Summoners Of the Muse: Obsequiae “The Palms Of Sorrowed Kings”

“Sodden floor of the woodlands
Scattered with severed petals
Beneficence of the Springtide
Observed by a younger Sun

When all songs are heard
And buds are on the bough
The Goddess’s pale countenance
Reigns over all that grows

White as the footprints of Olwen
The flowering ash reveals
Sap of the sky-fallen manna
Harvested in the ancestress’s fields

Dull and faded ochre stains the landscape like iron

Pools of a vernal paradise
Reflect the splendors of the season
In a furious palette of iridescence
Where the Meliai bathe undisturbed

Light of equal duration
Radiance shown upon stone
Emanating aligned formations
Shadows cast a vernal unknown”

(Pools Of A Vernal Paradise)

Το τρίτο από τα έξι μέρη της μεσαιωνικής σειράς Lady And The Unicorn με τίτλο Hearing, την οποία το σχήμα χρησιμοποίησε στο ομώνυμο demo του, το 2009.

Θα απαιτούσε έρευνα και έκταση να καταγράψει κάποιος τις εφαρμογές των (υπό μια μεταμοντέρνα οπτική, θεωρούμενων/αντιλαμβανόμενων στη σημερινή εποχή ως) μεσαιωνικών μουσικών στοιχείων/οργάνων/θεματικών στο metal κόσμο, όμως για χάρη του κειμένου (και για να τονίσουμε περαιτέρω την ιδιαιτερότητα των όντως ξεχωριστών Obsequiae) θα μπορούσαμε να ορίσουμε δύο μεγάλες αρχικές κατηγορίες: 1) τα folk metal σχήματα με τη συνύπαρξη παραδοσιακών metal οργάνων και οργάνων στις συνθέσεις (όπως άσκαυλοι, άρπες, διάφορα κρουστά), το αντίστοιχο “εξωτικό” image και στίχους της εποχής (με χαρακτηριστικότερο σχήμα μάλλον τους Γερμανούς In Extremo, ακολουθούμενους από τους πιο κλασικότροπους Haggard κοκ) και 2) τα black metal σχήματα και κυκλοφορίες με μεσαιωνικό image ή θεματικές, όπου συνήθως η χρήση τέτοιων στοιχείων είναι μάλλον περιορισμένη (κάποια μουσικά θέματα μέσα στις συνθέσεις ήχοι φλάουτου ή περάσματα με ακουστικές κιθάρες), αλλά έχουν το χαρακτηριστικό πως έχουν αφομοιώσει στιχουργικά/αισθητικά την έντονα δυϊκή θεώρηση του κόσμου, εκείνης της περιόδου (ας πούμε χονδρικά περί ενός αγνού πνευματικού πεδίου του Θεού και ενός μιαρού/μολυσμένου/αμαρτωλού υλικού πεδίου, συν τις ποινικές/λογοκριτικές/δεισιδαιμονικές προεκτάσεις που είχε σαν κοινωνική επίδραση) την οποία όμως φυσικά ανέστρεψαν πλήρως δημιουργικά υπέρ του “κακού” πόλου, την πολεμική αισθητική της αλλά και το φολκλόρ της.

Η δεύτερη κατηγορία σίγουρα παρήγαγε κάποια αριστουργήματα, κάποια πολύ καλά albums και ένα από τα επιβλητικότερα photo sessions στην ιστορία του ιδιώματος, μεταξύ άλλων. Στη δεύτερη κατηγορία φυσικά μπορούν να συμπεριληφθούν και σχήματα όπως οι Summoning ή οι Caladan Brood, ανοίγοντας έτσι μια γενικότερη κουβέντα περί του τι θεωρείται (και πως κατέληξε να θεωρείται)  ως μεσαιωνικό στοιχείο σήμερα, μέσω των διάφορων πτυχών της ποπ κουλτούρας όπως η φανταστική λογοτεχνία κοκ.

Οι αμερικανοί Obsequiae λοιπόν, στη σελίδα τους στο metal archives χαρακτηρίζονται ως melodic black metal σχήμα, μια κατηγοριοποίηση που μάλλον πιο πολύ δειχνει την τάση και επιθυμία που έχουμε (ως ακροατές/μουσικογραφιάδες/έμποροι) να εντάσσουμε τα πάντα-όσο κι αν “στριμώχνονται”-σε ένα ήδη οριοθετημένο πλαίσιο χάριν συνεννόησης/κατανόησης και ως προς αυτό η ταμπέλα black metal αποτελεί ένα “σιγουράκι”, αφενός επειδή το ιδίωμα είναι παραγωγικότατο (προφανώς και με πολλή πλέμπα μέσα, φυσικά) και αφετέρου επειδή έχει επεκταθεί υφολογικά αρκετά ώστε να περιλάμβάνει και πράγματα πλήρως αντιθετικά μεταξύ τους (ακόμα και χωρίς να συνυπολογίσουμε τις “post” πτυχές του). Παραμένει μια συμβατική ταμπέλα πάντως, καθώς το σχήμα από την αρχή της δραστηριοποίησης του έχει και εξελίσσει χαρακτηριστικά που δεν ταυτίζονται με καμιά από τις παραπάνω δύο μεγάλες κατηγορίες που προαναφέρθηκαν.

Αρχικά, οι Obsequiae είναι μετριοπαθείς ως προς τον “μεσαιωνισμό” τους από την αρχή της πορείας τους και μέχρι σήμερα σε επίπεδο εικόνας και δηλώσεων: δεν διακηρύττουν κάποιες δάφνες αυθεντικότητας η βαθύτερης προσέγγισης (άσχετα αν θα μπορούσαν), ενώ η σκηνική τους παρουσία δεν περιλαμβάνει αντίστοιχα αξεσουάρ. Παρόλα αυτά αυτή τους η στάση (το ότι δηλαδή τα εν λόγω στοιχεία τους υφίστανται σε ένα πλαίσιο έξω από το θεατρικό χαρακτήρα του αντίστοιχου image που υπάρχει στις περισσότερες προαναφερθείσες περιπτώσεις) τους έχει καθιερώσει στα μάτια του μεταλλικού συναφιού ως μια πιο αυθεντική περίπτωση παραδόξως, παρά το αντίθετο.

Δεύτερον, η προαναφερθείσα υιοθέτηση και αντιστροφή του “ιεροεξεταστικού” μοντέλου που πραγματοποιούν τα μαυρομεταλλικά σχήματα που δημιουργούν με μεσαιωνικές θεματικές (“εμείς είμαστε ο μιαρός υλικός κόσμος/το δαιμονικό στοιχείο και οι μάγοι/μάγισσες που φοβάστε” κοκ) αλλά και οι πολεμικές ατμόσφαιρες, απουσιάζουν. Ο στιχουργικός κόσμος των Obsequiae έχει έντονες αναφορές σε μύθους και χαρακτήρες της ελληνικής και κέλτικης/ουαλικής (μεταξύ άλλων) μυθολογίας,προφανώς μεσαιωνικούς όρους, έντονη φυσιολατρεία, ποιητική γραφή και μια γενικότερη ατμόσφαιρα που ταυτίζεται με το μυστηριακό, το νοσταλγικό και το ρομαντικό, αλλά σπάνια με το σκοτεινό στοιχείο. Όσο με αφορά, το Aria Of Vernal Tombs λόγου χάρη συγχρονίζεται πολύ καλύτερα με της μονοφωνικές και πολυφωνικές συνθέσεις του Llibre Vermell de Montserrat (τις βρίσκετε σε διάφορες εκτελέσεις με ένα απλό youtube search) παρά με το Verwüstung / Invoke the Dark Age των Abigor ή το (τρομερό κατά τα άλλα) Witchcraft των Obtained Enslavement, το οποίο είναι μάλλον μια προφανής διαπίστωση.

Τρίτον, οι Obsequiae συνειδητά διαφοροποιούν τα ακουστικά/”μεσαιωνικά” κομμάτια από τα metal (στα δύο τελευταία albums τους λόγου χάρη τα instrumental κομμάτια στα οποία ακούμε την άρπα του Vicente La Camera Mariño, δεν παρεμβάλλονται ανάμεσα στις άλλες συνθέσεις, αλλά λειτουργούν σαν ιντερλούδια), μολονότι προφανώς αντίστοιχα μουσικά θέματα/περάσματα υπάρχουν και στις metal συνθέσεις. Για την ακρίβεια, ο mainman του σχήματος Tanner Anderson έχει δηλώσει πως θα ήθελε να κάνει ένα album αμιγούς μεσαιωνικής μουσικής αλλά σαν ξεχωριστό project, το οποίο σημαίνει πως αναγνωρίζει πως στη δική του (με την ευρεία έννοια) metal τέχνη οι δισολίες και τα riffs (οι κιθάρες γενικότερα) είναι τα πρωτεύοντα για τη δημιουργία ατμόσφαιρας πάνω από όλα και δεδομένης της καταγωγής και των εφηβικών ερεθισμάτων μου, μπορώ να κάνω συγκεκριμένους συνειρμούς σχετικούς με αυτή τη νοοτροπία:

Προφανώς αντίστοιχα κάποιος θα μπορούσε να αναφέρει τους Amorphis του 1994 ή τους Dark Tranquillity του 1993 (δηλωμένη κιόλας από τον ίδιο τον Anderson ως μεγάλη επιρροή) ή ακόμα και τους (προ 21ου αιώνα) Septic Flesh αντίστοιχα και η αλήθεια είναι πως αν πρέπει σώνει και καλά οι Obsequiae να ενταχθούν σε ένα πλαίσιο αυτό είναι το καταλληλότερο, των extreme (death/doom επί το πλείστον, μολονότι οι Rotting Christ του 1996 είναι χαρακτηριστικότατη περίπτωση) σχημάτων δηλαδή που στο πρώτο μισό των 90’s καλλιέργησαν το καθένα το δικό του ατμοσφαιρικό ύφος, χωρίς όμως να “αραιώνουν” το metal χαρακτήρα τους ηχητικά.

Με το φετινό τρίτο full-length τους ονόματι “The Palms of Sorrowed Kings” (το οποίο αποτέλεσε και την αφορμή για την παρούσα σύνοψη) λοιπόν, οι Obsequiae δε διαφοροποιούνται ριζικά από το προαναφερθέν πλαίσιο συνεπώς δεν υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης που υπήρξε στο ντεμπούτο τους “Suspended In The Brume Of Eos” του 2011 ή η εισαγωγή κάποιου νέου στοιχείου όπως λόγου χάρη η άρπα στο προ τετραετίας “Aria Of Vernal Tombs”: παρ’ όλα αυτά, αφενός αποτελεί κατά τον γράφοντα το ποιοτικότερο δείγμα γραφής τους μέχρι τώρα και αφετέρου η ίδια η μοναδικότητα της προσέγγισης τους (δεν υπάρχει άλλο σχήμα στη σκηνή σήμερα σαν αυτούς), τους παρέχει το καλύτερο “συγχωροχάρτι”.

Κοντολογίς (και έχοντας πάντα υπόψη τα χαρακτηριστικά της εγχώριας μεταλλικής ταυτότητας), όσοι από εσάς νοσταλγείτε/προτιμάτε τις περιόδους των Rotting Christ και Septic Flesh όπου οι κιθάρες και η ανάδειξη των θεμάτων τους ήταν ο κύριος πυρήνας των συνθέσεων τους, όσοι θεωρείτε πως το όραμα των Lordian Guard δεν υλοποιήθηκε ποτέ πλήρως,αλλά και όσοι έχετε σε περίοπτη θέση στην καρδιά σας το Aion των Dead Can Dance, (ξέρετε για άλλη μια φορά πως) εδώ θα νιώσετε σαν το σπίτι σας. Για τους υπόλοιπους, η μοναδική απάντηση που έχετε να δώσετε στον εαυτό σας αν δεν έχετε έρθει ακόμα σε επαφή μαζί τους είναι αν εν τέλει αποζητάτε ή έστω, δε σας χαλάει η ομορφιά στις μεταλλικές φαντασιακές σας αποδράσεις. Μη βιαστείτε να απαντήσετε, πριν τσεκάρετε το παρακάτω link.

