter, Sarabante, Straighthate, Vulnus, κλπ) κυκλοφόρησε την πολύ αξιόλογη κασέτα “Taker Of Life” (2019), η οποία είναι βάλσαμο στ’αυτιά όσων λατρεύουν την σήψη των Murder Squad, Autopsy, κλπ.

Πίσω στο κυρίως κουφάρι της δεκαετίας και όσον αφορά την ηλεκτρονική μουσική, ο αγαπημένος Νορβηγός Geir Jenssen, συνέχισε να είναι ενεργός στέλνοντας κατ’ευθείαν από το Αρκτικό Tromsø, διαχρονικές polar ambient μεταδόσεις με Biosphere. Αν και η δεκαετία ξεκίνησε μάλλον μέτρια με το “N-Plants” (2011), συνέχισε δυνατά με τα “Departed Glories” (2016), “The Senja Recordings” (2019), κ.ά.

Επιπλέον, μέσω της εταιρείας του Biophon, (επανα-) κυκλοφόρησε όχι μόνο δικά του πράγματα αλλά κι εξαιρετικούς δίσκους όπως: Nina Nielsen “Love And Terror In The Wilderness”, Pistol & Bart “…Rir Igjen”.

Η μητέρα Νορβηγία δε μου χάρισε ιδιαίτερες μαυρομεταλλικές συγκινήσεις αυτή τη δεκαετία, φρόντισαν γι’ αυτό όμως οι Σουηδοί γείτονες Craft με το Void” (2011) και οι Φινλανδοί Corningr με τα “Relics Of Inner War” (2011) και Funereal Harvest” (2015). Η metal σκηνή της χώρας επανόρθωσε πάντως με κυκλοφορίες όπως το “Dystopics” (2012) των Diskord!

Μιλώντας για Σκανδιναβικό black metal, τα 10’s ήταν η δεκαετία των Reverorum ib Malacht. Ξέρετε την ιστορία τους: έχοντας ξεκινήσει από την black metal σκηνή, αλλαξοπίστησαν κι έγιναν Χριστιανοί, βαφτίζοντας την μουσική τους Ρωμαιοκαθολικό black metal. Ξεκινώντας σχετικά ήπια με το “Urkaos” (2011), απογειώθηκαν με το “De Mysteriis Dom Christi” (2014), το οποίο ουσιαστικά είναι τριπλός δίσκος αφού η κασέτα, το CD και το βινύλιο περιέχουν διαφορετική μουσική! Η συνέχεια με τα “Ter Agios Numini” (2017), “Irma Malacht” (2018) και “Im Ra Distare Summum Soveris Seris Vas innoble” (2018), αν και λιγότερο υπερβατική συνεχίζει να είναι τέρμα πειραματική κι εξωγήινη!

Ένα ανέλπιστο black metal outsider ήταν το επιβλητικό και γλαφυρό “Flying Above Ancient Ruins” (2017) των Σλοβάκων Krolok

Γυρνώντας πίσω στην αρχή της black metal δεκαετίας, να μνημονεύσω την έμπνευση που μου προσέφερε το μουσικό και στιχουργικό αριστούργημα των Negative Plane “Stained Glass Revelations” (2011). Πάντα στη Vinland, οι The Howling Wind μας χάρισαν το παγωμένο έπος “Into The Cryosphere” (2010) και μετά έπεσαν δημιουργικά. Aνέλπιστα oι Thralldom, η θρυλική USBM μπάντα των 00’s της οποίας την κληρονομιά κατά κάποια τρόπο  οι THW συνέχιζαν, επανήρθε με το αξιοπρεπέστατο “Time Will Bend into Horror” (2016), δέκα ολόκληρα χρόνια μετά το κλασσικό πλέον “A Shaman Steering the Vessel of Vastness” (2006).

Dispirit του θρύλου και προσωπικού φίλου John Gossard (Weakling, Asunder, The Gault), χάραξαν μία από τις πιο ιδιαίτερες και αναζωογονητικές πορείες της δεκαετίας κυκλοφορώντας 5 demos με full-length διάρκεια αποκλειστικά σε κασέτα (!).

Ο Wrest μετά τις περιπέτειες του με την δικαιοσύνη επέστρεψε με το μέτριο “True Traitor, True Whore” (2011) αλλά ευτυχώς το έσωσε γι’αυτήν τη δεκαετία με το “Scar Sighted” (2015).

Άλλα αξιόλογα Βορειο-αμερικάνικα σχήματα των οποίων τα βινύλια χάραξαν στα 10’s οι βελόνες των πικάπ μου: Thantifaxath, Fell Voices, Ash Borer, Ash Pool, Departure Chandelier.

Από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις ήταν η αναπάντεχη επιστροφή των αγαπημένων Antaeus με το ανελέητο”Condemnation” (2016), ενώ είχε προηγηθεί και το πολύ καλό “Satanic Audio Violence 2013 – Live at Wolf Throne Festival” (2013).

Επίσης από το Παρίσι, οι Necroblood με μερικά splits/EP’s και το μνημειώδες “Collapse of the Human Race” (2017) έδωσαν νέ(κρ)ο αίμα στο black/death, όπως την ίδια χρονιά οι συμπατριώτες Goatvermin στο “Détruire”  και οι Αμερικάνοι Weregoat με το “Pestilential Rites of Infernal Fornication”.

Μιλώντας για black/death, τα “Death” (2014) και “The Baneful Choir” (2019) των Teitanblood ήταν εξόχως χαοτικά και υπερβατικά. Απόλαυσα επίσης τις τελετουργίες ομοϊδεατών όπως οι Antediluvian, Temple Nightside, Witchrist, Grave Upheaval.

Όσον αφορά το death metal αρκετά πράγματα με ενθουσίασαν. Το “Promulgation of the Fall” (2014) των Dead Congregation (φυσικά), μπάντες στις οποίες μας μύησε η Nuclear Winter Records (Drawn And Quartered, Cruciamentum, Ensnared, κλπ), oι Ulcerate, Mitochondrion, Portal,  Impetuous Ritual, Bölzer, Deathcult

Πέρα από το black metal, oι Aluk Todolo  και οι Oranssi Pazuzu με έστειλαν αλλού…

Hardcore… Η δεκαετία ξεκίνησε απογοητευτικά με τους Kickback να κυκλοφορούν τον ύστατο και πιο μέτριο δίσκο της καριέρα τους, το “Et Le Diable Rit Avec Nous” (2011), ενώ εμείς περιμέναμε τον διάδοχο του καταπληκτικού “No Surrender” (2009) το οποίο είχε κλείσει τα 00’s επαναπροσδιορίζοντας το ακραίο μεταλλικό hardcore. Μας χάρισαν όμως a night to dismember στο An Club τον Οκτώβρη 2012!

The Rival Mob από την Βοστώνη ήταν σίγουρα ένα από τα καλύτερα πράγματα που άκουσα στον χώρο με το λυσασμένο “Hardcore For Hardcore” (2010) και το “Mob Justice” (2013).

Η Ελληνική hardcore punk σκηνή ήταν σε οργασμό αφού εκτός από τους προαναφερθέντες Antimob, μας χάρισε τους Παροξυσμός, Sarabante, Ruined Families, Gutter, Χωρίς Oίκτο, και 3 νέα τεύχη-βίβλους του θεσμού Μούντζα zine.

Eκτός ακραίου metal και hardcore punk, οι Ελληνικές μπάντες που με απασχόλησαν περισσότερο ήταν οι The You And What Army Faction με το κινηματογραφικό no wave/post punk τους (οι βιβλιοφάγοι ας τσεκάρουν το πρόσφατο μυθιστόρημα του κιθαρίστα/τραγουδιστή τους Μάνου Ραγιάδη “Αγόρι”), οι Super Puma (με τον Δανιήλ Γουδέλη, comic artist και κιθαρίστα των hardcore ηρώων των 00’s Innermost), oι Κrause (Ελληνικό noise rock FTW!), και οι λάτρες του 90’s industrial metal/noise rock Stereo Animal.

Λίγο πιο βόρεια, οι Σκοπιανοί Od Vratot Nadolu κυκλοφόρησαν το one-sided mini-LP “Mercury” (2010), έναν από τους πιο heavy δίσκους που έχουν ηχογραφηθεί στα Βαλκάνια και ο οποίος συνίσταται στους φίλους του noise rock, sludge και post-hardcore.

Σε παρόμοια μουσικά πεδία (πλην του sludge ίσως), οι Καναδοί Ken Mode αποτέλεσαν ένα σημείο αναφοράς της δεκαετίας με 4 υπέροχα albums: “Venerable” (2011), “Entrench” (2013), “Success” (2015), “Loved” (2018).

Όπως στην περίπτωση των Timeghoul και των συνεχιστών της παράδοσης τους, χάρηκα ανακαλύπτοντας μία χούφτα μπάντες οι οποίες εμπνεύστηκαν από την κληρονομιά των καταλυτικών Νεοϋρκέζων Cattlepress. Αναφέρομαι στους Flourishing με το “The Sum Of All Fossils” (2012)Drainland, Αbsvrdist και φυσικά στους Yautja.

Σε παρόμοια θολά και πειραματικά post-hardcore/grind, noise rock, sludge ύδατα, η Βόρεια Αμερική είχε επίσης για εμάς τα labels Nerve Altar,  Survivalist Deathcult, Iron Lung Records και τον γαλαξία συγκροτημάτων τους, ιδιαίτερα: Defeatist (πρώην μέλη Kalibas και Anodyne – R.I.P.) με το καταπληκτικό “Tyranny Of Decay” (2011), Column Of Heaven, Intensive Care,  Water Torture, Disrotted, Haapoja, Fluoride, Radiation Blackbody, Iron Lung, κλπ.