 

label

RKRD KLLKTR: Τέξας Χαρντκόρος (POWER TRIP, ολίγη από JUDICIARY)

Ίντρο – P.O. box s(t)orry

Τα άνωθι απεικονιζόμενα βινύλια είναι τα περιεχόμενα ενός πολυαναμενόμενου/ πολύτιμου/ πολυπαθούς πακέτου. Είχε σταλεί από την Γερμανία προς την ταχυδρομική θυρίδα μου αλλά δεν έφτασε ποτέ, καθώς η συγκεκριμένη υπηρεσία της DHL δεν παραδίδει σε Τ.Θ., μία λεπτομέρεια την οποία το προσωπικό της Coretex Records, του webstore από το οποίο παρήγγειλα, αγνοούσε και συνεπώς δεν είχε αναγράψει το σχετικό ACHTUNG!-ACHTUNG! στην φόρμα παραγγελίας.

Προς τιμήν τους όμως, αναγνώρισαν το λάθος και ξαναέστειλαν το πακέτο με δικά τους έξοδα. Η σωστή εξυπηρέτηση πελατών δεν είναι δυστυχώς αυτονόητη.

Σε αντίστοιχο πρόβλημα παράδοσης την ίδια περίοδο από την επίσης Γερμανική High Roller Records, ο ιδιοκτήτης μου απάντησε με θράσος -άκουσων! άκουσων!-ότι θα έπρεπε να γνώριζα αυτήν την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου τρόπου παράδοσης της DHL Γερμανίας (είναι κάτι σαν ταχυδρομική υπηρεσία που προσφέρει, και όχι η κλασσική παράδοση courrier) την οποία ακόμα και ο ίδιος δεν ήξερε.

Εν τέλει αναγκάστηκε να μου επιστρέψει τα λεφτά της παραγγελίας με μισή καρδιά (αλλιώς θα τον κατουρούσα ωραιότατα στο στόμα με ένα claim για μη-παραδομένα αγαθά) , ευχαριστώντας με ειρωνικά για την απώλεια. Για του λόγου το αληθές, φάτε έναν μαλάκα.

Όχι τίποτα άλλο, εξ’αιτίας του καραγκιόζη δε μπόρεσε να προσγειωθεί ακόμα στο πικάπ μου η δισκάρα των Βlack Viper, την οποία είχα ανακαλύψει χάρη στo Radio Fenriz 45.

JUDICIARY “Surface Noise” LP, περί εγχρώμων βινυλίων

 

Με την παρουσιάση αυτού του album εγκαινιάσαμε το Ndrgrnd Kmmndz. Όταν είχε κυκλοφορήσει και πριν τον αποκτήσω σε βινύλιο, είχε έρθει στα χέρια μου το The Axis Of Equality” LP με το ομώνυμο demo στη μία πλευρά και το “Demo ’14” στην άλλη (βλέπε την ύστατη στήλη Underground Kommandoz της σύνθεσης Αγόρος/Σκούρας στο Metal Hammer Μαρτίου 201999).

Είχα γράψει τότε ότι η έκδοση που είχα σε ανάμεικτο μωβ βινύλιο είχε αρκετό surface noise (“η ίδια η ζωή έχει surface noise”, τάδε έφη John Peel – Rest In Power).

“Somebody was trying to tell me that CDs are better than vinyl because they don’t have any surface noise. I said, ‘Listen, mate, *life* has surface noise.” (John Peel)

Αυτό που δεν είχα γράψει είναι ότι ήταν λίγο οξύμωρο το να έχει surface noise το βινύλιο μίας μπάντας, η οποία έδωσε το όνομα του φαινομένου στον επόμενο δίσκο της!

Ευτυχώς η έκδοση του “Surface Noise” που ήρθε στα χέρια μου, αν και κομμένη κι αυτή σε ανάμεικτο βινύλιο, παίζει μια χαρά και δεν φαίνεται πολύ άσχημη (“τα ανάμεικτα βινύλια είναι σαν χαλασμένες τούρτες”, όπως παρατήρησε κάποτε πολύ σωστά ο σύντροφος Κωνσταντίνος Ψυχάς από την Viral Graphics).

Κι εδώ να ανοίξω μία παρένθεση περί χρωμάτων βινυλίου, αφού ολοένα και περισσότεροι μουσικόφιλοι στρέφονται (ξανά) στο βινύλιο, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας Λεηλατητή.

Η ηχητική ποιότητα του βινυλίου ανά χρώμα:
διαφανές** > μαύρο > έγχρωμο > ανάμεικτο > picture

** το αν το μαύρο ή διαφανές βινύλιο έχει τον καλύτερο ήχο είναι μία ατελείωτη συζήτηση για βινυλιοσπασίκλες από την οποία δεν έχω βγάλει άκρη (π.χ. δείτε εδώ κι εδώ). Οι θιασώτες του δεύτερου υποστηρίζουν ότι αυτό ισχύει επειδή διαφανές είναι το original, άρα ανόθευτο χρώμα του βινυλίου, αφού το μαύρο και όλα τα υπόλοιπα χρώματα προκύπτουν χάρη στην προσθήκη επιπλέον υλικού.

Πίσω στην έκδοση που μας απασχολεί,είναι ομορφότατη και πολύ προσεγμένη, οπότε συγχωρώ στη μπάντα και στην Closed Casket Activities το γεγονός ότι δεν υπάρχει σκέτο μαύρο βινύλιο.

Συνολικά κόπηκε σε τρία χρώματα και στις εξής ποσότητες:

  • 200 – Half White & Half Royal Blue with Red Splatter
  • 300 – Black & Bone Mix (αυτό που έχω)
  • 500 – Metallic Gold in Ultra Clear

Το jacket είναι gatefold και το βινύλιο περικλείεται σε τυπωμένα inner sleeves. Αυτό είναι η δεύτερη ατασθαλεία της έκδοσης, αφού τα τυπωμένα inner sleeves είναι γενικά κακή ιδέα αφού είτε κατά την ταχυδρομική αποστολή είτε κατά την καθημερινή μεταχείριση είναι πού εύκολο να γίνουν τα μικροσκισίματα στα οποία οι βινυλιοσπασίκλες αναφερόμαστε σαν seam splits.

Power Trip: αν όχι εμείς τότε ποιός;

Power Trip live by Steven Ruud

Είναι παράδοξο το ότι ανακάλυψα μία από τις κρίσιμες μπάντες της δεκαετίας στο τέλος της αλλά και σημάδι των καιρών (μείνετε συντονισμένοι για κάποια λόγια από τους Kmmndz σχετικά με τα 10’s)…

Οι Power Trip μας γυρνάνε πίσω στα 80’s όταν το hardcore και thrash συνυπήρχαν φυσικά στο ίδιο οικοσύστημα και ήταν συγκοινωνούντα δοχεία. Παρ’όλα αυτά δεν πρόκειται για αυστηρά retro κατάσταση.

Από τη μία το πάθος τους είναι πολύ κοντά στο feeling  των μυθικών εποχών όταν μεγαθήρια σας τους Cro-Mags, Exodus και Nuclear Assault μεσουρανούσαν και η συνθετική ιδιοφυϊα τους κάνει κομμάτια σαν το “Suffer No Fool” να στέκονται ισότιμα πλάι στους ύμνους της περίοδου (το συγκεκριμένο και λόγω του τίτλου, εξ’αρχής συνδυάστηκε στο μυαλό μου με το “Fools Die” των Killing Time).

Από την άλλη, ο υπερ-αποτελεσματικός μοντέρνος ήχος, η ένταση της μουσικής (τόσο live όσο και σε δίσκο) και των στίχων τους εγγράφουν στο πνεύμα της εποχής και στην αιχμή του σύγχρονου μουσικού underground.

Get up,
Out of your cave and into the fire
Time’s short, this is our last resort
To get through to you, what have I got to do?
Who’s going to be the difference?
If not us,
Then who?
If not us, then who?
Sound off,
Take a look at your life, tell me to what do you aspire?
I want to know how far you’re willing to go
Can’t stop the force of ruin, this world will run through you
If not now, then when?
If not us, then who?
If not us, then who?

POWER TRIP “If Not Us Then Who” από το “Nighmare Logic” (2017)

Opening Fire: 2008-2014

 

Το πρώτο από τα 3 LP’s του πακέτου κυκλοφόρησε το 2018, αποτελώντας τον κατάλληλο εορτασμό για τα 10 πρώτα χρόνια ζωής της μπάντας.

Περιλαμβάνει όλο το υλικό που δεν συμπεριλήφθηκε μέχρι τότε στα 2 full-lengths. Μακριά από μία βαρετή συλλογή-αρπαχτή, περιέχει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια της μπάντας και τα οποία είναι ήδη κλασσικά, όπως το προαναφερθέν “Suffer No Fool”, αλλά και τα “Divine Apprehension”, “Acid”, “This World”, το ανατριχιαστικό μονόλεπτο “Questions”, κλπ.

What the hell are we supposed to do if this world is dead, with nothing left to lose?
How could anyone carry us over this wall?
Can we stop the gears in motion?
Will we find a cure for this poison?
Or has this generation buried itself alive?

POWER TRIP “Questions” από το “Opening Fire: 2008-2014”

Πιο συγκεκριμένα όσον αφορά την προέλευση των κομματιών, στην πρώτη πλευρά έχουμε τα τρία κομμάτια του ομώνυμου επτάιντσου (συμπεριλαμβανομένης της διασκευής στο “Brainwave” των Prong!) και τα “This World” και “Hammer of Doubt” αντίστοιχα από τις συλλογές “The Extermination Vol: 2” και “America’s Hardcore”.

Στην δεύτερη πλευρά έχουμε μία συμπαγή οντότητα: τα 6 κομμάτια τα οποία αναφέρονται σαν  “The Armageddon Blues Sessions” και τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες κυκλοφορίες.

Αυτής της πολύ προσεγμένης έκδοσης έχει επιληφθεί η Dark Operative Records, ένα νεοσυσταθέν label το οποίο ξεκίνησε to 2018 μία παλιά καραβάνα της σκηνής, ο Brent Eyestone μετά το τέλος της Magic Bullet Records. Την τελευταία θα θυμούνται με συγκίνηση οι φίλοι του hydrahead metal, αφού κυκλοφόρησε δίσκους από αρκετές μπάντες του γαλαξία της Hydrahead αλλά και άλλες γνωστές μας: Boy Sets Fire, Stephen Brodsky, Οld Man Gloom, Jesuit, Made Out Of Babies, Beastmilk, Gehenna, Integrity, 5ive, κλπ. Είχαν δε κυκλοφορήσει ένα από τα αγαπημένα CD’s της συλλογής μου: το υπέροχο διάφανο CDEP του “Moons Of Jupiter” των Cave In!

To “Opening Fire: 2008-2014” έχει κοπεί σε 6 χρώματα. Εγώ έχω την Purple Marble έκδοση, αλλά αν είχα την επιλογή θα προτιμούσα την clear. To  artwork έχει σχεδιάσει ο Matt Stikker από το Portland, o οποίος παίζει στους Drouth και Iron Scepter. Περιλαμβάνεται ένθετο με τους στίχους και λοιπές πληροφορίες.

Manifest Decimation (2013)

 

To “Manifest Decimation” είναι το ντεμπούτο full-length των Power Trip. Aποτελείται από επτά νέα κομμάτια και μία επαναηχογράφηση του “The Hammer Of Doubt” η οποία κλείνει κατάλληλα τον δίσκο ξεκινώντας με αυτό το sample από το “Blood Simple” των αδερφών Κοέν:

The world is full o’ complainers. An’ the fact is, nothin’ comes with a guarantee. Now I don’t care if you’re the pope of Rome, President of the United States or Man of the Year; somethin’ can all go wrong. Now go on ahead, y’know, complain, tell your problems to your neighbor, ask for help, ‘n watch him fly. Now, in Russia, they got it mapped out so that everyone pulls for everyone else… that’s the theory, anyway. But what I know about is Texas, an’ down here… you’re on your own.

Blood Simple, 1984

Έχοντας ήδη δείξει εξαιρετικά δείγματα γραφής με μικρότερης διάρκειας κυκλοφορίες, εδώ επιβεβαίωσαν ότι μπορούν να κυκλοφορήσουν ένα full-length 100% αντάξιο της κλασσικής μουσικής η οποία τους ενέπνευσε κι επιβάλλονται σαν μία από τις μεγαλύτερες μπάντες των καιρών μας. Κομμάτια σαν τα “Heretic’s Fork”, “Conditioned To Death”, “Crossbreaker” (ύποδειγματική αρχή δεύτερης πλευράς βινυλίου!), το ομώνυμο δεν αφήνουν καμμία αμφιβολία γι’αυτό…

 

Ο ήχος και το ύφος τους έχοντας γίνει πιο metal πλέον, πολλοί  διατηρούμε μια αδυναμία για το πρώιμο, πιο αγνό/hardcore/τραχύ υλικό τους, έτσι όπως τεκμηριώνεται στο “Opening Fire: 2008-2014” (κάποιοι μάλιστα καυτηρίασαν την επαναηχογράφηση εδώ του “The Hammer Of Doubt”).  Σε κάθε περίπτωση όμως πρόκειται για ΔΙΣΚΑΡΑ.

Η Southern Lord έχει κόψει το βινύλιο σε διάφορα περισσότερο ή λιγότερο γελοία ή/και αξιοσυλλέξιμα χρώματα (Toxic Swamp Green – σοβαρά τώρα;). Εγώ κάνω την δουλειά μου με το απλό μαύρο repress του 2017. Το layout είναι λιτό με το (ουδέτερο/αδιάφορο για μένα) εξώφυλλο του Paolo Girardi να πλαισιώνεται από όμορφες live φωτό στο οπισθόφυλλο και στο ένθετο.

Nightmare Logic (2017)

 

Οι Τεξανοί πήραν τον χρόνο τους για να κυκλοφορήσουν δεύτερο album.  Tέσσερα χρόνια μετά το ντεμπούτο τους, χτύπησαν με 8 νέα κομμάτια  στην ίδια, πιο μεταλλική/thrash κατεύθυνση.

Arthur Rizk – άνθρωπος που ποζάρει με flight Akitsa είναι δικός μου

Πάντα με παραγωγή από τον Arthur Rizk ( ο οποίος έχει δουλέψει και με Cirith Ungol, Inquisition, Goat Semen, κλπ), θεωρώ ότι μαρτυρά την εξέλιξη τους σαν συνθέτες αφού περιέχει ακόμα καλύτερα και πιο μνημειώδη κομμάτια απ’ότι το “Manifest Decimation”.

Μέσα από τον thrash ήχο και ύφος, το σκληροπυρηνικό αυτί θα αγαλλιαστεί στην ακρόαση των περασμάτων εκείνων που μαρτυρούν το hardcore υπόβαθρο της μπάντας: το groovy intro του “Ruination” και το Cro-Mags χώσιμο στην συνέχεια, τα hardcore beats με τα οποία ξεκινάει και κλείνει το “Executioner’s Tax (Swing of the Axe), κλπ.

Power Trip live by Eric Karjala

Eκτός από το να μας κλωτσάει στο κεφάλι, η μπάντα ξέρει να μας προετοιμάζει με industrial/dark ambient intros/outros (τα οποία μας θυμίζουν αναπόφευκτα Antaeus) αλλά και να μας υπνωτίζει (το δεύτερο μισό του “If Not Us Then Who”).

Όσον αφορά το βινύλιο, αν κρίνουμε από τις πολλαπλές κοπές, η μπάντα έχει αρκετή εμπορική επιτυχία. Και πάλι είμαι ευχαριστημένος με την απλή μαύρη κόπια μου! Το δισέλιδο ένθετο έχει τους στίχους από τη μία μεριά και γίνεται poster από την άλλη με ένα ωραίο κολάζ από live photos (βλέπε το κέντρο της TXHC σύνθεσης για καλοκαιρινή βεράντα). Το εξώφυλλο ζωγράφισε ξανά ο Paolo Girardi στον οποίο επιμένει η μπάντα προς απογοήτευση μου – πιστεύω ότι τους ταιριάζει καλύτερα αισθητική τύπου Pushead ή Ed Repka.

Άουτρο – μπόνους τράξ

 

Tον Οκτώβριο οι Power Trip κυκλοφόρησαν σαν ψηφιακό single το νέο τραγούδι “Hornet’s Nest”. Όσοι βινύλιοι παρευρεθούν στο φθινοπωρινό co-headlining tour με τους High on Fire θα αγοράσουν σίγουρα το 7″ tour flexi.

Για να πάρετε μία γεύση live από Power Trip, από τα πολλά videos που είναι διαθέσιμα επέλεξα σαν κατάλληλο το σύντομο set τους για το The Strombo Show, παιγμένο στο σαλόνι του ομογενή George Stroumboulopoulos!

Πάρτε κατ’ευθείαν από το 1989 και το κλασσικό “Miles To Go” ΕΡ της NYHC μπάντας ΟUTBURST, από το οποίο διασκευάζουν το “When Things Go Wrong” στο άνωθι mini-live!

Σεμεδάκι & Φοντάν: Abhor/Abysmal Grief “Legione Occulta / Ministerium Diaboli”

Πως θα ήταν η αισθητική ενός album, αν ο δημιουργός κρύβει στα καμώματά του, τα δικά σου μύχια σύμβολα; Η Μεγάλη Ιταλική συνουσία ράβει το μυαλό σου, με κλωστή από τα βαφτιστικά σου ρουχαλάκια, για να κλειδώσει την καθεστηκυία τάξη που το κυβερνά. Είναι τοποθετημένη με ακρίβεια να θωπεύει το υποσυνείδητό, ενώ χαζογελάς, ανήμπορος ν’ αντιδράσεις στο πνεύμα της ιλαρότητας που σου προσφέρει. Ανασταλεί κάθε ικμάδα της κράσης σου, κι εσύ χάσκεις αποσβολωμένος μπροστά στο χοντροκομμένο πανηγύρι του ζοφερού τρόμου που ετόλμησαν.

Στο πρώτο κομμάτι “Legione Occulta” οι ημίθεοι Ιταλοί Abhor ντύνουν με μουσικές νότες έναν εξορκισμό. Άμεση εισαγωγή στο θέμα με ένταση στα riff σε mid-tempo ρυθμό, άτρωτα φωνητικά και organ μεγαλοπρέπεια μέχρι να σκάσει το κουκούλι. Τότε, τα γυναικεία «φωνητικά» (δαιμονισμένη) που υβρίζουν στα Ιταλικά, καθώς και η επιτακτική δυναμική του ιερέα (εξορκιστή) δίνουν την δυνατότητα στον Ulfhedhnir (ή τον Domine Saevum Graven) να διηγηθούν την ιστορία από την πλευρά του βιβλικά Κακού. To heavy πλαίσιο του ρυθμού και τα πλήκτρα δυναμιτίζουν όσα γίνονται στο background, δημιουργώντας μια αγχώδη εσωτερική ένταση που καθώς η διαδικασία προχωρά μετατρέπεται σε μάγκωμα ψυχής και σαγήνη για όσα επιτελούνται. Ο εξορκισμός δημιουργεί μια εμμονή, μέσα στην οποία ενώ δεν θες να δεις- κοιτάς -και τελικά τίποτε δεν αφήνει να σιγάσει το πάθος και η αποστροφή που σε κυριεύουν. Αποταγή! άναψε τα φώτα και σκέψου πόσο θα μας είχε στιγματίσει αν το έγραφαν στα 90’s.. Το “Possession Obsession” συνεχίζει την διήγηση μ’ ένα εξαιρετικό κεντρικό riff. Μπορεί να είναι το «κανονικό» κομμάτι του split, σε δομικό επίπεδο, αλλά χρησιμοποιεί ιδανικά τα κλισέ της occult εκεχειρίας. Κυρίως στο συνδυασμό riff και πλήκτρα που ολοένα και μετατρέπουν τον ρυθμό, καταφέρνοντας να συνεπάρει σταδιακά και τελικά να δυναμιτίζει με τρόπο που σε μαγνητίζει. Το επιστέγασμα της μουσικής των Abhor θα δοθεί μ’ αισθητική ζοφερής αρχοντιάς.

Abhor

Larte Dellorrore: Ο άνθρωπος στο εξώφυλλο είναι δαιμονισμένος. Το βλέμμα του είναι χαμένο κάπου μέσα του ψάχνοντας τι βρωμερό στέκει επάνω στην καρδιά του, ενώ το αίμα στάζει από ακαθόριστες πληγές στα λευκά σεντόνια. Το σημείο που οδηγεί στην αρπαγή του νου, είναι η στάση δυσώπησης (επίμονη παράκληση, ικεσία) που μοιάζει να οδηγείται το σώμα, από την ελάχιστη ψυχή που απέμεινε στο κατεχόμενο κουφάρι. Σαν οδική βοήθεια στα κανάλια του υποσυνείδητου, η εικόνα αυτή μας πηγαίνει πίσω σε αφετηριακά οδυνηρά συμβάντα. Στιγμές που έχουμε κρατήσει, όπως ο άρρωστος συγγενής στο κρεββάτι. Οι Ιταλοί χτυπούν με αμόνι την υπόφυση του ποιμνίου, χρησιμοποιώντας το λευκό σεντόνι, την παλιά πρίζα, τον διακόπτη στον πράσινο τοίχο και βέβαια τον εσταυρωμένο (το ότι είναι βαλμένος ανάποδα, χάριν θέματος, δεν αλλάζει τις πλοηγήσεις του υποσυνειδήτου). Το παλαιό σπίτι κουβαλά και άσχημες αναμνήσεις, που κάπως/κάποτε θα γίνουν ολοζώντανές σκηνές σε όσους κρατούν τη θύμηση του κακού.

Οι Abysmal Grief βάζουν τη βελόνα στη τελετουργική νηνεμία και φτιάχνουν το μεγαλύτερο έπος της ιστορίας τους, υπό τον τίτλο “Ministerium Diaboli”, που είναι χωρισμένο σε τρία μέρη. Το πρώτο τρίλεπτο λειτουργεί σαν intro. Περίφημα πλήκτρα και φωνές μιλούν αδιόρατα στο αμφιθέατρο των αποφάσεων και απροσδιόριστα μας οδηγούν στη μυστικιστική φαντασμαγορία, όταν λίγο πριν το τέταρτο λεπτό, η επαναλαμβανόμενη και εύκρατα πένθιμη μελωδία των πλήκτρων αλλάζει ρότα στη διήγηση. Τότε, ο βαρύτονος ξεκινά ν’ απαγγέλει με ύφος γραμματικού, ακατάλυπτα λόγια που μας ταξιδεύουν μεθυστικά δίπλα στη μουσική διάβαση, μέχρι ν’ αφεθούμε μετέωροι στον υπνωτικό λήθαργο που ξυπνά έναν άλλο εαυτό, εαυτό μυστηρίων. Λίγο πριν το ένατο λεπτό αρχινά η doom κατάβαση. Το αργό σουλάτσο με τις heavy κιθάρες έρχεται σαν είδος βαδίσματος και θα μεγαλώσει με φωνές ωσότου βγει σε solo κουμπωμένο στο ύφος, με την απαραίτητη φρενίτιδα εντός των doom τειχών. Το επιστέγασμα της μουσικής των Abysmal Grief θα δοθεί μ’ αισθητική εστέτ παρακμής.