Όπως αντιλαμβάνεστε, το πνεύμα των 00’s και των heavy πειραματισμών συγκροτημάτων που άνηκαν στο δυναμικό των Hydrahead, Relapse και άλλων (εξ’ ου και οι όχι-ιδιαίτερα-ευφυείς όροι hydrahead metal και relapse metal που μου άρεσε(ι) να χρησιμοποιώ), συνέχισε να πλανάται και να εμπνέει. Πρέπει συνεπώς να αναφερθώ στους Great Falls (πρώην μέλη Kiss It Goodbye, Undertow, Playing Enemy, Jesu) που κυκλοφόρησαν 3 δισκάρες: “Accidents Grotesque” (2014), “The Fever Shed” (2015) και “A Sense of Rest” (2018).

Gridlink κυκλοφόρησαν το “Orphan (2011)”, τον επίσης υπερβατικό και υστερικό διάδοχο του “Amber Grey” (2008), αλλά τελείωσαν την πορεία τους με το πιο μέτριο “Longhena” (2014) και τον Τakafumi Matsubara να αποσύρεται προσωρινά λόγω προβλημάτων υγείας.

Oι λατρεμένοι Ελβετοί Knut κυκλοφόρησαν το ύστατο album τους “Wonder” το 2010. Εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι το χειροποίητο εξώφυλλο που έκανε ο Aaron Turner, ο οποίος μέχρι τότε ήταν κυρίως Photoshop-άς,  ήταν σημαδιακό μίας αναβάθμισης της underground αισθητικής από τα ψηφιακά 00’s στα πιο hand-drawn 10’s και καλλιτέχνες όπως o Alexander L. Brown , οι σύντροφοι Viral Graphics και πολλοί άλλοι , αρκετούς από τους οποίους φιλοξένησαν οι τελευταίοι στα 2 τεύχη του Bacteria zine.

Ο κύκλος φίλων-συμμάχων-πρωτεργατών του Ross Bay Cult κράτησε ψηλά το λάβαρο της χαοτικής βλασφήμιας και στα 00’s (κακό σκυλί ψόφο δεν έχει), συνεχίζοντας την παράδοση των Blasphemy και Conqueror:

  • Οι Revenge έβγαλαν δύο νέους δίσκους, τα “Scum.Collapse.Eradication” (2012) και “Behold.Total.Rejection” (2015) – ειδικά το πρώτο γάμησε!
  • Kerasphorus του Pete Helmkamp έβγαλαν 2 ωραία EP’s και μετά διαλύθηκαν.
  • Οι Death Worship ήταν μία αναπάντεχη έκπληξη  αφού σε αυτούς ένωσαν μετά από πολλά χρόνια τις δυνάμεις τους ξανά οι J. Read και Ryan Förster των Conqueror! Τα “Extermination Mass” (2016) και “End Times” (2019) είναι δύο μνημεία απανθρωπιάς που χρειαζόμασταν.
  • Οι Diocletian από τη Νέα Ζηλανδία κυκλοφόρησαν το αριστουργηματικό δεύτερο album τους “War of All Against All” (2010) και μετά από αλλαγές σύνθεσης καθάρισαν τον ήχο τους, κυκλοφορώντας το πολύ καλό “Gesundrian” (2014). Μετά από μία προσωρινή διάλυση και ολοκληρωτική αλλαγή σύνθεσης έκλεισαν την δεκαετία αξιοπρεπώς αλλά σε μικρότερη φόρμα με το “Amongst the Flames of a Bvrning God” (2019).

Πέρα από το metal σαν μουσική αλλά κοντά σαν αισθητική, οι Σουηδοί Goat αιχμαλώτισαν την φαντασία μου με το concept και το afro psych rock τους, ειδικά στο “World Music” (2012). Σημειωτέον ότι πρόσφατα ένα μέλος τους κυκλοφόρησε το solo project Goatman “Rhythms”.

Τέλος, τα 10’s ήταν η δεκαετία όπου δύο hobbies μου συναντήθηκαν και συνέπραξαν. Αναφέρομαι στις σκηνές του retro computing και indie gaming, οι οποίες αναπτύχθηκαν ραγδαία και ταυτόχρονα με την άνοδο του synthwave και παρεμφερών ηλεκτρονικών μουσικών.

Θυμάμαι σαν χθες να παίζω Hotline Miami στο PlayStation Vita κάνοντας head banging και μετά σαν άλλος Γιοβανίτης να γράφω τη μουσική σε TDK κασέτα, πριν αποκτήσω τα soundtracks του Hotline Miami 1 και 2 σε δύο τριπλά οργασμικά  βινύλια. Έτσι ανακάλυψα αγαπημένα σύνολα όπως τους Perturbator και M.O.O.N. – το “M.O.O.N” EΡ (2011) με τέσσερα κομμάτια από το Hotline Miami 1 είναι για μένα Ο χορευτικός δίσκος της δεκαετίας (φυσικά και τον αγόρασα σε βινύλιο για να έχω όλα τα τραγούδια μαζεμένα!) .

Έτσι σκαλίζοντας σχετικά sites, έπεσα μια μέρα στο Νewretrowave και ανακάλυψα αναπάντεχα τους FM-84, τη μπάντα που θα μου χάριζε έναν από τους αγαπημένους δίσκους της δεκαετίας: το “Atlas” (2016). H χρυσή ώρα της δύσης πότε πια δε θα ήταν η ίδια αφού έχει συνδεθεί πλέον άρρηκτα μαζί τους. Και ναι α) ομολογώ ότι κι εγώ αρχικά νόμιζα ότι τα υπέροχα φωνητικά του Ollie Wride ήταν γυναικεία, β) πέρασα ένα Σαββατοκύριακο κολλημένος στο Twitter έτσι ώστε να καταφέρω να παραγγείλω μία κόπια από την πρώτη κοπή σε βινύλιο.

Κλείνοντας, το άνωθι brain dump με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι τα 10’s ήταν λιγότερο άσχημα απ’ όσο ήθελα αρχικά να δηλώσω, αλλά παρ’όλα αυτά και με πάση υποκειμενικότητα, μου άφησαν λιγότερο έντονες συγκινήσεις και παραστάσεις απ’ ότι τα 90’s και τα 00’s.

Τα ξαναλέμε σε 10 χρόνια!

Πάνος Αγόρος

RKRD KLLKTR: Στα χνώτα των ζώων της φάτνης-Impavida “Antipode”

 

logoΥπήρξε μια εποχή (mid/late 00’s-early 10’s) που το Depressive Black Metal ήταν πολύ δυνατό. Θα μπορούσαμε να πούμε πως έφτασε να θεωρηθεί ακόμα και ξεχωριστό sub-genre. Κάποιος μάλιστα είχε φτιάξει και το Depressive Black Metal blog, που αποδείκνυε του λόγου το αληθές. Δυο «ιστορίες» μου έρχονται στο μυαλό, σχετικά με αυτή τη μουσική διαδρομή από εκείνη την εποχή. Θυμάμαι τον φίλο μου Ηρακλή {[(χωρίς να έχει ακριβώς αυτό το γούστο [οπαδός tool, από αφετηρία, (δε κρατήθηκα!)]} να μου λέει πως κατέβαζε κάνα βράδυ, album από εκείνο το Blog. Ήξερε τι θα βγει σε λίγο από τα ηχεία του. Δεν έψαχνε το καλό σχήμα με τις εξαιρετικές ιδέες, αλλά το ύφος, τον ήχο και την ατμόσφαιρα που θα του έδιναν τα δεδομένα μοτίβα. Θυμάμαι ακόμα τον Τόλη, στο black metal αφιέρωμα του Metal Hammer (τεύχος Νο 299, 11/2009), να λέει αναφερόμενος στο Suicidal/Depressive Black Metal: «Αυτό-ακρωτηριασμός, παραίτηση, αυτοκτονικές τάσεις και πεσιμισμός που κάνει τον Schopenhauer να μοιάζει με τον.. Walt Disney».

Eerie Sceneries

1stΗ ιστορία των Γερμανών Impavida από τη Βεστφαλία δεν είναι μεγάλη και δεν έχει κάποιο πιπεράτο ενδιαφέρον, αλλά έφερε τότε, κοντά με το καταπληκτικό Logo, ένα ώριμο γεμάτο συναισθήματα ντεμπούτο. Εδώ βασιλεύει μια ιδιότυπη ηρεμία, τουλάχιστον στον δικό μου ψυχισμό. Σαν συναίσθημα μοιάζει με την ανακούφιση που νιώθεις μετά από αναπάντεχη τρομάρα ή λίγο μετά το ξύπνημα από έναν απόκοσμο εφιάλτη. Ο τίτλος του album λειτουργεί σαν υποβλητικό εργαλείο, αλλά θα πρέπει να ενδώσεις για να δουλέψει μέσα σου. Θα δεχθείς να συνάψεις και πάλι εκείνη τη παλιά συμφωνία. Μια συμφωνία που θα μπορούσε να θεωρηθεί και ηθελημένη αφέλεια. Ξέρω πως μεγάλωσες και δεν είναι πρέπων ν’ αφεθείς σε όνειρα σαν είσαι ξυπνητός. Μη κουμπώνεσαι, θα’ ναι για λίγο.

eerieΟι συναισθηματικές αποχρώσεις της αθώας περιήγησης που ξεκινούν από την πύλη της πρώτης κοπής σε cd και διαβαίνουν τις καμάρες του υπόγειου, στη φετινή επανέκδοση σε Lp, δεν εμπεριέχουν τρόμο σε πρώτη ανάγνωση. Βαδίζοντας όμως σε τέτοια μέρη, θα περάσεις μια συναισθηματική γκάμα που τον κοντεύει. Θα μπορούσε να ιδωθεί μέσα από τις αναταράξεις του θυμικού που συνοδεύουν τη λέξη «δέος» και το μάγκωμα που επιφέρει στον ψυχισμό το ανεξερεύνητο μέρος, εν προκειμένω ένα εγκαταλελειμμένο μέγαρο ή ακόμα καλύτερα ένα μαυσωλείο. Βαδίζοντας σ’ ανεξερεύνητα μέρη, κάνεις μια αθώα περιήγηση στο σκοτάδι, που το πιθανότερο είναι να μην εμπεριέχει τίποτε. Είναι όμως το χειρότερο μέρος για όποιον κουβαλά, από παιδί, διεγερμένο φαντασιακό. Κάπως έτσι μπορούν να ζωντανέψουν ανείπωτοι τρόμοι, που ζουν μονάχα στο δικό σου μυαλό. Ωστόσο, είπαμε το πιθανότερο είναι να μην υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από εικόνες ερήμωσης, που μαθηματικά οδηγούν τη διάθεση στον τριγμό της απόγνωσης. Η απόγνωση αυτή δεν έχει να κάνει με το συναίσθημα που από λίγο ως πολύ όλοι μας έχουμε βιώσει κοινωνικά. Είναι κάτι διαφορετικό και το μόνο που μπορώ να κάνω για να σας το θυμίσω, είναι να ξυπνήσω (αν υπάρχει ακόμα) έναν πολύ παλιό φόβο. Όταν κάποτε είσαστε μικροί και οι γονείς σας άφηναν για λίγο μόνους στο σπίτι. Ένας μεγάλος κόσμος για έναν μικρό εαυτό, ικανός να μετατρέψει το παχνί της ασφάλειας σε τόπο μαγικό.