Abysmal

Larte Dellorrore: Μπαίνεις πάλι στο σπίτι της θείας που δεν είναι πλέον κοντά μας. Έχει σκόνη επάνω στον πλαστικό μουσαμά, αράχνες ντύνουν τα κρύσταλλά στη παλιά σερβάντα. Μα εσύ στέκεις όρθιος και κοιτάς το τραπέζι που καθόσαστε παλιά, θυμάσαι την πορτοκαλάδα στο κακοπλυμένο ποτήρι. Μα το τραπέζι έχει πια εγκαταλειφθεί. Σαν οδική βοήθεια στα κανάλια του υποσυνείδητου, η εικόνα αυτή μας πηγαίνει πίσω σε τυπικές υποχρεώσεις. Στιγμές που όλοι έχουμε ζήσει, όπως ο καταναγκασμός των εθιμοτυπικών επισκέψεων (Και μην ξεχάσεις, τώρα που θα φτάσουμε, να πεις τα χρόνια πολλά στη θεία). Οι Ιταλοί χτυπούν με αμόνι την υπόφυση του ποιμνίου, χρησιμοποιώντας σεμεδάκι σε τραπέζι καθιστικού, δίπλα σε τσίγκινο τασάκι και μαύρη φοντανιέρα. Σαν κερασάκι στη τούρτα μαρτύριο, ο κόρυμβος του τρόμου, το αποκεφαλισμένο παιχνίδι του μακρινού παρελθόντος..

Γυρνώντας ως αντίδωρο το δώρο που μας έκαναν Abhor & Abysmal Grief, πάμε να τιμήσουμε τους προπάτορες αλλά και την ιστορία του Ιταλικού Black Metal. Με πλοηγό τον βαρκάρη με το δρέπανο θα φτάσουμε στην Alessandria του Piedmont, όταν οι δούλοι της μίζερης καταχνιάς τράνταζαν τα μάρμαρα του ψόφου.

Mortuary Drape “Into the Catachthonium”

Catachthonium

Κανονικά, θα έπρεπε να έβαζα το All the Witches Dance” για να βλέπατε το εξώφυλλο στην μεγαλοπρέπειά του. Ωστόσο, το 2002 βγήκε ένα bootleg compilation από την Unisound, με τίτλο που ξεκλειδώνει και υποσυνείδητο τεχνοκράτη. Ακόμα νιώθω θαυμασμό για τη λέξη Catachthonium (ο Τζανετάτος υπέγραψε εδώ, ότι και να ήταν/όπως και να έγιναν τα πράγματα) σε συνδυασμό βέβαια με το απροκάλυπτο πτώμα, τα κεριά και τις πραγματικές εικόνες που είχα (καταπακτή με κόκκαλα και κρανία που είχε/έχει το οστεοφυλάκιο του χωριού μου και ανοίξαμε αρκετές φορές μέσα στα χρόνια).

Στο “Into the Catachthonium” θα βρούμε το ντεμπούτο του ’94 και το Ep του ’92, άρα την βασική δράση των Ιταλών όταν έγραφαν ιστορία στο underground. Το Black Metal των Mortuary Drape οφείλει πολλά σε Venom, Mercyful Fate, το thrash των late 80’s αλλά και τα soundtrack των Ιταλικών θρίλερ. Πέρα από αυτά, είναι βαπτισμένο στον ελληνικό ήχο, όπως αυτός διαμορφώθηκε από Νecromantia, Varathron και Rotting Christ. Το άρτιο κέντημα όλων τα παραπάνω εμφανίζει μια λαμπυρίζουσα προσωπικότητα, που θα ήταν τελικά δίκαιο να θεωρηθεί αυτόνομη. Δομικά το heavy riffing κρατά τα γκέμια στ’ άλογα του occult άρματος. Μελωδικά περάσματα και ουσιαστικά samples χρωματίζουν την πλοκή ενώ η χρήση γυναικείων φωνητικών μας μεταφέρει πέρα μακριά από σκοτεινούς αιώνες στις παρυφές του Άδη. Η ουσία της ομίχλης που πλουμίζουν τα συγκεκριμένα μοτίβα είναι καθοριστική για το μεγαλείο των Ιταλών. Το βασικό χαρακτηριστικό του χθες είναι παρόν. Μια κιθάρα παίζει μπροστά από το ρυθμικό μέρος, δημιουργώντας άδειο «χώρο» (λυπάμαι που ενώ υπήρξε αναβίωση του ελληνικού ήχου, ακόμα δεν το είδα σαν εφαρμογή), παράλληλα αυτό που κάνουν με τα solos είναι αξιοσημείωτο. Γιατί το solo σαν τρόπος παιξίματος είναι πολύ μακριά από το μαυρομεταλλικό ύφος και ήθος (solo=επίδειξη και όχι ουσία) και οι Ιταλοί κατάφεραν περίφημα να το εντάξουν χωρίς να γλασάρουν την πλοκή. Το μπάσο είναι σημείο αναφοράς και δουλεύει πολύ (περισσότερο στο Ep “Into the Drape”) ενώ τα φωνητικά έχουν αυτή τη βαθιά και παχιά άρθρωση που εν μέρη μπουκώνει αλλά τελικά βοηθά το σύνολο να κοντέψει το μνήμα απ’ τον περίβολο. Εκτιμώ, πως το παλαντζάρισμα metal ρυθμός/ατμόσφαιρα δεν αναιρούσε την σκιά τότε, ενώ στο σήμερα έχει σημεία που τα λες και cheesy. Το πάντρεμα αυτό ήταν όμως ο σκοπός, ήθελαν την ενσωμάτωση και είναι καταδεκτικό του τρόπου που έγραφαν. Εδώ έχουμε ιστορία, που αναφέρει τις δύο αυτές κυκλοφορίες στην ομάδα εκείνων που δημιουργούσαν την οπτική. Με λίγα λόγια, έτσι οδηγήθηκε το heavy metal στο σκοτάδι και αργότερα απέκτησε την αυτόνομη δύναμη να σκουρύνει οριστικά. Οι Mortuary Drape είναι ένα σχήμα που στα πρώιμα χρόνια είχε περιβληθεί καπνούς μυστηρίου σχετιζόμενο με αίρεση. Είναι δεκάδες οι φήμες για μέλη πτωμάτων επί σκηνής αλλά και οι εικασίες (κάποιες ήταν αλήθεια, στο μέτρο του επιτρεπτού) για τα Live που έκαναν. Ωστόσο το βασικό μοντέλο κεριά, κουκούλες και απόκρυφα διακριτικά έζησε από το χθές μέχρι και το σήμερα..

official να ‘ν οι ώρες σας.

Ο δεύτερος λόγος που μ’ έκανε να επιλέξω το bootleg αντί για το Full-album είναι οικονομικός. Νισάφι πια με την ακριβή ιστορία του black metal, που είναι ανοιχτή σε μια ακαθόριστη ελίτ, που πληρώνει χρήματα επειδή της είπανε πως πρέπει, ενώ παίζει να μη νιώθει δράμι. Είναι γελοίο να κοστίζει το ντεμπούτο του ’94, σαράντα ευρώ στην ελάχιστη τιμή του discogs, ενώ το συγκεκριμένο bootleg να κάνει στη χειρότερη όσο ένα εισιτήριο σινεμά. Παράλληλα είναι και ζήτημα ευκολίας. Κάθε κυκλοφορία πρέπει να μπορεί να βρεθεί. Τα bootleg σαν αυτό, δεν πωλούνται πλέον στο discogs, αλλά σίγουρα θα τα βρείτε στο μοναστηράκι σε μαγαζιά ή σε κάποια λίστα. Πιστεύω ακράδαντα πως κάθε κυκλοφορία θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται στη κατοχή των οπαδών (και προφανώς δεν έχουν όλοι χρήματα για να βρουν την πρώτη κοπή). Η πρόσβαση είναι προϋπόθεση της αγοράς. Η αγορά είναι συμμετοχή. Η συμμετοχή δημιουργεί αντικείμενα μνήμης.

Αντικείμενα Μνήμης.

Μια κυκλοφορία σε οποιαδήποτε μορφή κι αν αποκτηθεί, είναι ένα αντικείμενο μνήμης. Το υλικό μέρος ενός album καταφέρνει να εσωκλείει συναισθήματα που ταξιδεύουν από το παρελθόν κάθε εαυτού στο εκάστοτε παρόν έκθεσης. Με τον τρόπο αυτό υπάρχει ένα ανοιχτό κανάλι μνήμης και συναισθηματικής προόδου απέναντί στο album. Είναι προφανές πως αυτή η πρόοδος είναι παράλληλα και προσωπική/εσωτερική, που θα πάει ακόμα πιο βαθιά μέσα μας. Ωστόσο, εδώ μας ενδιαφέρει η κυκλοφορία ως διαχρονικό εργαλείο, σε σχέση με το ίδιο το περιεχόμενο. Κάθε εποχή κουβαλά πολλά στοιχεία που την θυμίζουν, όταν το album έρχεται στα χέρια μας και ξεκινά η διαδικασία αναπαραγωγής. Πέρα από τη μουσική και τους στίχους, είναι το artwork και οι φωτογραφίες αλλά και λεπτομέρειες όπως η ποιότητα του χαρτιού και του πλαστικού ή ακόμα και η προχειρότητα ή τα λάθη (όπως για παράδειγμα το tracklist του “Into the Catachthonium”- γιατί μαθαίνεις για τη demo period από τον λάθος τίτλο στο τελευταίο κομμάτι) που ενδεχομένως έχει. Σκοπός του αντικειμένου μνήμης είναι να προκαλέσει «εισβολή του παρελθόντος» σε κάθε εκάστοτε παρόν έκθεσης. Ο σκόπελος αυτής της «εισβολής» είναι η νοσταλγία, γιατί η διαδικασία χρωματίζει άμεσα το σήμερα με την ώχρα του χθες. Αναζητάμε το περιεχόμενο, με το βάθος της συσχέτισης που έχει επιτελέσει η ζύμωση του χρόνου. Κι εδώ η νοσταλγία μπορεί εύκολα να μετασχηματίσει σ’ ένα είδος αυτολύπησης (για το ψυχολογικό παρόν της έκθεσης σε σχέση με το παρελθόν των εκθέσεων). Εκείνο που ενδιαφέρει το νοσταλγό είναι λιγότερο το Παρελθόν από αυτό καθ’ εαυτό το αίσθημα της νοσταλγίας. Αυτό πρέπει να προσπεραστεί, όχι μόνο γιατί σαν ψυχική δρομολόγηση δεν οδηγεί κάπου, αλλά επειδή η «εισβολή του παρελθόντος» είναι παρούσα στο παρόν μέσω ενός αντικειμένου μνήμης. Στόχος δεν είναι η αναβίωση αλλά η εκ νέου κατανόηση του παρελθόντος, με όπλο τη γνώση όσων ήλθαν αργότερα (την εκπαίδευση που έχει πραγματοποιηθεί). Εν τέλη βάση των παραπάνω θα μπορούσε να ειπωθεί πως η έκθεση σε οποιαδήποτε κυκλοφορία του παρελθόντος είναι εν δυνάμει παρόν.

Psicologia Del Miglioramento: Φωτοσκοπούμε τους τριγμούς που επιφέρει η τρομάρα του δαιμονικού στο θυμικό, η πανώλη των δεισιδαιμονιών στη λογική και ο κυνισμός του απευκταίου στο ένστικτο (του ζωντανού που κοιτά ένα πτώμα, γνωρίζοντας πως κάποτε θα πάρει κι αυτός τη θέση του στο μνήμα). Καγχάσαμε ως ανάλγητοι για την πίκρα που μας προσφέρει η γνώση της ζωής και τελικά οδηγηθήκαμε σε συμβιβασμό, αγνοώντας το δεδικασμένο. Ωστόσο, οι μυημένοι στο μυστήριο της μαυρομεταλλικής αισθητικής αλλά και της occult θεματολογίας γενικότερα, έχουν περάσει προ πολλού τον ψυχολογικό φραγμό της αποστροφής μετέχοντας με κέφι στο γλέντι του αποτρόπαιου. Διαθέτουν έναν μηχανισμό στήριξης, ένα φαντασιακό πλαίσιο θέασης που τελικά εκπέμπει ζεστασιά. Μοιάζει σχήμα οξύμωρο αλλά είναι απλά ένα αντισταμινικό ζοφερότητας, μια άχρονη εποχή θρύλων και οιωνών προς την αλλεργία της καλλωπισμένης ρουτίνας του παρφουμαρισμένου τους Τίποτε.

https://ironbonehead.de/frame.htm

 

Σας έγραψα μια κασέτα (περίπου)

Πριν λίγο καιρό, στον πάντα φιλόξενο Archivist.fm κάναμε μαζί με τον Αλέξη τον Bathory μια ωραία εκπομπή στην οποία παίξαμε (κυρίως) doom/death metal πράγματα από τα 90’s.