Το “Eerie Sceneries” έφερε μαζί του κάποια χαρακτηριστικά που δεν ήταν στο ημερήσιο διαιτολόγιο του depressive, υπάρχει από την αρχή ως το τέλος ένας φρέσκος ήχος και αέρας στις κιθάρες. Ακόμα και τα πιο δυναμικά riff έχουν ένα θετικό σκίρτημα που κάνει το σύνολο ν’ αναπνέει καθ’ όλη την διάρκεια. Η υφή της μουσικής μοιάζει περισσότερο με «σκοτεινό» soundtrack παρά με black metal. Παράλληλα, η ψυχή τους (μέσα από τα φωνητικά) φθίνει και πέφτει ρυτιδιασμένη κατάχαμα, σ’ ένα κόσμο από τον οποίον χάθηκαν τα μυστήρια. Είναι σα να βάζεις την απόγνωση (την original αυτή τη φορά) στη θέση του φρονήματος, αν εδώ αντί για καταθλιπτική περιήγηση είχαμε μάχη. Θα χρησιμοποιήσει samples για να χτίσει και τελικά να υπηρετήσει με συνέπεια τον μοναδικό πυλώνα που είχε, έχει και θα συνεχίζει να έχει το depressive, την ατμόσφαιρα. Το πρόβλημα που φέρει η λέξη ατμόσφαιρα, για μένα που σας γράφω, είναι η πενιχρότητα των συναισθημάτων αποχρώσεων που μεταδίδει. Κανονικά, θα έπρεπε να έχουμε εφεύρει δεκάδες άλλες λέξεις, που σκιαγραφούν την εμβέλεια και τις στρωματικές διαβαθμίσεις στις οποίες θα εκτεθεί λίγο αργότερα ο ακροατής. Δεν τις έχουμε και πορευόμαστε με την ίδια τυποποιημένη λέξη, ας είναι. Η ευφυΐα του ντουέτου θα φανεί στις μικρές στιγμές που θα μετασχηματίσουν τη μονοτονία μ’ έξυπνες χρήσεις των πλήκτρων. Τα ηχητικά τοπία που παράγουν έχουν καμπύλες σε κάθε τραγούδι, κάτι που θα φανεί σαν κίνηση στον σταθερό καμβά του ύφους. Είναι ένας μετασχηματισμός της θλίψης, που μοιάζει με τον αέρα που αλλάζει βαθμιαία και παροδικά την σταθερότητα της φύσης.

‎”Antipode”

Rusalka_BilibinΣτη πρώτη φράση του “Demons’ Eerie Flutes Accompany with the Decay of Corpses Defiled” ο Dennis Blomberg φωνάζει “Rusalka, spirit of water;”. Το όνομα αυτό προέρχεται από την Σλάβικη μυθολογία. Στις περισσότερες εκδοχές Rusalka είναι ένα νεκρό πλάσμα που δεν έχει βρει γαλήνη. Άτομα που πεθαίνουν βίαια και πρόωρα μετατρέπονται σε Ρουσάλκι. Η μυθολογία έβαλε τη γυναίκα ως κεντρικό πρόσωπο σε αυτή την ιστορία, γιατί η καταπίεση που δεχόταν ιστορικά οδήγησε αρκετά νεαρά κορίτσια ν’ αυτοκτονήσουν επειδή ήταν ανύπαντρες εγκυμονούσες. Σαφώς, η ποιητική προτίμηση θα έφερνε πιο μπροστά στη διήγηση όσες προδόθηκαν από τους εραστές τους και αφαίρεσαν τη ζωή τους. Η αλήθεια ωστόσο ήταν ωμή και ακραιφνώς κοινωνική. Rusalka είναι η οπτασία της ψυχής μιας νεαρής γυναίκας που πέθανε κοντά σε ποτάμι ή λίμνη και στοίχειωσε το μέρος. Θα της επιτραπεί να αναπαυθεί εν ειρήνη, μόνο αν πάρει εκδίκηση για το θάνατό της. Αν και η πρωταρχική της κατοικία είναι ο τόπος που έπεφτε νεκρή, έβγαινε από τα νερά τις νύχτες, σκαρφάλωνε σ’ ένα δέντρο και τραγουδούσε. Ακόμα μπορεί να καθόταν στις όχθες του ποταμού και να χτένιζε τα μαλλιά της ή να χόρευε μαζί με άλλες ρουσάλκι στα χωράφια. Η περιγραφή της έχει ως κεντρικό σημείο της μη-ορατές (μαύρες) ίριδες των ματιών της, που σχημάτιζαν μαζί με την κόρη έναν ενιαίο μαύρο κύκλο στον κατάλευκο βολβό των ματιών της. Ήταν υπερβολικά χλωμή με διάφανη επιδερμίδα και χρυσά ή πράσινα βρεγμένα μαλλιά. Δεν μπορούσε να υπάρξει πολύ εκτός νερού, γι’ αυτό είχε πάντοτε μαζί της ένα χτένι. Κάθε φορά που το χρησιμοποιούσε επικαλούνταν το υδάτινο στοιχείο, πάροχο της μεταθανάτιας ενέργειας μέχρι να ολοκληρώσει τον διακαή πόθο, την εκδίκηση. Σύμφωνα με κάποιους μύθους, αν στέγνωναν τα μαλλιά μιας Rusalka θα «πέθαινε» δίχως να έχει ολοκληρώσει το σκοπό της λύτρωσης. Τα πνεύματα ρουσάλκι προέρχονταν και από τα αβάπτιστα μωρά, συνήθως εκτός γάμου, που γι’ αυτό τον λόγο πνίγηκαν από τις μητέρες τους. Στην τελευταία εκδοχή, αυτά θα έπρεπε να εκδικηθούν τη μητέρα που τα φόνευσε.

antipodΠέρασαν έντεκα χρόνια από το ντεμπούτο και οι Impavida επιστρέφουν στα κόκκινα, κοιτώντας με ειλικρίνεια τον ακροατή. Πρόσκληση, σ’ όποιον θέλει να καλπάσει μαζί τους σε μοντέρνους αλλά -ακόμα- true ορίζοντες. Ξεκινώντας από την αναφορά εκ προοιμίου, την πυγμή, το ύφος τους μοιάζει περισσότερο με τη Suicidal Black Metal λογική. Αν θέλουμε να βάλουμε ένα σημείο διαχωρισμού ανάμεσα στο Suicidal και το Depressive, είναι η χρήση ταχύτητας συν ένας extra οδυρμός στα φωνητικά, που ορισμένες φορές ξεπερνά τα εσκεμμένα μελαγχολικά (ψυχικά) τοπία πιάνοντας τις ανηφοριές της οργιαστικής μέθης για φρίκη. Αυτό ακριβώς συμβαίνει κι εδώ. Οι Γερμανοί όμως δεν επέστρεψαν μ’ έναν τυπικό δίσκο για να πάρουν τη θέση τους στα χαρακώματα της απαλεψιάς. Τα εξαιρετικά riff δημιουργούν έναν χαοτικό στρόβιλο μέσα στον οποίο ο νεόφερτος «τραγουδιστής» (εκ των Η.Π.Α) που φέρει το ψευδώνυμο “He, Who Walketh the Void” θα ουρλιάξει αβασάνιστα, δίχως περισπασμό. Στην ακατάπαυστη πορεία οι κιθάρες λιμνάζουν με άριστο τρόπο. Αρχικά μ’ ελαχιστοποίηση της ταχύτητας που σε κάνουν να νιώθεις πως θα ξαναπιάσουν πορείες, μα τελικά με άρτιες μελωδίες ομοιόμορφα μέσα στη ροή. Δεν αργεί όμως να ξεκινήσει και πάλι το κρεσέντο, μ’ εξαιρετικά riff που δημιουργούν όλους εκείνους τους χρωματισμούς που θα λειάνουν όσο χρειάζεται τον ακιδωτό χαρακτήρα της προσπάθειας, βρισκόμενα πίσω από κάθε στροφή της σφοδρής δίνης που σχηματοποιεί η μουσική με τα φωνητικά. Στις επιρροές δεν είναι (ευτυχώς) οι πρόσφατοι Lantlôs (μέχρι και το “.Neon” μετράνε) του έτερου Καππαδόκη Markus Siegenhort (ex-Impavida). Ωστόσο, υπάρχουν riff που μπορεί να θυμίσουν τους Sun Worship στο “Elder Giants” ή τους Αμερικάνους Barbelith του “Mirror Unveiled” (πολύ ενδιαφέρον post/black metal με απρόσμενη δύναμη για το συγκεκριμένο sub-genre και αξιοπρόσεκτες τεχνικές αρετές) όπως οι ίδιοι αναφέρουν με τόλμη (όταν είσαι λίγο πιο παλιός και βάζεις ως έμπνευση κάποιον νεότερο, μετράς διπλά). Παράλληλα όσο αναφορά την έμπνευση στη harsh πλευρά της μουσικής του, ο Dennis υπέδειξε τα “Banished From Time“ του Black Cilice και το compilation των Rhinocervs “Odour Of Dust & Rot“. Αν και μιλάμε για καρφίτσες στ’ άχυρα, έχει 2-3 riff που ίσως φέρουν στο μυαλό τους Deathspell Omega (με θετικό πρόσημο, δίχως την ενοχλητική τάση να βγάλουν τ’ ανίερα μάκτρα του Hasjarl σε άλλες μουσικές εκφράσεις).

in layΤέλος, το ιδιαίτερο εξώφυλλο του Stephen Wilson (Porcupine Tree) ο οποίος περιγράφει τη δουλειά του μέσα από το τρίπτυχο των φράσεων “Self negation, life and death, creation and destruction” είναι εδώ για να εκφράσει τους δύο αντίθετους πόλους. Το σώμα είναι χωρισμένο σε δυο μέρη, το ένα εκπροσωπεί την συντήρηση και το άλλο την καταστροφή της ζωής. Υπάρχει μια εξαιρετική χρήση του λευκού και του γκρίζου, στον μαύρο καμβά, με την ανθρώπινη σιλουέτα όμως να μη βγάζει το ακριβές συναισθηματικό πλαφόν που θα επιθυμούσα. Υπάρχει ωστόσο ένα ακόμα σχέδιο του Wilson στο in-lay (που βλέπετε εδώ στ’ αριστερά) και θα έλεγα πως ενώ δεν εμπίπτει στο concept του album, βγάζει περισσότερα συναισθήματα που εξυπηρετούν το ύφος.

Van Records: Οι κυκλοφορίες του Γερμανικού Label είναι κόσμημα για κάθε δισκοθήκη, όπως άλλωστε ήταν πάντα, μιας και προσέχει ιδιαίτερα τον καταναλωτή (ας μη γελιόμαστε), χρησιμοποιώντας προς όφελός της τα φετίχ του. Η κοπή του Eerie Sceneries σε double LP 180 g είναι στις 291 κόπιες και 2 χρώματα clear/black, ενώ το φετινό “Antipode” σε LP 180 g είναι στις 328 κόπιες και 2 χρώματα clear/black.

Der andere Straße: Έχετε ποτέ παίξει Black Metal δίσκους σε χαμηλό volume;

veineliisΥπάρχουν αρκετά Depressive/suicidal black metal project που μπορείς ν’ απολαύσεις εν είδη soundtrack. Ο τρόπος δεν αναιρεί το ύφος, ωστόσο το συγκεκριμένο sub-genre είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μπορεί να λειτουργήσει άψογα ως ambient κατευόδιο, ειδικότερα τις πρωινές ώρες πριν τη χαραυγή. Στις δικές μου ακροάσεις το ντεμπούτο του Veineliis “Strained Movements Towards Imminent Death” που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά (2008) με το ντεμπούτο των Impavida έχει ακριβώς αυτό τον ρόλο. Ο Γερμανός από το Schwedt του Brandenburg σχηματίζει μελωδικά noise walls σε mid/slow tempos κι έπειτα δυναμιτίζει την πλοκή τους με ταχύτητες αλλά και αντιστρόφως. Η διαδικασία είναι κυκλική και σα καταλάβεις τι ακριβώς κάνει ίσως φανεί κι επιληπτική. Οι τίτλοι των κομματιών, κάποιοι στίχοι στ’ αγγλικά και τα liner notes στο Lp δίνουν περισσότερα σημεία για εμβάθυνση φτάνοντας τον ακροατή ως και τη συνοδοιπορία με τον καλλιτέχνη (π.χ “When Euphoria Turns into Despair”, “Indifference and Disdain”). Συναισθηματικά υπάρχει ένα καταθλιπτικό σύννεφο που κινείται απειλητικά, ως ζοφερό πέπλο διαφοροποίησης του ψυχισμού σου. Εξαρτάται όμως από το ποιος είναι ο δέκτης. Προσωπικά, νιώθω αυτό το album σαν ενήλικο χουζούρεμα. Γνωρίζω πως είναι περίεργος αυτός ο χαρακτηρισμός, αλλά σ’ ένα μυαλό/ψυχισμό που δεν βρίσκεται στο τέλμα της ψυχολογικής πίεσης, το νοητικό/συναισθηματικό γινόμενο μπορεί να είναι πολύ διαφορετικό από τον σκοπό του καλλιτέχνη. Στα παραπάνω συνηγορεί και το γουργουρητό που κάνουν τα riff σε συνδυασμό με τον ήχο στα τύμπανα, που μοιάζει σα καρδιακός σφυγμός και αποκαλύπτει τους κλυδωνισμούς της διάθεσης που θέλει να σε ταξιδέψει.

 

NTRVW: Dysemblem, “Can you hear the funeral bell, Ringing in your mind?”

Στους πρόποδες του χειμώνα μίλησα με τον Aees για το δεύτερο album των Dysemblem, “Autotomy” που πρόσφατα κυκλοφόρησε η III Damnation Productions. Παρακάτω θα βρείτε όλα όσα μου είπε, χωρισμένα σε πέντε κεφάλαια.

Κεφάλαιο πρώτο, Μουσική..

Aees DysemblemΗ μουσική έρχεται πάντα πρώτη. Αν δεν υπάρχουν ήχοι να δημιουργήσουν τοπίο, δεν βρίσκω νόημα να γράψω στίχους. Επίσης, αν δεν νιώθω μια εσωτερική κλωτσιά να βάλω μια δόνηση σε νότες, δεν βρίσκω νόημα να γράψω μουσική.

Το να βρω κάτι να με «κλωτσήσει» δεν είναι ποτέ αυτοσκοπός. Για να είναι αυθεντικό, πρέπει να έρχεται σαν φυσική ανάγκη – και συνήθως έρχεται σε απροσδόκητες στιγμές. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική δημιουργία συνδέεται με κάτι που όντως κυνηγάω – να κρατήσω μακριά την μιζέρια της ζωής. Παράλληλα για τον ίδιο σκοπό θα περάσω και σε άλλες δραστηριότητές όπως οι επισκέψεις σε μουσεία, το διάβασμα, οι πολεμικές τέχνες ή και πιο απλά πράγματα όπως οι βόλτες σε νέους τόπους. Όλα αυτά μου δίνουν παραπάνω ερεθίσματα, τα οποία βοηθούν με τη σειρά τους την «κλωτσιά» να έρθει.

Μουσικά, βλέπω τους Dysemblem σαν σχήμα με κεντρικό άξονα το Death Metal. Πάνω σε αυτόν έρχονται να προστεθούν επιρροές από άλλα είδη μουσικής, από παραδοσιακό heavy metal, doom, black, thrash αλλά και blues, 60 ’s-70 ‘s rock, ορχηστρικά soundtracks και κλασσικούς συνθέτες. Όλα αυτά βέβαια μόνο αν χωράνε στο πρίσμα της δυσφορίας μέσα στο οποίο λειτουργούμε.

Από την αρχή, σκοπός για τους Dysemblem ήταν να δώσουν ένα death metal πρόσωπο στο εσωστρεφές black metal της πρώτης και της δεύτερης περιόδου (Bathory, Celtic Frost, Darkthrone, Beherit), ή αντιστρόφως ένα εσωστρεφές black metal πρόσωπο στο σκοτεινό death metal των Autopsy, Bolt Thrower, Morbid Angel και Necrophagia.

Με το καινούριο άλμπουμ θέλαμε να κρατήσουμε αυτή την οδό αλλά και ν’ ανοίξουμε λίγο περισσότερο τον ορίζοντα αυτού του εγχειρήματος. Προσωπικά δεν βρίσκω νόημα στην μίμηση ενός ύφους, δε μου αρέσει ο περιορισμός σ’ ένα καλούπι ούτε πάλι θεωρώ πως υπάρχουν τρόποι παιξίματος που δεν χωράνε σε αυτό τον ήχο. Η μουσική υπάρχει για να εκφράζει εμάς, όχι το αντίστροφο. Όλο αυτό έγινε όμως με απόλυτο σεβασμό και αγάπη για τον ήχο, αφού δεν έχω καμία διάθεση να παρουσιάσω μουσική, που σαν ακροατής δεν θα της έδινα το χαρακτηρισμό του death, doom ή έστω γενικά του ακραίου metal.

Κεφάλαιο Δεύτερο, Στίχοι..     

f1

Στο “Autotomy” η προσέγγιση είναι αρκετά αφαιρετική αλλά όχι αόριστη. Πλάσματα της φαντασίας συναντούν πλάσματα της μυθολογίας, έννοιες της ψυχολογίας, στοιχεία της φύσης και όργανα πάλης και τομής. Όλα αυτά έρχονται να μεταδώσουν συναισθήματα και σκέψεις μ’ έναν άγριο και προκλητικό τρόπο, καλώντας τον ακροατή να γεμίσει τα κενά που επίτηδες υπάρχουν εκεί.