Επιλέξαμε, (κυρίως) κομμάτια που βγήκαν σε δίσκους 45 στροφών παίζοντας τα όμως στις 33. Το αποτέλεσμα ήταν Αποκαλυπτικό.

Στην περίπτωση που θέλετε να απολαύσετε τα κομμάτια χωρίς την ανούσια φλυαρία μας, σας τα μάζεψα παρακάτω.

Η συνολική διάρκεια τους, βγαίνει κουτί για μια 90άρα κασέτα.

Tracklist

Make yourself all honey, and the flies will devour you.

.

NTRVW: Αίμα, “Δός μοι, φησίν, ὧδε επὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν”

Κατά τους πρώτους αέρηδες του Φθινοπώρου μίλησα με τον Goat Architect για το ντεμπούτο album των Αίμα, «Τράγος».  Παρακάτω θα βρείτε όλα όσα μου είπε, χωρισμένα σε πέντε κεφάλαια.

 

front

Κεφάλαιο πρώτο, Αισθητική..

Το εξώφυλλο, είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο «Το Άγιο Αίμα και το Άγιο Γκρααλ» (Lincoln Henry , Leigh Richard , Baigent Michael). Η ιστορία που μας ενδιαφέρει ξεκινά από την Ιερά εξέταση και τα βασανιστήρια που πέρασαν αρκετοί Ναΐτες. Πολλοί εξ’ αυτών ομολόγησαν τελετουργικά και μυστήρια στα οποία είχαν μυηθεί. Μέσα σε αυτά ήταν και «κάτι» που ονόμασαν «Μπαφομέτ». O μεγάλος αριθμός των ομολογιών, τα κοινά που είχαν στο περιεχόμενο και το ότι οι μάρτυρες ζούσαν σε διαφορετικά μέρη, δεν αφήνει περιθώριο στη σκέψη, πως η ιστορία που ακολουθεί ήταν μια απλή επινόηση.

Αρχικά, απ’ όλους όσους ομολόγησαν ο «Μπαφομέτ» αντιμετωπιζόταν με δέος. Ένα δέος που ισοδυναμούσε με ειδωλολατρία. Σε μερικές περιπτώσεις η εξιστόρηση ξεκινούσε από τα δρακοντόσχημα γλυπτά τέρατα που διακοσμούν τις υδρορροές γοτθικών εκκλησιών, παρόμοια με τα οποία βρέθηκαν και σε πολλές σκήτες του τάγματος. Ωστόσο, αρκετές από αυτές τις μαρτυρίες δεν έμειναν μονάχα στον συμβολισμό, μιλώντας για μια φαντασματική εμφάνιση ενός γενειοφόρου κεφαλιού. Μια ερμηνεία του ονόματος «Μπαφομέτ», που μοιάζει να έχει βάση, μας λέει πως τ’ όνομα αυτό είναι παραφθορά της αραβικής λέξης «αμπουφιχαμέτ» που προφέρεται «μπουφιχιμάτ» στα Μαυριτανικά και σημαίνει «πατέρας της κατανόησης» και «πατέρας της σοφίας». Ακόμα η λέξη πατέρας στα αραβικά μπορεί επίσης να υπονοεί την έννοια της «πηγής». Με βάση τα παραπάνω το όνομα «Μπαφομέτ» αναφέρεται σε κάποια υπερφυσική ή θεϊκή αρχή. Ωστόσο, δεν υπάρχει κάποια μαρτυρία που συνδέει τον «Μπαφομέτ» με τον Θεό ή τον Αλλάχ και αυτή η «διάκριση» δημιούργησε μια εύλογη ερώτηση. Ποιος ήταν ο «Μπαφομέτ» αν δεν ήταν ο Θεός ή ο Αλλάχ;

Παράλληλα, υπήρχαν αδιάσειστες ενδείξεις πως οι Ναΐτες είχαν μια κατηγορία κρυφών τελετουργιών που συνδεόταν με μια κεφαλή κάποιου είδους, της οποίας η ύπαρξη αποδείχτηκε ένα από τα κυρίαρχα θέματα σε όλα τα αρχεία της Ιεράς εξέτασης. Υπήρξαν λοιπόν πολλές και διαφορετικές ερμηνείες της κεφαλής. Η πρώτη έκανε σύνδεση με την Αλχημεία. Στην διαδικασία για τη δημιουργία της φιλοσοφικής λίθου υπήρχε μια φάση που λεγόταν “caput mortuum” δηλαδή «νεκρά κεφαλή», το “nigredo” ή «μαύρισμα» που λέγεται ότι συνέβαινε πριν από την καθίζηση της φιλοσοφικής λίθου. Η δεύτερη έκανε μια σύνδεση με το τάγμα των Ναϊτών, λέγοντας πως ήταν το κεφάλι του ιδρυτή της Ούγου ντε Παγιέν. Η Τρίτη έκανε σύνδεση με την ιερά σινδόνη του Τουρίνου, που ήταν στην κατοχή των Ναϊτών, η οποία κατά την δίπλωση έμοιαζε πολύ με κεφάλι. Η δική μας ερμηνεία έρχεται από τις πιο πρόσφατες εικασίες για το ζήτημα. Πρόκειται για την σύνδεση της κεφαλής, με την κάρα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Στην ίδια λογική λέγεται πως το Άγιο δισκοπότηρο ήταν επίσης η κάρα. Σε αυτό το σημείο το εξώφυλλο έχει εξηγηθεί σαν το πρώτο σημείο του συμβολισμού που έχει ο Τράγος.

in lay

Το inlay του βινυλίου περιέχει το κλισέ σχέδιο με την ανάποδη σταύρωση. Ένα σύμβολο που έχει παίξει πολύ στο black και το death metal, από σχήματα όπως οι Irreverent και Incantation. Ωστόσο, έχει και προσωπικούς συμβολισμούς. Επίσης δεν φοβόμαστε καθόλου τα κλισέ του είδους. Ίσα ίσα το επιδιώκουμε, μας αρέσει πολύ και φαίνεται στον τίτλο αλλά και το εξώφυλλο του δίσκου. Υπήρξε μάλιστα πρόταση από την Nuclear War Now, να μπει αυτό το σχέδιο για εξώφυλλο, αλλά θεωρώ ότι αυτό που επιλέχθηκε τελικά ταιριάζει πιο πολύ με τον τίτλο και το πνεύμα του δίσκου. Αυτό είναι το δεύτερο σημείο του συμβολισμού που έχει ο Τράγος.

Gr

Υπάρχει ακόμα κι ένα σχέδιο που δεν μπήκε στο album. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ωστόσο σε κάποια άλλη έκδοση. Είναι ένας ιερωμένος που λιντσάρεται από δαίμονες. Είναι βασισμένο σε πίνακα που είχε δημιουργηθεί στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Σε μια γενική θεώρηση το artwork είναι συνδεδεμένο με τα μέλη των Αίμα, η βασική ιδέα ήταν κάθε σκίτσο να συμβολίζει «κάτι» για κάθε μέλος του συγκροτήματος. Ευτυχές ήταν ότι ο Godlike ikons κατάλαβε πολύ καλά τι θέλαμε και παρουσίασε τα σκίτσα του υπό το πρίσμα του κλασικού Black και Death Metal.

Κεφάλαιο Δεύτερο, Μουσική..

Η ηχογράφηση είχε μια κεντρική ιδέα. Πάντα όταν άκουγα τα παλιά demo (όπως το “Seventh Blasphemy” & “Blood Upon the Altar” και γενικά δισκογραφία εκείνης της εποχής, όπου δεν υπήρχε η διαχωριστική γραμμή μεταξύ Black και Death) είχα την εντύπωση ότι ο drummer δεν κράταγε ρυθμό, αλλά ότι απλά ακολουθούσε την μουσική προσπαθώντας να επιβληθεί στο ρυθμό. Αυτό προφανώς είχε συμβεί λόγω της έλλειψης τεχνικής κα μέσων ηχογράφησης. Προσπάθησα να εξομοιώσω αυτή την αίσθηση, πιάνοντας τον Divine Desecrator (drummer) στον ύπνο. Πριν από την ηχογράφηση δεν είχε ιδέα για τα κομμάτια. Έπειτα του τα έδειχνα λίγο και ξεκινούσαμε να γράφουμε απευθείας, χωρίς μετρονόμο. Αργότερα πρόσθεσα το μπάσο και την άλλη κιθάρα από πάνω, με αποτέλεσμα τίποτα να μην μπορεί να πέσει ακριβώς πάνω στο άλλο, όπως θα γινόταν σε μια συντονισμένη ηχογράφηση. Τα φωνητικά μπήκαν τελευταία και τα τοποθέτησε ο Kerasphoros όπως νόμιζε, προσθέτοντας τα δεύτερα όπου νόμιζε ότι θα δώσουν κάτι περισσότερο στα κομμάτια. Από κραυγές μέχρι τα φιδίσια των Beherit. Η μίξη ήταν σχεδόν ακατόρθωτη μετά από όλο αυτό αλλά ευτυχώς o Σωτήρης (Λάσκαρης) κατάλαβε ακριβώς αυτό που θέλουμε να κάνουμε και έβαλε όση τάξη έπρεπε. Όλα αυτά έγιναν συνειδητά. Στο μέλλον πραγματικά δεν ξέρω τι θα γίνει. Μπορεί να βγει κάτι κλινικά παιγμένο η καμία πρόβα ηχογραφημένη μ’ ένα μικρόφωνο σε υπόγειο. Κανείς δεν ξέρει.

Όσο αφορά τον ήχο ο τράγος είναι demo με διάρκεια album, αυτό ήθελα να φανεί. Στόχος ήταν να είναι σαν τα παλιά demo. Οι δομές να είναι απλές αλλά και δυσνόητες. Τα πιο αργά σημεία σαν την κορύφωση ενός σφυροκοπήματος, σα το τελευταίο χτύπημα με σφυρί. Προσεγγίζει δομικά και Revenge, Conqueror, Black Witchery, οι οποίοι χρησιμοποιούν μια τακτική, ώστε να μην καταλαβαίνεις στην ουσία όταν αλλάζει γρήγορο riff και πως αυτό έγινε. Οι πιο σύγχρονες αναφορές είναι στα παραπάνω. Τα αργά σημεία δεν παραπέμπουν στο Doom/Death αλλά στο βαλτώδες του παλιού Death. Επίσης συνυπάρχει και το Grind όπως αρχικά ορίστηκε από τους Napalm Death του “Scum”. Χύμα και one take.

Κεφάλαιο τρίτο, Στίχοι..