Είμαι σχετικά παραδοσιακός στη στιχουργική μου προσέγγιση. Μια ωραία ομοιοκαταληξία, μια ενδιαφέρουσα παρήχηση, μια στρωτή δομή είναι πάντα καλοδεχούμενα αλλά όχι και απαραίτητα. Πολλά ξενύχτια και πρωινά αφιερώθηκαν στο να βρω τις κατάλληλες λέξεις – τις λέξεις που μετέφεραν το νόημα που ήθελα, που κάθονταν καλά στο μέτρο και τη γλώσσα και θα κέντριζαν το ενδιαφέρον. Ειδικά για το “Shining Torment” πέρασα μήνες φτιάχνοντας προσχέδια τα οποία τελικά κατέληξαν στα σκουπίδια, αφήνοντας πίσω τους αυτό το πολύ μικρό απόσπασμα που βρίσκεται στον δίσκο. Για το “Charge” ακόμα θυμάμαι ακριβώς την διαδικασία. Για 3 μέρες στη σειρά ξυπνούσα γύρω στις 5 το πρωί με λέξεις που στριφογύριζαν στο κεφάλι μου, σηκωνόμουν με αγωνία για να μη τις ξεχάσω, καταλήγοντας να περνάω ώρες πάνω απ’ το χαρτί αλλάζοντάς τους θέση και μορφή για να συνοδέυσουν τη μουσική.

Στο καινούριο άλμπουμ χρησιμοποίησα πολλές τεχνικές από κείμενα που έχουν γραφτεί για να διαβάζονται φωναχτά: προσευχές και χαιρετισμούς της Ορθόδοξης εκκλησίας, αυτοκρατορικές αναγγελίες, στρατιωτικές εντολές, παραμύθια, έπη και άλλες μορφές παραδοσιακής λογοτεχνίας. Μια άλλη τεχνική που ξεκίνησε από το “Some Never Do” demo και συνεχίζει ως και το “Autotomy” είναι η αναφορά, παραλλαγή ή οικειοποίηση αποσπασμάτων ή φράσεων από το γενικότερο χώρο του rock/metal. Στο καινούριο άλμπουμ λοιπόν έχουμε αναφορές σε Blasphemy, Celtic Frost, Hawkwind, Manowar, Marduk, Morbid Angel και φυσικά Black Sabbath.

Έτσι όπως έχουν τοποθετηθεί τα κομμάτια σκιαγραφούν, όχι τόσο μια ιστορία, όσο μια αλλαγή στάσης. Ξεκινώντας από το “Funerary Sceptre” που μιλάει για την απόλυτη παραίτηση και αυτοκαταστροφή, κινούνται σε παρόμοια αλλά όλο και πιο ενεργητικά θέματα μέχρι να φτάσουν στο “Unquiet Peace” και τη συνειδητοποίηση που εκφράζει, για να συνεχίσουν στη διακήρυξη ανυποταγής με το “Charge” και το “Lava Prayer”. Στη συνέχεια έχουμε τη δυάδα της οργής “Vultures” και “Shining Torment” μέχρι τον εορτασμό του πόνου στο “Death Sabbath”.

Κεφάλαιο Τρίτο, Αισθητική.. 

Παρόλο που οι Dysemblem είναι metal σχήμα, η αισθητική τους έχει (εν μέρει συνειδητά) διαμορφωθεί σε κάτι σχεδόν έξω-μεταλλικό. Για τη μουσική που γράφω προτίμησα να χρησιμοποιήσω ένα φόντο που να παραπέμπει περισσότερο σε άλλες μου αγάπες, όπως π.χ. οι πίνακες του Hieronymus Bosch, του Francisco Goya και του Otto Dix· οι ταινίες του Hitchcock, του Bergman και του Carpenter· ή αισθητική που παραπέμπει σε group όπως Killing Joke ή Crass. Τα demo συγκεκριμένα είναι ξεκάθαρα προς την κατεύθυνση των τελευταίων, με εξώφυλλα που εστιάζουν σ’ ένα απλό σύμβολο πάνω σε άσπρο φόντο. Τα εξώφυλλα των singles (“ICXC” και “The Axeman”) κινούνται σε Carpenter-ική αισθητική, ενώ για το ντεμπούτο (“Strength of Giants”) χρησιμοποίησα έναν πίνακα του Goya μαζί μ’ ένα σκίτσο των Viral Graphics, που κινείται σε πλαίσια Bosch/Dix λογικής.

Για το νέο άλμπουμ, η συνεργασία με τους Viral Graphics αποδείχτηκε καταλυτική σε αυτό τον τομέα. Η αρχική μου ιδέα ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που κατέληξε στο άλμπουμ. Μέσα από συζητήσεις με τους γραφίστες, βρέθηκα να περιγράφω κάτι σχετικό με αυτό που βλέπεις στο εξώφυλλο. Το συζητήσαμε πολύ, καταλήξαμε σε λεπτομέρειες σχετικά με το concept, και στη συνέχεια μου το παρουσίασαν και με άφησαν με ανοιχτό το στόμα!

Print

Το εξώφυλλο απεικονίζει έναν άνθρωπο στη μέση μιας αφιλόξενης ερήμου. Έχει πέσει στα γόνατα εξαντλημένος και όρνεα τον πλησιάζουν απειλητικά. Αυτό παρουσιάζει αρκετά πιστά το πώς ένιωθα την καθημερινότητά, μέσα στα χρόνια της δημιουργίας του αλμπουμ. Το σώμα του είναι σκισμένο από μια ακτίνα που τον συνδέει με το σύμπαν. Αυτό αντανακλά και τον τίτλο του άλμπουμ. Αυτοτομή, είναι η διαδικασία του ν’ αφαιρείς μέρος του εαυτού σου. Σα λέξη φέρνει μαζί της έννοιες πόνου, θέλησης, ανάγκης, θανάτου, αλλαγής και συνέχισης της ζωής.

Η άλλη εικόνα που κοσμεί τον δίσκο, το φλεγόμενο όρνεο, είναι μεν απόρροια των στίχων του άλμπουμ (“Vultures”) αλλά φυσικά και μια ευθεία αναφορά στο “Screaming for Vengeance” των Judas Priest. Σε αυτό όμως δεν είχα καμία ανάμιξη – είναι καθαρά έμπνευση του δημιουργού, με τον οποίον όμως μοιραζόμαστε μεγάλη αγάπη για τους metal gods!

Egl

Κεφάλαιο Τέταρτο, Έμπνευση.. 

Η φύση είναι μια μόνιμη πηγή έμπνευσης, κυριώς όμως για το “Autotomy” στράφηκα στη χλωρίδα και την πανίδα της πόλης – αυτοί οι καταδικασμένοι μικρόκοσμοι.

Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι ακόμα μία! Τόσο σαν φιλόσοφος όσο και σαν λογοτέχνης με καθηλώνει με την γλώσσα του και το εγχείρημά του να φέρει κοντά έννοιες του φυσικού και του υπερ-φυσικού. Ειδικά με το έπος του «Ο Τελευταίος Πειρασμός» παρουσίασε ένα έργο που αψηφά τον χρόνο. Επίσης, η αλληλογραφία του με την εκκλησία της εποχής του, είναι από τις πιο επαναστατικές εκφάνσεις της Ελλάδας του 20ου αιώνα.

Κυρίως όμως, το Μεταλ! Στο χώρο μου βρίσκονται εκτεθειμένα συνεχώς πολλά άλμπουμ, εξώφυλλα από σχήματα ό,τι είδους metal μπορείς να φανταστείς (εκτός από ξεκάθαρα, ολοστρόγγυλα, μονοδιάστατα NS), που αλλάζουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, και θέλοντας ή μη διαμορφώνουν την έκφραση των Dysemblem. Καλλιτέχνες όπως οι Judas Priest, Iron Maiden, Darkthrone, Bathory, Aura Noir, Burzum, Iced Earth, Sepultura, Antaeus, Hellhammer, Immolation, Von, Black Witchery, Paradise Lost, Autopsy, κ.α. έχουν προσφέρει έργα τέχνης που μπορώ να ακούω και να κοιτάω με τις ώρες.

Τα δύο τελευταία συγκροτήματα που ανέφερα αποτέλεσαν και τα βασικά σημεία αναφοράς για τη δημιουργία του “Autotomy”.

tpsAutopsy: Άντε τώρα να πεις ποιό από τα 4 πρώτα είναι το καλύτερο… Για τις ανάγκες του νεου album το “Mental Funeral” έδωσε το στίγμα. Ψυχεδελικά κρύα ατμόσφαιρα, άρρωστοι στίχοι και ερμηνείες, τελετουργικά ενοχλητικές αρμονίες, παράφωνες ακουστικές κιθάρες… Πολύπλευρο Death Metal, όπως ακριβώς θέλουμε και τους Dysemblem. Το εξώφυλλο από μόνο του αποτελεί αστείρευτη πηγή έμπνευσης.

prd lstParadise Lost: Ξανά, άντε να βρεις ποιό από τα 5 πρώτα είναι το καλύτερο… Από άποψη ήχου και συνθετικής προσέγγισης όμως, θα έλεγα ότι το “Lost Paradise” είναι πιο κοντά στο “Autotomy”. Σαφώς death metal αλλά και ανοιχτό σε άλλα είδη, από thrash και heavy μέχρι doom και grind. Αιχμηρά riffs κι αφιλόξενη ατμόσφαιρα που δημιουργούν το τέλειο έδαφος για τα νεκρικά φωνητικά και τους αλλόκοτους στίχους. Απίστευτο εξώφυλλο επίσης, και θέλω να πιστεύω ότι συγγενεύει λίγο με του “Autotomy” όχι μόνο στα concepts και την αισθητική τους αλλά και στο ότι είναι ανοιχτά σε πολλές ερμηνείες.