LrksΤο Αίμα έχει πάντα μονολιθικό concept. Έτσι και εδώ οι στίχοι ήθελα να ‘ναι απλοί χωρίς να παραπέμπουν στον «σοφιστικέ» αποκρυφισμό του σημερινού black metal. Προσπάθησα να πιάσω την “αφελή” σατανίλα της πρώτης περιόδου. Οι στίχοι κυμαίνονται σε διάφορα θέματα, από χύμα μέχρι λαογραφικές και θρησκευτικές αναφορές, κυρίως από την αποκάλυψη του Ιωάννη. Tο “Poison communion and real flesh” βασίζεται σε μια λαογραφική ιστορία από τον τόπο καταγωγής μου. Η δοξασία έλεγε πως κάποιος πολύ κακός άνθρωπος που κακοποιούσε την οικογένεια και τους συγχωριανούς του, πήγε μετά τη σαρακοστή να κοινωνήσει. Με την κατάποση, η θεία κοινωνία μετατράπηκε μέσα στο στόμα του σε δηλητήριο με αληθινές σάρκες. Tο “Roar of the animal” αναφέρεται στην γενετική, τη προσπάθεια του ανθρώπου μέσα από την επιστήμη ν’ αναστήσει ένα ζώο το οποίο έχει εξαφανιστεί από την γη και όταν το καταφέρνει δεν μπορεί να δαμάσει τη δύναμή του. Στο παρελθόν έχω κάνει ξανά κομμάτι για την επιστήμη, στο “cryonics for a fallen god” περιγράφω μια ιστορία, όπου οι επιστήμονες προσπαθούν με κρυογονική να διατηρήσουν το σώμα ενός ημίθεου. Ένα από τα θέματα που μου αρέσουν ιδιαίτερα είναι το πώς ο άνθρωπος μέσω της επιστήμης προσπαθεί να επιβληθεί στην φύση και να φτάσει την θέωση, που όλες οι θρησκείες έχουν ως ανώτατο σκοπό ζωής. Στις ιστορίες αυτές, συνήθως χάνει τον δρόμο του, παρακάμπτει τον Θεό και γίνετε “έκπτωτος”. Αυτό που πρέπει να σημειώσω είναι πως οι περισσότεροι από τους στίχους ξαναγράφτηκαν, γιατί στην αρχική τους μορφή είχαν γίνει περίπλοκοι για το concept. Ήθελα να ναι τελείως απλοί, δεν μ’ ενδιαφέρει αν θα φανούν αστείοι η παιδικοί. Καθετί έχει την θέση του και προσωπικά ξέρω γιατί είναι εκεί και αυτό μου φτάνει.

Κεφάλαιο τέταρτο, Ισχυρισμός..

Δεν περιμένω ούτε επιδιώκω ν’ αρέσει σε κάποιον o «Τράγος» αν δεν είναι εξοικειωμένος με αυτόν τον ήχο. Αν κάποιος δεν έχει μυηθεί σε όλο αυτό, ας ακούσει καλύτερα “The Oath of Black Blood” και “Fallen Angel of Doom” και αν πραγματικά τα εκτιμήσει, μετά ας έρθει στο Αίμα. Αλλιώς δεν έχει νόημα, το αντίστροφο δεν πρόκειται να συμβεί. Το είδα και στις κριτικές του album αυτό, δεν βρήκα κάποια που να λέει πως είναι μέτριο. Δεν αρέσει καθόλου ή αρέσει πολύ. Έχει να κάνει καθαρά με την κατανόηση του υλικού και την εξοικείωση. Προσωπικά, αν κάποιος δεν είναι μυημένος θα προτιμούσα να πάει στα προαναφερθέντα album και μετά ας ακούσει τον “Τράγο». Αν δεν κατανοήσει τα basic αυτού του ήχου, δε θα συνεχίσει και απλά θα χαθεί.

Κεφάλαιο πέμπτο, Έμπνευση..

Unholy Archangel “Blessed by Aris”

Unholy ArchangelΕίναι ίσως οι πρώτοι που ασχολήθηκαν συστηματικά με αυτόν τον ήχο στην Ελλάδα. Τελείως χύμα συνθέσεις και βάρβαρα φωνητικά. Είχαν την πρωτοτυπία να πάρουν το war concept αυτού του ιδιώματος και να το μεταφέρουν στην αρχαία Ελλάδα, μιλώντας για μάχες του παρελθόντος και αρχαία ελληνική μυθολογία. Τα κλισέ του είδους τα έχουν διατηρήσει στο ακέραιο και ο frontman Iapetos είναι από τις πιο εμβληματικές φιγούρες της ελληνικής σκηνής. Όλα είναι στην θέση τους, τεράστιες ταβανοπροκες, αντιασφυξιογόνες μάσκες, πολυβόλα και η αίσθηση του Ross Bay μέσα από το αρχαιοελληνικό πρίσμα. Θεωρώ πως η συγκεκριμένη κυκλοφορία είναι η πιο εμβληματική, λόγω της μικρής διάρκειας και της σχεδόν one take προσέγγισης.

Goatvomit “Chapel of the winds of Belial”

GoatvomitΑυτή η κυκλοφορία είναι ίσως η καλύτερη που έχει βγει ποτέ, από τον συγκεκριμένο ήχο, στην ελληνική σκηνή. Γενικά σαν σχήμα έχει τρομερά cult status, που ακόμα και πιονέροι του συγκεκριμένου είδους έχουν προσκυνήσει στη συγκεκριμένη κυκλοφορία. Όταν το ακούς πραγματικά νιώθεις ότι ηχογραφήθηκε Τότε στον Καναδά. Βάρβαρο όσο δεν πάει και η εισαγωγή με τα πλήκτρα πραγματικά σε στοιχειώνει. Το Moyen-ικό εξώφυλλο δεν αφήνει περιθώρια σε κανέναν να μην καταλάβει τι παίζει, ακόμα και αν δεν το έχει ακούσει. Φημολογείται ότι υπάρχει αρκετό ηχογραφημένο υλικό που δεν έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Μπάντα θαμμένη στα υπόγεια. Γαμάτο!

Mockery “False Crucifixion”

Mockery “False Crucifixion”Λένε πως το σχήμα ήταν από Θεσσαλονίκη, έτσι γράφει και το διαδίκτυο, αλλά δεν παίρνω όρκο. Είχαν βγάλει μόνο αυτήν την κασέτα, η οποία έχει απίστευτο υλικό. Ήταν λίγα χρόνια πριν αναβιώσει το συγκεκριμένο είδος, με φοβερές και πολύ σκοτεινές συνθέσεις. Υπάρχει ένα touch από ελληνικό ήχο. Μνεία πρέπει να γίνει και στο τίγκα γραφικό εξώφυλλο, το οποίο θεωρώ ότι πιο ταιριαστό. Φωτογραφίες με γυαλιά και corpsepaint, όπως όλοι ξέρουμε ποιοι. Πολλοί θεωρούν αυτή τη κασέτα σα την καλύτερη κυκλοφορία από την Ελλάδα σε αυτόν τον ήχο. Μπορεί και να είναι έτσι. Πάντως, παρόλο που το σχημα δεν έχει ξαναεμφανιστεί από τότε, δισκογραφικά έχει αφήσει ανεξίτηλο σημάδι με αυτήν την κυκλοφορία.

http://www.nwnprod.com/

 

Were YOU a witness; Lingua Ignota “Caligula”

Αν ο χωροχρόνος ήταν μια παράμετρος που θα μπορούσαμε να αψηφήσουμε (με μεθόδους πέρα από τη φαντασία μας η άλλες διανοητικές ασκήσεις εννοώ), ένα από τα μέρη που θα ήθελα να παραστώ θα ήταν ο καθεδρικός ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Νέα Υόρκη, στις 12 και 13 Οκτωβρίου του 1990 συγκεκριμένα: τότε δηλαδή, που ηχογραφήθηκε το Plague Mass live album της Diamanda Galas. Η ιστορία γύρω από το album είναι λίγο πολύ γνωστή (όπως και η γενικότερη ακτιβιστική δράση της Galas), δηλαδή πως η performance μέσα στο ναό αποτέλεσε προφανώς ένα κατηγορώ απέναντι στην-τότε-αδιαφορία των θρησκευτικών και πολιτικών αρχών απέναντι στην πρόληψη και αντιμετώπιση του AIDS. Το Plague Mass είναι προφανώς μια λειτουργία και η ερμηνεία της μέσα στον καθεδρικό ναό ήταν επί της ουσίας ένας τρόπος να επαναπροσδιορίσεις και να στρέψεις τα μέσα του “εχθρού” εναντίον του: την ακουστική/αρχιτεκτονική υποβλητικότητα του χώρου, τους θρησκευτικούς/μεταφυσικούς/ενοχικούς συνειρμούς που προκαλεί ένα τέτοιο μέρος (είτε είσαι πιστός είτε όχι), το ότι απευθύνεται στο κοινό σε πρώτο πρόσωπο σαν να κηρύττει, την ίδια την εξοντωτική (για το δέκτη) φύση της ερμηνείας της.

(όταν ντύνεσαι όλη τη βρωμιά του κόσμου προκειμένου να τη στρέψεις πίσω στα πλαίσια μιας performance, είναι λογικό να μοιάζεις κάπως έτσι)

Κοντολογίς, το Plague Mass σου ρουφάει την ενέργεια καθώς το ακούς να διαπερνάει το χωροχρόνο και τα ακουστικά/ηχεία και να σε κοιτάζει κατάματα μέσα σου, εκπέμποντας την δίκαιη οργή του, συνεπώς μόνο να φανταστώ μπορώ πόσο έντονη εμπειρία θα ήταν για τους παρευρισκόμενους.

Η Διαμάντω επί το έργο © Ebet Roberts, 1990

Η Lingua IgnotaKristin Hayter, συμβατικά) λοιπόν, περισσότερο χρησιμοποιεί εκφραστικά/αισθητικά εργαλεία παρόμοιας νοοτροπίας και στρατηγικής με την Galas-σε συγκεκριμένο θεματικό πεδίο και άλλο ηχητικό πλαίσιο φυσικά-παρά παίζει με την αντίθεση του ιερού/αγνού με το μολυσμένο/ανίερο από την οπτική του μύστη (όπως συχνότερα αγαπάμε/συνηθίζουμε στην κουλτούρα μας, όσοι από εμάς έχουμε extreme metal αλλά και μάλλον πιο συγκεκριμένα μαυρομεταλλικές καταβολές) κι αυτό είναι κάτι που με τη μια μου χτύπησε όταν άκουσα το αρκετά καλό All Bitches Die τέλη του 2017 και το παρουσίασα στο Underground Kommandoz του Metal Hammer Φεβρουαρίου 2018, με το όνομα της ήδη να συζητούνταν σε underground κύκλους (λίγους μήνες μετά το album θα επανακυκλοφορούσε από την Profound Lore και θα ξεκινούσε μια πιο επίσημη προώθηση). Το ότι αργότερα έμαθα πως η πτυχιακή της εργασία για το Master Καλών Τεχνών της περιλάμβανε μια εννοιολογική ταύτιση μέσω μιας μαθηματικής συσχετιστικής μεθόδου, στίχων αισθητικού μισογυνισμού από extreme μπάντες με δικαστικά έγγραφα/αστυνομικές αναφορές/ηχητικά ντοκουμέντα από της δικές της εμπειρίες ως θύμα κακοποιητικής σχέσης (το οποίο αφορά και τον κύριο στιχουργικό ερέθισμα του μουσικού της project έως τώρα, ως γνωστόν) απλά συμπλήρωσε ιδανικά την παραπάνω αίσθηση και εικόνα, όπως και η δραστηριοποίηση της στον ευρύτερο noise/experimental χώρο φυσικά.

Αυτά όμως ίσχυαν μέχρι τον Ιούλιο του 2019, καθώς το φετινό full-length της ονόματι Caligula, δείχνει το industrial/noise/neoclassical ύφος της να διευρύνεται σημαντικά αλλά και να ολοκληρώνεται ως όραμα, όντας μια δουλειά που δεν είμαι σίγουρος σε τι βαθμό έχουμε ακούσει παρόμοια, ως τελικό απόσταγμα.Μια τρόπο τινά κυριολεκτική ηχητική Lingua Ignota στην ευρύτερη extreme σκηνή;Όχι, αλλά ναι παράλληλα.