Κεφάλαιο Πέμπτο, Κατακλείδα..

lgΟι Dysemblem υπάρχουν για να μετατρέπουν τη θλίψη σε γιορτή και τον αρνητισμό σε υπερηφάνεια. Η κατάθεσή μας στρέφει τη βία και την αντίσταση προς την ασχήμια της ανθρώπινης ψυχής και έτσι λειτουργεί σαν μαχαιριά τόσο για τους άλλους όσο και για τον εαυτό μας. Αν αγγίξει κάποιους, αποστολή εξετελέσθη.

https://iii-damnationproductions.blogspot.com/

 

 

Summoners Of the Muse: Obsequiae “The Palms Of Sorrowed Kings”

“Sodden floor of the woodlands
Scattered with severed petals
Beneficence of the Springtide
Observed by a younger Sun

When all songs are heard
And buds are on the bough
The Goddess’s pale countenance
Reigns over all that grows

White as the footprints of Olwen
The flowering ash reveals
Sap of the sky-fallen manna
Harvested in the ancestress’s fields

Dull and faded ochre stains the landscape like iron

Pools of a vernal paradise
Reflect the splendors of the season
In a furious palette of iridescence
Where the Meliai bathe undisturbed

Light of equal duration
Radiance shown upon stone
Emanating aligned formations
Shadows cast a vernal unknown”

(Pools Of A Vernal Paradise)

Το τρίτο από τα έξι μέρη της μεσαιωνικής σειράς Lady And The Unicorn με τίτλο Hearing, την οποία το σχήμα χρησιμοποίησε στο ομώνυμο demo του, το 2009.

Θα απαιτούσε έρευνα και έκταση να καταγράψει κάποιος τις εφαρμογές των (υπό μια μεταμοντέρνα οπτική, θεωρούμενων/αντιλαμβανόμενων στη σημερινή εποχή ως) μεσαιωνικών μουσικών στοιχείων/οργάνων/θεματικών στο metal κόσμο, όμως για χάρη του κειμένου (και για να τονίσουμε περαιτέρω την ιδιαιτερότητα των όντως ξεχωριστών Obsequiae) θα μπορούσαμε να ορίσουμε δύο μεγάλες αρχικές κατηγορίες: 1) τα folk metal σχήματα με τη συνύπαρξη παραδοσιακών metal οργάνων και οργάνων στις συνθέσεις (όπως άσκαυλοι, άρπες, διάφορα κρουστά), το αντίστοιχο “εξωτικό” image και στίχους της εποχής (με χαρακτηριστικότερο σχήμα μάλλον τους Γερμανούς In Extremo, ακολουθούμενους από τους πιο κλασικότροπους Haggard κοκ) και 2) τα black metal σχήματα και κυκλοφορίες με μεσαιωνικό image ή θεματικές, όπου συνήθως η χρήση τέτοιων στοιχείων είναι μάλλον περιορισμένη (κάποια μουσικά θέματα μέσα στις συνθέσεις ήχοι φλάουτου ή περάσματα με ακουστικές κιθάρες), αλλά έχουν το χαρακτηριστικό πως έχουν αφομοιώσει στιχουργικά/αισθητικά την έντονα δυϊκή θεώρηση του κόσμου, εκείνης της περιόδου (ας πούμε χονδρικά περί ενός αγνού πνευματικού πεδίου του Θεού και ενός μιαρού/μολυσμένου/αμαρτωλού υλικού πεδίου, συν τις ποινικές/λογοκριτικές/δεισιδαιμονικές προεκτάσεις που είχε σαν κοινωνική επίδραση) την οποία όμως φυσικά ανέστρεψαν πλήρως δημιουργικά υπέρ του “κακού” πόλου, την πολεμική αισθητική της αλλά και το φολκλόρ της.

Η δεύτερη κατηγορία σίγουρα παρήγαγε κάποια αριστουργήματα, κάποια πολύ καλά albums και ένα από τα επιβλητικότερα photo sessions στην ιστορία του ιδιώματος, μεταξύ άλλων. Στη δεύτερη κατηγορία φυσικά μπορούν να συμπεριληφθούν και σχήματα όπως οι Summoning ή οι Caladan Brood, ανοίγοντας έτσι μια γενικότερη κουβέντα περί του τι θεωρείται (και πως κατέληξε να θεωρείται)  ως μεσαιωνικό στοιχείο σήμερα, μέσω των διάφορων πτυχών της ποπ κουλτούρας όπως η φανταστική λογοτεχνία κοκ.

Οι αμερικανοί Obsequiae λοιπόν, στη σελίδα τους στο metal archives χαρακτηρίζονται ως melodic black metal σχήμα, μια κατηγοριοποίηση που μάλλον πιο πολύ δειχνει την τάση και επιθυμία που έχουμε (ως ακροατές/μουσικογραφιάδες/έμποροι) να εντάσσουμε τα πάντα-όσο κι αν “στριμώχνονται”-σε ένα ήδη οριοθετημένο πλαίσιο χάριν συνεννόησης/κατανόησης και ως προς αυτό η ταμπέλα black metal αποτελεί ένα “σιγουράκι”, αφενός επειδή το ιδίωμα είναι παραγωγικότατο (προφανώς και με πολλή πλέμπα μέσα, φυσικά) και αφετέρου επειδή έχει επεκταθεί υφολογικά αρκετά ώστε να περιλάμβάνει και πράγματα πλήρως αντιθετικά μεταξύ τους (ακόμα και χωρίς να συνυπολογίσουμε τις “post” πτυχές του). Παραμένει μια συμβατική ταμπέλα πάντως, καθώς το σχήμα από την αρχή της δραστηριοποίησης του έχει και εξελίσσει χαρακτηριστικά που δεν ταυτίζονται με καμιά από τις παραπάνω δύο μεγάλες κατηγορίες που προαναφέρθηκαν.

Αρχικά, οι Obsequiae είναι μετριοπαθείς ως προς τον “μεσαιωνισμό” τους από την αρχή της πορείας τους και μέχρι σήμερα σε επίπεδο εικόνας και δηλώσεων: δεν διακηρύττουν κάποιες δάφνες αυθεντικότητας η βαθύτερης προσέγγισης (άσχετα αν θα μπορούσαν), ενώ η σκηνική τους παρουσία δεν περιλαμβάνει αντίστοιχα αξεσουάρ. Παρόλα αυτά αυτή τους η στάση (το ότι δηλαδή τα εν λόγω στοιχεία τους υφίστανται σε ένα πλαίσιο έξω από το θεατρικό χαρακτήρα του αντίστοιχου image που υπάρχει στις περισσότερες προαναφερθείσες περιπτώσεις) τους έχει καθιερώσει στα μάτια του μεταλλικού συναφιού ως μια πιο αυθεντική περίπτωση παραδόξως, παρά το αντίθετο.

Δεύτερον, η προαναφερθείσα υιοθέτηση και αντιστροφή του “ιεροεξεταστικού” μοντέλου που πραγματοποιούν τα μαυρομεταλλικά σχήματα που δημιουργούν με μεσαιωνικές θεματικές (“εμείς είμαστε ο μιαρός υλικός κόσμος/το δαιμονικό στοιχείο και οι μάγοι/μάγισσες που φοβάστε” κοκ) αλλά και οι πολεμικές ατμόσφαιρες, απουσιάζουν. Ο στιχουργικός κόσμος των Obsequiae έχει έντονες αναφορές σε μύθους και χαρακτήρες της ελληνικής και κέλτικης/ουαλικής (μεταξύ άλλων) μυθολογίας,προφανώς μεσαιωνικούς όρους, έντονη φυσιολατρεία, ποιητική γραφή και μια γενικότερη ατμόσφαιρα που ταυτίζεται με το μυστηριακό, το νοσταλγικό και το ρομαντικό, αλλά σπάνια με το σκοτεινό στοιχείο. Όσο με αφορά, το Aria Of Vernal Tombs λόγου χάρη συγχρονίζεται πολύ καλύτερα με της μονοφωνικές και πολυφωνικές συνθέσεις του Llibre Vermell de Montserrat (τις βρίσκετε σε διάφορες εκτελέσεις με ένα απλό youtube search) παρά με το Verwüstung / Invoke the Dark Age των Abigor ή το (τρομερό κατά τα άλλα) Witchcraft των Obtained Enslavement, το οποίο είναι μάλλον μια προφανής διαπίστωση.

Τρίτον, οι Obsequiae συνειδητά διαφοροποιούν τα ακουστικά/”μεσαιωνικά” κομμάτια από τα metal (στα δύο τελευταία albums τους λόγου χάρη τα instrumental κομμάτια στα οποία ακούμε την άρπα του Vicente La Camera Mariño, δεν παρεμβάλλονται ανάμεσα στις άλλες συνθέσεις, αλλά λειτουργούν σαν ιντερλούδια), μολονότι προφανώς αντίστοιχα μουσικά θέματα/περάσματα υπάρχουν και στις metal συνθέσεις. Για την ακρίβεια, ο mainman του σχήματος Tanner Anderson έχει δηλώσει πως θα ήθελε να κάνει ένα album αμιγούς μεσαιωνικής μουσικής αλλά σαν ξεχωριστό project, το οποίο σημαίνει πως αναγνωρίζει πως στη δική του (με την ευρεία έννοια) metal τέχνη οι δισολίες και τα riffs (οι κιθάρες γενικότερα) είναι τα πρωτεύοντα για τη δημιουργία ατμόσφαιρας πάνω από όλα και δεδομένης της καταγωγής και των εφηβικών ερεθισμάτων μου, μπορώ να κάνω συγκεκριμένους συνειρμούς σχετικούς με αυτή τη νοοτροπία:

Προφανώς αντίστοιχα κάποιος θα μπορούσε να αναφέρει τους Amorphis του 1994 ή τους Dark Tranquillity του 1993 (δηλωμένη κιόλας από τον ίδιο τον Anderson ως μεγάλη επιρροή) ή ακόμα και τους (προ 21ου αιώνα) Septic Flesh αντίστοιχα και η αλήθεια είναι πως αν πρέπει σώνει και καλά οι Obsequiae να ενταχθούν σε ένα πλαίσιο αυτό είναι το καταλληλότερο, των extreme (death/doom επί το πλείστον, μολονότι οι Rotting Christ του 1996 είναι χαρακτηριστικότατη περίπτωση) σχημάτων δηλαδή που στο πρώτο μισό των 90’s καλλιέργησαν το καθένα το δικό του ατμοσφαιρικό ύφος, χωρίς όμως να “αραιώνουν” το metal χαρακτήρα τους ηχητικά.

Με το φετινό τρίτο full-length τους ονόματι “The Palms of Sorrowed Kings” (το οποίο αποτέλεσε και την αφορμή για την παρούσα σύνοψη) λοιπόν, οι Obsequiae δε διαφοροποιούνται ριζικά από το προαναφερθέν πλαίσιο συνεπώς δεν υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης που υπήρξε στο ντεμπούτο τους “Suspended In The Brume Of Eos” του 2011 ή η εισαγωγή κάποιου νέου στοιχείου όπως λόγου χάρη η άρπα στο προ τετραετίας “Aria Of Vernal Tombs”: παρ’ όλα αυτά, αφενός αποτελεί κατά τον γράφοντα το ποιοτικότερο δείγμα γραφής τους μέχρι τώρα και αφετέρου η ίδια η μοναδικότητα της προσέγγισης τους (δεν υπάρχει άλλο σχήμα στη σκηνή σήμερα σαν αυτούς), τους παρέχει το καλύτερο “συγχωροχάρτι”.

Κοντολογίς (και έχοντας πάντα υπόψη τα χαρακτηριστικά της εγχώριας μεταλλικής ταυτότητας), όσοι από εσάς νοσταλγείτε/προτιμάτε τις περιόδους των Rotting Christ και Septic Flesh όπου οι κιθάρες και η ανάδειξη των θεμάτων τους ήταν ο κύριος πυρήνας των συνθέσεων τους, όσοι θεωρείτε πως το όραμα των Lordian Guard δεν υλοποιήθηκε ποτέ πλήρως,αλλά και όσοι έχετε σε περίοπτη θέση στην καρδιά σας το Aion των Dead Can Dance, (ξέρετε για άλλη μια φορά πως) εδώ θα νιώσετε σαν το σπίτι σας. Για τους υπόλοιπους, η μοναδική απάντηση που έχετε να δώσετε στον εαυτό σας αν δεν έχετε έρθει ακόμα σε επαφή μαζί τους είναι αν εν τέλει αποζητάτε ή έστω, δε σας χαλάει η ομορφιά στις μεταλλικές φαντασιακές σας αποδράσεις. Μη βιαστείτε να απαντήσετε, πριν τσεκάρετε το παρακάτω link.

 

label

RKRD KLLKTR: Τέξας Χαρντκόρος (POWER TRIP, ολίγη από JUDICIARY)

Ίντρο – P.O. box s(t)orry

Τα άνωθι απεικονιζόμενα βινύλια είναι τα περιεχόμενα ενός πολυαναμενόμενου/ πολύτιμου/ πολυπαθούς πακέτου. Είχε σταλεί από την Γερμανία προς την ταχυδρομική θυρίδα μου αλλά δεν έφτασε ποτέ, καθώς η συγκεκριμένη υπηρεσία της DHL δεν παραδίδει σε Τ.Θ., μία λεπτομέρεια την οποία το προσωπικό της Coretex Records, του webstore από το οποίο παρήγγειλα, αγνοούσε και συνεπώς δεν είχε αναγράψει το σχετικό ACHTUNG!-ACHTUNG! στην φόρμα παραγγελίας.

Προς τιμήν τους όμως, αναγνώρισαν το λάθος και ξαναέστειλαν το πακέτο με δικά τους έξοδα. Η σωστή εξυπηρέτηση πελατών δεν είναι δυστυχώς αυτονόητη.

Σε αντίστοιχο πρόβλημα παράδοσης την ίδια περίοδο από την επίσης Γερμανική High Roller Records, ο ιδιοκτήτης μου απάντησε με θράσος -άκουσων! άκουσων!-ότι θα έπρεπε να γνώριζα αυτήν την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου τρόπου παράδοσης της DHL Γερμανίας (είναι κάτι σαν ταχυδρομική υπηρεσία που προσφέρει, και όχι η κλασσική παράδοση courrier) την οποία ακόμα και ο ίδιος δεν ήξερε.

Εν τέλει αναγκάστηκε να μου επιστρέψει τα λεφτά της παραγγελίας με μισή καρδιά (αλλιώς θα τον κατουρούσα ωραιότατα στο στόμα με ένα claim για μη-παραδομένα αγαθά) , ευχαριστώντας με ειρωνικά για την απώλεια. Για του λόγου το αληθές, φάτε έναν μαλάκα.

Όχι τίποτα άλλο, εξ’αιτίας του καραγκιόζη δε μπόρεσε να προσγειωθεί ακόμα στο πικάπ μου η δισκάρα των Βlack Viper, την οποία είχα ανακαλύψει χάρη στo Radio Fenriz 45.

JUDICIARY “Surface Noise” LP, περί εγχρώμων βινυλίων

 

Με την παρουσιάση αυτού του album εγκαινιάσαμε το Ndrgrnd Kmmndz. Όταν είχε κυκλοφορήσει και πριν τον αποκτήσω σε βινύλιο, είχε έρθει στα χέρια μου το The Axis Of Equality” LP με το ομώνυμο demo στη μία πλευρά και το “Demo ’14” στην άλλη (βλέπε την ύστατη στήλη Underground Kommandoz της σύνθεσης Αγόρος/Σκούρας στο Metal Hammer Μαρτίου 201999).

Είχα γράψει τότε ότι η έκδοση που είχα σε ανάμεικτο μωβ βινύλιο είχε αρκετό surface noise (“η ίδια η ζωή έχει surface noise”, τάδε έφη John Peel – Rest In Power).

“Somebody was trying to tell me that CDs are better than vinyl because they don’t have any surface noise. I said, ‘Listen, mate, *life* has surface noise.” (John Peel)

Αυτό που δεν είχα γράψει είναι ότι ήταν λίγο οξύμωρο το να έχει surface noise το βινύλιο μίας μπάντας, η οποία έδωσε το όνομα του φαινομένου στον επόμενο δίσκο της!

Ευτυχώς η έκδοση του “Surface Noise” που ήρθε στα χέρια μου, αν και κομμένη κι αυτή σε ανάμεικτο βινύλιο, παίζει μια χαρά και δεν φαίνεται πολύ άσχημη (“τα ανάμεικτα βινύλια είναι σαν χαλασμένες τούρτες”, όπως παρατήρησε κάποτε πολύ σωστά ο σύντροφος Κωνσταντίνος Ψυχάς από την Viral Graphics).

Κι εδώ να ανοίξω μία παρένθεση περί χρωμάτων βινυλίου, αφού ολοένα και περισσότεροι μουσικόφιλοι στρέφονται (ξανά) στο βινύλιο, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας Λεηλατητή.

Η ηχητική ποιότητα του βινυλίου ανά χρώμα:
διαφανές** > μαύρο > έγχρωμο > ανάμεικτο > picture

** το αν το μαύρο ή διαφανές βινύλιο έχει τον καλύτερο ήχο είναι μία ατελείωτη συζήτηση για βινυλιοσπασίκλες από την οποία δεν έχω βγάλει άκρη (π.χ. δείτε εδώ κι εδώ). Οι θιασώτες του δεύτερου υποστηρίζουν ότι αυτό ισχύει επειδή διαφανές είναι το original, άρα ανόθευτο χρώμα του βινυλίου, αφού το μαύρο και όλα τα υπόλοιπα χρώματα προκύπτουν χάρη στην προσθήκη επιπλέον υλικού.

Πίσω στην έκδοση που μας απασχολεί,είναι ομορφότατη και πολύ προσεγμένη, οπότε συγχωρώ στη μπάντα και στην Closed Casket Activities το γεγονός ότι δεν υπάρχει σκέτο μαύρο βινύλιο.

Συνολικά κόπηκε σε τρία χρώματα και στις εξής ποσότητες:

  • 200 – Half White & Half Royal Blue with Red Splatter
  • 300 – Black & Bone Mix (αυτό που έχω)
  • 500 – Metallic Gold in Ultra Clear

Το jacket είναι gatefold και το βινύλιο περικλείεται σε τυπωμένα inner sleeves. Αυτό είναι η δεύτερη ατασθαλεία της έκδοσης, αφού τα τυπωμένα inner sleeves είναι γενικά κακή ιδέα αφού είτε κατά την ταχυδρομική αποστολή είτε κατά την καθημερινή μεταχείριση είναι πού εύκολο να γίνουν τα μικροσκισίματα στα οποία οι βινυλιοσπασίκλες αναφερόμαστε σαν seam splits.

Power Trip: αν όχι εμείς τότε ποιός;

Power Trip live by Steven Ruud

Είναι παράδοξο το ότι ανακάλυψα μία από τις κρίσιμες μπάντες της δεκαετίας στο τέλος της αλλά και σημάδι των καιρών (μείνετε συντονισμένοι για κάποια λόγια από τους Kmmndz σχετικά με τα 10’s)…

Οι Power Trip μας γυρνάνε πίσω στα 80’s όταν το hardcore και thrash συνυπήρχαν φυσικά στο ίδιο οικοσύστημα και ήταν συγκοινωνούντα δοχεία. Παρ’όλα αυτά δεν πρόκειται για αυστηρά retro κατάσταση.

Από τη μία το πάθος τους είναι πολύ κοντά στο feeling  των μυθικών εποχών όταν μεγαθήρια σας τους Cro-Mags, Exodus και Nuclear Assault μεσουρανούσαν και η συνθετική ιδιοφυϊα τους κάνει κομμάτια σαν το “Suffer No Fool” να στέκονται ισότιμα πλάι στους ύμνους της περίοδου (το συγκεκριμένο και λόγω του τίτλου, εξ’αρχής συνδυάστηκε στο μυαλό μου με το “Fools Die” των Killing Time).