Το Caligula δείχνει την Hayter να εισάγει έγχορδα (τσέλο/βιολί) καθώς και φυσικά τύμπανα και κρουστά σε σημεία, να χρησιμοποιεί επιρροές από black metal(σε κάποιες φωνητικές ερμηνείες, χρήση κρουστών αλλά και ενορχηστρώσεις, λόγου χάρη στα Days Of Tears And Mourning και Spite Alone Holds Me Aloft, ή στα “υπο-blasts” του If My Poison Won’t Take You My Dogs Will), sludge (σε κάποια heavy σημεία με τύμπανα και στρώματα θορύβου τα οποία θα φέρουν συνειρμικά και μάλλον αναμενόμενα το αδελφικό σχήμα των The Body, των οποίων ο Lee Buford συμμετέχει εδώ επίσης, μεταξύ άλλων εκλεκτών συντελεστών), εκκλησιαστική μουσική και μεσαιωνικές μελωδίες, να έχει γενικότερα μια πιο ψυχωμένη φωνητική απόδοση σε σχέση με τα δύο προηγούμενα πονήματα της που σε συνδυασμό με το ούτως η άλλως φορτισμένο (και πιο απλωμένο σε ερμηνείες,αναφορές και συμβολισμούς πάντως) στιχουργικό περιεχόμενο οδηγεί έως και σε ανατριχιαστικά αποτελέσματα (αποκορύφωμα ο παντελώς στοιχειωτικός επίλογος I Am The Beast, αν και μπορούν να αναφερθούν οι περισσότερες συνθέσεις) και εν τέλει σε ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα με δική του προσωπικότητα και μια δουλειά που θα χαρακτηρίσει τόσο την-ποιοτικότατη παρεμπιπτόντως-χρονιά που διανύουμε αλλά και τη δεκαετία που φεύγει.

Απομένει να τα διαπιστώσουμε αυτά και δια ζώσης όπου ελπίζω όχι μόνο να του κόψει κάποιου διοργανωτή να κανονίσει ένα event για να τη δούμε ζωντανά σε οποιοδήποτε κλειστό χώρο στην Ελλάδα, αλλά ιδανικά να του κόψει αρκετά ώστε να γίνει στην Αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Παύλου στην Αθήνα (όπου ως γνωστόν πραγματοποιούνται μουσικά events πειραματικής και λιγότερο πειραματικής μουσικής κάθε χρόνο).

Είμαι σίγουρος πως ο συναισθηματικός απόηχος-ή το πνεύμα, αν προτιμάτε-που γέννησε το βίωμα των παρευρισκόντων στο event της Galas το 1990 στη Νέα Υόρκη, θα είναι εκεί.

label

RKRD KLLKTR: Squamata Serpentes Viperidae-Hail Conjurer “Dreams of Serpent”

ΑΒ

Επ’ ευκαιρία της απόκτησης του ντεμπούτου των Hail Conjurer σε βινύλιο, επανέρχομαι σε όσα σημείωσα στο Underground Kommandoz του Metal Hammer τον Σεπτέμβριο του 2018. Αρχικά πρόκειται για το solo project του Harri Kuokkanen (τραγουδιστή των Hooded Menace, drummer των Ride for Revenge, τραγουδιστή και drummer των Horse Latitudes κ.ά). Εδώ θα βρούμε και πάλι όσα μας γοητεύουν στο μέτρο της αισθητικής. Αυτό πρακτικά σημαίνει πολύ λίγα σημεία από τα οποία μπορούμε να πιαστούμε για να εισέλθουμε στο θεματικό μέρος του album (ακόμα και του Project). Η γοητεία της δυσκολίας δεν είναι δέλεαρ μελέτης για όλους. Μπορεί να λειτουργήσει όμως θετικά σε όσους βλέπουν πίνακες ζωγραφικής ή διάβαζαν comics. Δηλαδή, σ’ αυτούς που έχουν εκπαιδεύσει/εξασκήσει την άφεση του μυαλού σε μια εικόνα, το χάζεμα που αυτή προσφέρει και την φαντασία που τελικά γεννά. Παράλληλα, το μέτρο αισθητικής δεν σημαίνει πως αυτό που βλέπεις πρέπει να σου αρέσει επειδή είναι minimal. Τις περισσότερες φορές το εικαστικό μέρος ενός album έχει έναν δρόμο που δεν ακολουθείς (γιατί πολύ απλά εκτίθεσαι στα σύμβολα ενός άλλου). Μπορείς όμως ν’ αφεθείς στο αίνιγμα που σου προσφέρει και σε όσα σημεία έχουν συμβολισμούς που μιλούν στο δικό σου υποσυνείδητο. Η αισθητική ενός album γεννά συνειρμούς με τις παραστάσεις που κατέχει ο ακροατής. Κατά συνέπεια μπορεί να ειπωθεί πως έκθεση στη τέχνη είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από την αισθητική του καλλιτέχνη και τη γνώση του ακροατή/θεατή. Οπότε και βίωμα της τέχνης μπορεί να οριστεί ένα νέο επίπεδο αντίληψης που προκύπτει από την αναβάθμιση συμβόλων που κατέχουμε ή τη γέννηση νέων.

Στην πρώτη πλευρά του Lp, που φέρει τίτλο ως άλλοτε (Fullmoon Side) η πορεία ξενικά από το ξέφωτο (Lichtung) με τις μαγεμένες μελωδίες που μεγαλώνουν στα μάτια μας από το ακιδωτό τσίμπημα της οργανικής υποστήριξης. Στη μέθοδο της ιεροσυλίας (Sacrilege) θα βρούμε σπερματικά τη λογική της τακτικής. Δίπλα στο πενιχρό φτιασίδωμα αναδεικνύει την προσπάθεια μέσω πλήκτρων ή εφέ κιθάρας (ή και τα δυο), που όσο μεγιστοποιούν την μελωδία άλλο τόσο ψεκάζουν καπνό μυστηρίου. Αργό, διηγηματικό τέμπο στο Mysterium Tremendum, με τη ατμόσφαιρα να πιάνει ρότα σιγοκαίγοντας τη ροή του album μέχρι το φινάλε. Τα σαθρά θεμέλια είναι η βάση πάνω στην οποία χτίζει μεθοδικά μελωδίες μέσα στην ηχητική σκουριά, κάνοντας σύνθεση με αντίθεση. Ανάλγητη ευφορία εκ της απόγνωσης στο χαλασμένο τοπίο.

16-21

Στη δεύτερη πλευρά του Lp (Salvation Side) θα μυηθούμε στο ηχητικό χάρβαλο του Witch’s Throat. Εδώ πιάνει δυναμικά το τροπάριο της Φιλανδικής τραχύτητας. Εντούτοις, ακόμα και στα πιο αργά σημεία χρησιμοποιεί αυτό που αποκαλώ οργανικό ambient (δίχως τη βοήθεια κονσόλας) κάνοντας δόκιμη φασαρία με πιατίνια και μικροφωνισμούς που κρατούν σθεναρά την ωμή ανάπτυξη. Αντί-τεχνική δράση για να μπορέσει ν’ αφεθεί στο μετέωρο και το ανερμάτιστο προκαλώντας ζάλη και τελικά μέθη. Στο κεφάλι του φιδιού (Käärmeen pää) θα γυρίσει και πάλι στη μελωδία με κίνηση που έρπει βγάζοντας θετική αύρα. Τα τύμπανα σε μορφή εφέ δημιουργούν εκείνους τους τριγμούς που δεν αφήνουν την ηρεμία να επέλθει, γιατί ο ερπετοειδής κίνδυνος άξαφνα εφορμά. Στο χωρίο (Revelation 16:21) όπου ο Άνθρωπος βωμολοχεί προς τον Θεό, πιστώνοντας τ’ ακραία καιρικά φαινόμενα στο θεολογικό Αίτιο, αφιερώνει το τελευταίο του κεφάλαιο. Εδώ η ταχύτητα δεσπόζει με δηλητηριώδη riff και αγριεμένα φωνητικά που θ’ αγγίξουν τ’ αλύτρωτα καθαρά, ώστε να φτάσει τη διήγηση στο κρεσέντο και να βγάλει εσώψυχα.

Επιμύθιο: Σ’ εποχές που οι περισσότεροι τρώνε τα σκύβαλα του black metal, ο Φιλανδός σμιλεύει στο μπρούτζινο λεβέτι την ατμοσφαιρική μαγεία του παρελθόντος με την ψυχολογία ερείπιο του παρόντος και τελικά παράγει σοβαρό Black metal. Αν και παράδοξο, το “Dreams of Serpent” μοιάζει σα να διασκευάζει ολόκληρο το “Hailstorm” των Barathrum o Arioch των Funeral Mist.

BarathrumHailstorm

HSTRMΧαμένο στη λήθη του χρόνου. Πρόκειται για το δεύτερο σχήμα (το πρώτο ήταν οι Necromantia) στην ιστορία του Black Metal με διπλό μπάσο. Αμφιλεγόμενο τότε, βοήθησε (υποθέτω) με τον εκκεντρικό ήχο του, σχήματα όπως οι Slagmaur αρκετά χρόνια αργότερα. Οι Φιλανδοί μοιάζει να ηχογράφησαν στις αποχετεύσεις της επαρχίας του Kuopio. Ένα mid ως και slow tempo βαλτώδες έλος γεμάτο αναθυμιάσεις μεθανίου για όλες τις μύτες. Το παράδοξο ήταν πως ενώ μοιάζει να παίζουν με χαλασμένα όργανα μέσα στη καρβουνόσκονη, έχουν στιγμές που φέρνουν σε τραγούδι και ίσως θυμάσαι αργότερα (In Darkness I Fly, Battlecry). Η παραγωγή/μίξη ήταν το μυστικό που οδήγησε κάποιους να τους βαφτίσουν ως και Black/Doom. Φανταστείτε σπηλιά και τον ηχολήπτη να έχει στήσει στη πρώτη πλατεία. Δίπλα του τύμπανα και δυο μπάσα πίσω από σταλαγμίτες. Αν το κάνατε εικόνα, βάλτε με το νου σας μικρή σήραγγα που οδηγεί σε δεύτερη πλατεία. Κάπου εκεί παίζουν riff, κιθάρες που σύρθηκαν μέχρι εδώ στην υγρή λάσπη. Τον Demonos Sova τον έχω φανταστεί να τραγουδά από πάνω, κρεμασμένος σα νυχτερίδα. Δεν είναι χωρατό, γιατί ο ρόλος του είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Μπορεί να έχει χρησιμοποιήσει τόνους εφέ αλλά είναι φανερό πως δούλεψε περισσότερο απ’ όλους, για να γεμίσει το album σπιθαμή προς σπιθαμή. Αν υπάρχει έμπνευση στα φωνητικά που τον έβγαλε σε αυτές τις όχθες, αυτή δεν είναι άλλη από τον απόγονο των Απάτσι It των Abruptum. Σε κομμάτια σαν το “Slavery and Delusion” μας κάνουν να χαμογελάμε για την εξαιρετική χρήση των διηγηματικών φωνητικών του Magus (Necromantia). Και μιας που ανέφερα τ’ όνομα αυτό ξανά, όταν μιλάμε για δυο μπασοραφές δίπλα τους πάει μονάχα τ’ όνομα Baron Blood (δεν το είχα σκεφτεί, αλλά γράφοντάς το εδώ, λέω πως τα δυο «B» δήλωναν πάντοτε τα δυο μπάσα). Το “Hailstorm” είναι ένα ιδιόρρυθμο κράμα με «τρομερά διασκεδαστικό» αποτέλεσμα και το σπουδαιότερο, με τα ελάχιστα των ελαχίστων ως υλικά. Δυστυχώς όμως το γήπεδο δεν είπε ούτε μια φορά τ’ όνομά του. Αλλά γι’ αυτό, ΦΤΑΙΝΕ μονάχα οι ίδιοι.

Μπινελίκι απ’ τα Βάραθρα: Είναι κρίμα να κάνεις demo period στην αυγή της ιστορίας, τέτοιο μπάσιμο, εξαιρετικό δεύτερο album (“Eerie”), αξιόλογο τρίτο (“Infernal”) και μετά να εγκαταλείπεις την ιδιαιτερότητά σου για μια εμπορική χλέπα. Το “Legions of Perkele” για όσους Νιώθουν, είναι μια παρωδία· heavy riffάκια, καθαρή παραγωγή και τελικά πλέμπα-metal album με ρεφρέν που στην καλύτερη το λες Extreme για powerάδες. Η πορεία τους από εκεί και πέρα καλύτερα να μείνει ασχολίαστη. Ωστόσο, κρατάμε σφιχτά τη πρώιμή ιστορία, για τις ενδιαφέρουσες ιδέες στον ήχο και για την cult αισθητική της.