Από την άλλη, ο υπερ-αποτελεσματικός μοντέρνος ήχος, η ένταση της μουσικής (τόσο live όσο και σε δίσκο) και των στίχων τους εγγράφουν στο πνεύμα της εποχής και στην αιχμή του σύγχρονου μουσικού underground.

Get up,
Out of your cave and into the fire
Time’s short, this is our last resort
To get through to you, what have I got to do?
Who’s going to be the difference?
If not us,
Then who?
If not us, then who?
Sound off,
Take a look at your life, tell me to what do you aspire?
I want to know how far you’re willing to go
Can’t stop the force of ruin, this world will run through you
If not now, then when?
If not us, then who?
If not us, then who?

POWER TRIP “If Not Us Then Who” από το “Nighmare Logic” (2017)

Opening Fire: 2008-2014

 

Το πρώτο από τα 3 LP’s του πακέτου κυκλοφόρησε το 2018, αποτελώντας τον κατάλληλο εορτασμό για τα 10 πρώτα χρόνια ζωής της μπάντας.

Περιλαμβάνει όλο το υλικό που δεν συμπεριλήφθηκε μέχρι τότε στα 2 full-lengths. Μακριά από μία βαρετή συλλογή-αρπαχτή, περιέχει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια της μπάντας και τα οποία είναι ήδη κλασσικά, όπως το προαναφερθέν “Suffer No Fool”, αλλά και τα “Divine Apprehension”, “Acid”, “This World”, το ανατριχιαστικό μονόλεπτο “Questions”, κλπ.

What the hell are we supposed to do if this world is dead, with nothing left to lose?
How could anyone carry us over this wall?
Can we stop the gears in motion?
Will we find a cure for this poison?
Or has this generation buried itself alive?

POWER TRIP “Questions” από το “Opening Fire: 2008-2014”

Πιο συγκεκριμένα όσον αφορά την προέλευση των κομματιών, στην πρώτη πλευρά έχουμε τα τρία κομμάτια του ομώνυμου επτάιντσου (συμπεριλαμβανομένης της διασκευής στο “Brainwave” των Prong!) και τα “This World” και “Hammer of Doubt” αντίστοιχα από τις συλλογές “The Extermination Vol: 2” και “America’s Hardcore”.

Στην δεύτερη πλευρά έχουμε μία συμπαγή οντότητα: τα 6 κομμάτια τα οποία αναφέρονται σαν  “The Armageddon Blues Sessions” και τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες κυκλοφορίες.

Αυτής της πολύ προσεγμένης έκδοσης έχει επιληφθεί η Dark Operative Records, ένα νεοσυσταθέν label το οποίο ξεκίνησε to 2018 μία παλιά καραβάνα της σκηνής, ο Brent Eyestone μετά το τέλος της Magic Bullet Records. Την τελευταία θα θυμούνται με συγκίνηση οι φίλοι του hydrahead metal, αφού κυκλοφόρησε δίσκους από αρκετές μπάντες του γαλαξία της Hydrahead αλλά και άλλες γνωστές μας: Boy Sets Fire, Stephen Brodsky, Οld Man Gloom, Jesuit, Made Out Of Babies, Beastmilk, Gehenna, Integrity, 5ive, κλπ. Είχαν δε κυκλοφορήσει ένα από τα αγαπημένα CD’s της συλλογής μου: το υπέροχο διάφανο CDEP του “Moons Of Jupiter” των Cave In!

To “Opening Fire: 2008-2014” έχει κοπεί σε 6 χρώματα. Εγώ έχω την Purple Marble έκδοση, αλλά αν είχα την επιλογή θα προτιμούσα την clear. To  artwork έχει σχεδιάσει ο Matt Stikker από το Portland, o οποίος παίζει στους Drouth και Iron Scepter. Περιλαμβάνεται ένθετο με τους στίχους και λοιπές πληροφορίες.

Manifest Decimation (2013)

 

To “Manifest Decimation” είναι το ντεμπούτο full-length των Power Trip. Aποτελείται από επτά νέα κομμάτια και μία επαναηχογράφηση του “The Hammer Of Doubt” η οποία κλείνει κατάλληλα τον δίσκο ξεκινώντας με αυτό το sample από το “Blood Simple” των αδερφών Κοέν:

The world is full o’ complainers. An’ the fact is, nothin’ comes with a guarantee. Now I don’t care if you’re the pope of Rome, President of the United States or Man of the Year; somethin’ can all go wrong. Now go on ahead, y’know, complain, tell your problems to your neighbor, ask for help, ‘n watch him fly. Now, in Russia, they got it mapped out so that everyone pulls for everyone else… that’s the theory, anyway. But what I know about is Texas, an’ down here… you’re on your own.

Blood Simple, 1984

Έχοντας ήδη δείξει εξαιρετικά δείγματα γραφής με μικρότερης διάρκειας κυκλοφορίες, εδώ επιβεβαίωσαν ότι μπορούν να κυκλοφορήσουν ένα full-length 100% αντάξιο της κλασσικής μουσικής η οποία τους ενέπνευσε κι επιβάλλονται σαν μία από τις μεγαλύτερες μπάντες των καιρών μας. Κομμάτια σαν τα “Heretic’s Fork”, “Conditioned To Death”, “Crossbreaker” (ύποδειγματική αρχή δεύτερης πλευράς βινυλίου!), το ομώνυμο δεν αφήνουν καμμία αμφιβολία γι’αυτό…

 

Ο ήχος και το ύφος τους έχοντας γίνει πιο metal πλέον, πολλοί  διατηρούμε μια αδυναμία για το πρώιμο, πιο αγνό/hardcore/τραχύ υλικό τους, έτσι όπως τεκμηριώνεται στο “Opening Fire: 2008-2014” (κάποιοι μάλιστα καυτηρίασαν την επαναηχογράφηση εδώ του “The Hammer Of Doubt”).  Σε κάθε περίπτωση όμως πρόκειται για ΔΙΣΚΑΡΑ.

Η Southern Lord έχει κόψει το βινύλιο σε διάφορα περισσότερο ή λιγότερο γελοία ή/και αξιοσυλλέξιμα χρώματα (Toxic Swamp Green – σοβαρά τώρα;). Εγώ κάνω την δουλειά μου με το απλό μαύρο repress του 2017. Το layout είναι λιτό με το (ουδέτερο/αδιάφορο για μένα) εξώφυλλο του Paolo Girardi να πλαισιώνεται από όμορφες live φωτό στο οπισθόφυλλο και στο ένθετο.

Nightmare Logic (2017)

 

Οι Τεξανοί πήραν τον χρόνο τους για να κυκλοφορήσουν δεύτερο album.  Tέσσερα χρόνια μετά το ντεμπούτο τους, χτύπησαν με 8 νέα κομμάτια  στην ίδια, πιο μεταλλική/thrash κατεύθυνση.

Arthur Rizk – άνθρωπος που ποζάρει με flight Akitsa είναι δικός μου

Πάντα με παραγωγή από τον Arthur Rizk ( ο οποίος έχει δουλέψει και με Cirith Ungol, Inquisition, Goat Semen, κλπ), θεωρώ ότι μαρτυρά την εξέλιξη τους σαν συνθέτες αφού περιέχει ακόμα καλύτερα και πιο μνημειώδη κομμάτια απ’ότι το “Manifest Decimation”.

Μέσα από τον thrash ήχο και ύφος, το σκληροπυρηνικό αυτί θα αγαλλιαστεί στην ακρόαση των περασμάτων εκείνων που μαρτυρούν το hardcore υπόβαθρο της μπάντας: το groovy intro του “Ruination” και το Cro-Mags χώσιμο στην συνέχεια, τα hardcore beats με τα οποία ξεκινάει και κλείνει το “Executioner’s Tax (Swing of the Axe), κλπ.

Power Trip live by Eric Karjala

Eκτός από το να μας κλωτσάει στο κεφάλι, η μπάντα ξέρει να μας προετοιμάζει με industrial/dark ambient intros/outros (τα οποία μας θυμίζουν αναπόφευκτα Antaeus) αλλά και να μας υπνωτίζει (το δεύτερο μισό του “If Not Us Then Who”).

Όσον αφορά το βινύλιο, αν κρίνουμε από τις πολλαπλές κοπές, η μπάντα έχει αρκετή εμπορική επιτυχία. Και πάλι είμαι ευχαριστημένος με την απλή μαύρη κόπια μου! Το δισέλιδο ένθετο έχει τους στίχους από τη μία μεριά και γίνεται poster από την άλλη με ένα ωραίο κολάζ από live photos (βλέπε το κέντρο της TXHC σύνθεσης για καλοκαιρινή βεράντα). Το εξώφυλλο ζωγράφισε ξανά ο Paolo Girardi στον οποίο επιμένει η μπάντα προς απογοήτευση μου – πιστεύω ότι τους ταιριάζει καλύτερα αισθητική τύπου Pushead ή Ed Repka.

Άουτρο – μπόνους τράξ

 

Tον Οκτώβριο οι Power Trip κυκλοφόρησαν σαν ψηφιακό single το νέο τραγούδι “Hornet’s Nest”. Όσοι βινύλιοι παρευρεθούν στο φθινοπωρινό co-headlining tour με τους High on Fire θα αγοράσουν σίγουρα το 7″ tour flexi.

Για να πάρετε μία γεύση live από Power Trip, από τα πολλά videos που είναι διαθέσιμα επέλεξα σαν κατάλληλο το σύντομο set τους για το The Strombo Show, παιγμένο στο σαλόνι του ομογενή George Stroumboulopoulos!

Πάρτε κατ’ευθείαν από το 1989 και το κλασσικό “Miles To Go” ΕΡ της NYHC μπάντας ΟUTBURST, από το οποίο διασκευάζουν το “When Things Go Wrong” στο άνωθι mini-live!