τζιβάνεςModus Vivendi: Είμαστε σ’ εποχές που οι μουσικοί δεν μας αφήνουν σε ησυχία. Χτυπούν αδιάληπτα με νέο υλικό, που λογικό είναι, να μην έχει πάντα την ίδια έμπνευση. Αυτό μάλλον συμβαίνει και στο 8άρι “Decadance” του Hail Conjurer, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο που μας πέρασε. Στην «προακρόαση» (θεϊκή διαδικασία, στην οποία πάντα ήθελα να συμμετέχω) είδα τη παραγωγή ν’ αλλάζει φαλκιδεύοντας τη ατμόσφαιρα του ντεμπούτου. Οι κιθάρες έχουν μοντέρνο ήχο και τα riff σχετικό ενδιαφέρον. Τα φωνητικά δεν λαμβάνουν ρόλους εκφραστικά και το ρυθμικό εξυπηρετεί πεπατημένες δίχως δελεαστικές δυσμορφίες. Τέλος, η αισθητική χάνει πλέον το μέτρο για το οποίο σας μίλησα, για να κάνει παρέα σε καμώματα των 10’s, τέτοια που μοιάζει να ξέχασαν τ’ άγια δισκοπότηρα του Black/Death και κοινώνησαν από stoner τζιβάνες. Κανονικά θα έπρεπε να τελειώσω το κείμενο λέγοντας: Καλώς ήρθες Hail Conjurer, στο καλό Hail Conjurer. Αλλά μ’ εντυπωσίασε το νέο κομμάτι (Apocalyptic) από το δεύτερο full-album “Erotic Hell” που είναι στα σκαριά και θα κυκλοφορήσει πριν το τέλος του μήνα. Μιλάμε για έναν Doom/Death παιάνα που θα μας γυρίσει πίσω σε ηρωικές στιγμές όπως οι Thergothon (Φιλανδοί και αυτοί, πατέρες του Funeral-Doom τους λένε σήμερα. Ταμπέλα που τους πίστωσαν στα 00’s γιατί το Doom/Death ήταν ντεμοντέ. ΣΤΟ ΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ). Θαυμάσιες μελωδίες στα πλήκτρα κι ερεβώδη αργόσυρτα φωνητικά που θα μας γεμίσουν ενέργεια μέχρι να ξεσπάσει με αλύπητο black metal, για να κοιμηθούμε ήσυχα περιμένοντας την συνέχεια του Φιλανδού με τις εξαιρετικές ιδέες.

http://www.bestialburst.com/

 

Katholic Magick against Mammon’s wrath: Atlantean Kodex “The Course Of Empire”

“The fantasy is a reassurance—promise that the peace of Paradise, which was known first within the mother womb, is not to be lost; that it supports the present and stands in the future as well as in the past (is omega as well as alpha); that though omnipotence may seem to be endangered by the threshold passages and life awakenings, protective power is always and ever present within or just behind the unfamiliar features of the world. One has only to know and trust, and the ageless guardians will appear”.

(Joseph Campbell, The Hero With A Thousand Faces)

There is the moral of all human tales:

‘Tis but the same rehearsal of the past,

First Freedom, and then Glory–when that fails,

Wealth, vice, corruption–barbarism at last.

And History, with all her volumes vast,

Hath but ONE page

(Lord Byron, Childe Harold’s Pilgrimage)

The Course of Empire-Desolation

Υποθέτω πως κάποιοι θα απορήσουν με την επιλογή των Atlantean Kodex για κείμενο στο NDRGRND KMMNDZ και όχι αδίκως, δεν σας έχουμε συνηθίσει-και ούτε θα σας συνηθίσουμε-σε epic (doom) metal κυκλοφορίες:  από την άλλη θεωρούμε ότι πάνω από όλα προσπαθήσαμε (και όσο υπήρχαμε σε έντυπη μορφή) και προσπαθούμε να γράφουμε για μουσικές των οποίων η όλη αισθητική ξεχωρίζει (πάνω από όλα και οι 4 KMMNDZ είμαστε οπαδοί της υψηλής/σημαντικής αισθητικής, όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας μας) και αξίζουν να ειπώνονται κάποια λόγια παραπάνω. Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, το πενταμελές σχήμα από τη Βαυαρία με το νέο του full-length The Course Of Empire ανήκει στην παραπάνω κατηγορία.

Πριν επεκταθώ στο The Course Of Empire(το οποίο είναι απλά αφορμή για να μιλήσουμε για το σχήμα γενικότερα), ποια είναι πραγματικά τα στοιχεία που έχουν χαρίσει στους Atlantean Kodex το χαρακτηρισμό της σημαντικότερης σύγχρονης επικής μπάντας, για πολλούς;

Φυσικά υπάρχει το μουσικό στοιχείο, αυτός ο εμπλουτισμός του επικού doom metal τους (βασισμένο στους Solstice κυρίως και στις πιο μεγαλειώδεις στιγμές των Candlemass δευτερευόντως) με έντονες Manowar, Bathory αλλά έως και power metal (σε κάποια refrains) επιρροές σε συνήθως  μεσαίας έως μεγάλης διάρκειας συνθέσεις,κοινώς μια προσπάθεια αφομοίωσης στοιχείων από σχεδόν κάθε υποιδίωμα του (μη ακραίου) metal που κάποτε «κουβάλησε» το χαρακτηρισμό του επικού.

Όμως η αλήθεια είναι πως o πραγματικός πόλος έλξης των Atlantean Kodex, αυτός που τους ανέβασε κατακόρυφα το status στην σκηνή είναι κυρίως αισθητικός: οι 4 πυλώνες του στιχουργικού σύμπαντος τους είναι 1) ένας μαγικός (όπου μαγεία εδώ πρακτικά κυρίως οι προ-θρησκευτικές λατρείες, συνήθειες και έθιμα των λαών της Ευρώπης από τη νεολιθική εποχή και μετά, 2) ένας ιστορικός (με προτίμηση στους λαούς της δύσης του νεολιθικού κόσμου και τους πρώτους πολιτισμούς καθώς και την αλληλεπίδραση τους, 3) ένας σύγχρονος (με κάποιες συνθέσεις να εμπεριέχουν έμμεσο/συμβολικό σχολιασμό για την τρέχουσα κοινωνικοπολιτική κατάσταση και 4) ένας τρόπον τινά “αρχετυπικός” (λόγου χάρη το Ταξίδι του Ήρωα στο ντεμπούτο και στο νέο album περισσότερο, ή η Λευκή Θεά του Graves έστω ως αναφορά και στα 3 full-lengths). Το δε χαρακτηριστικό είναι πως οι Kodex συμπεριφέρονται στους παραπάνω πυλώνες σαν μια ενοποιημένη πραγματικότητα μέσα στις θεματικές που ρέουν στα albums, μια Μυθιστορία της ηπείρου χωρίς χωροχρονικούς η φυσικούς περιορισμούς(θα τολμούσα να το χαρακτηρίσω έως και eternalist metal, χαριτολογώντας) συνήθως με πεσιμιστική/τραγική προσέγγιση για τη μοίρα όλων των πολιτισμών, αλλά παράλληλα της συνέχισης τους σε άλλα πεδία,φυσικά (μέσω των παραδόσεων κλπ) και μη. Και αυτή είναι μια συνειδητή προσπάθεια διεύρυνσης της αντίληψης των ανθρώπων για την πραγματικότητα γύρω τους σε μια εποχή κυνισμού, σαν ξόρκι μέσω της τέχνης (εδώ μιας και λέμε για ξόρκια, να θυμίσω και το κάπως μαγικά «μοντέρνο» σαν στιχουργική διατύπωση Temple Of Katholic Magick) πάνω από οτιδήποτε άλλο. Όμως αυτή η προσέγγιση, μολονότι συμβαίνει με συνέπεια και ποιοτικό αποτέλεσμα μάλλον ανώτερο από οποιονδήποτε άλλον στο συνάφι μας μέχρι σήμερα, πρέπει να τονιστεί πως έχει τις εμπνευσιακές τις ρίζες σε ένα συγκεκριμένο album από το 1991.

Ναι, αυτό το album.

Όπως προείπαμε οι μουσικές αναφορές στους Manowar και τους Solstice (άλλωστε και το όνομα Atlantean Kodex παραπέμπει έμμεσα στο κομμάτι Cimmerian Codex των δεύτερων) υφίστανται, αλλά αφενός σε καίρια σημεία των 2 τελευταίων albums (το κομμάτι Enthroned in Clouds and Fire από το The White Goddess, το Under The Runes-ικό riff του He Who Walks Behind the Years στο νέο album, η χορωδιακή μελωδία του ομώνυμου Έπους The Course of Empire που παραπέμπει συνειρμικά στην αντίστοιχη μελωδία του One Rode To Asa Bay, ο συναισθηματικός ρόλος του επιλόγου Die Welt von Gestern πάλι στο νέο album που παραπέμπει σε αυτόν του Heimfard από το Nordland των Bathory) οι Kodex επικαλούνται αντίστοιχα ανατατικά τεχνάσματα με αυτά του Quorthon και αφετέρου, υπάρχει ο παράγοντας Twilight Of The Gods.

Στο πιο “υποτονικό” ηχητικά (αλλά εντονότατο συναισθηματικά) από τα επικά albums των Bathory, o Quorthon φθονεί την σύγχρονη εποχή που «μάθαμε ότι δεν υπάρχουν θρόνοι πάνω στον ουρανό», χρησιμοποιεί συμβολικό λόγο για εσωτερικές αναζητήσεις (Enter Your Mountain, Bond Of Blood, εν τέλει φτιάχνει δικό του ρούνο στο οπισθόφυλλο του δίσκου προτείνοντας έτσι εμμέσως πως η παράδοση είναι οδηγός για το σήμερα παρά στείρες εθιμοτυπίες και ως εκ τούτου δημιούργησε ένα album του οποίου η (viking) κουλτούρα επιθυμεί να μη γνωρίζει πρακτικά χρονικούς περιορισμούς, να τρέφεται από την ίδια την τραγωδία της ήττας της γιατί τίποτα δεν τελειώνει πραγματικά,να μεταφέρεται σε άλλες σφαίρες ύπαρξης/νόησης και να συνεχίζει να επηρεάζει, εφόσον δεν λησμονιέται. Λοιπόν, αυτό το album και αυτή η θεώρηση που πρωτοδιατυπώθηκε εδώ εκφραστικά είναι συγκεκριμένα κατά τον γράφοντα η καρδιά της τέχνης των Atlantean Kodex, μολονότι είναι πιο ακαδημαϊκοί και πιο διευρυμένοι ως προς τις αναφορές τους σε σχέση με τον Σουηδό metal θρύλο.

Όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά των Atlantean Kodex παρουσιάστηκαν στην πιο πλήρη μέχρι σήμερα μορφή τους με το δεύτερο full-length τους The White Goddess του 2013 και σήμερα, 6 χρόνια μετά με το The Course Of Empire, το σχήμα χτίζει τόσο στιχουργικά όσο και μουσικά από εκεί που σταμάτησε, καταφέρνοντας να φτάσει σαν καλλιτεχνικό απόσταγμα τον προκάτοχο του.

Έχοντας ως αφηγηματικό έναυσμα αφενός το ταξίδι του ήρωα όπως αυτό διατυπώθηκε από τον Campbell (μέσω αυτούσιων και έμμεσων αναφορών) αλλά περισσότερο την σειρά πινάκων του Thomas Cole Η Πορεία της Αυτοκρατορίας, το album αποτελεί στιχουργικά ένα στοχασμό στην κυκλικότητα των πολιτισμών και την αναπόφευκτη(;) εναλλαγή της παρακμής και αναγέννησης τους, καθώς και την πορεία των λαών τους προς το συλλογικό ασυνείδητο.

Στο μουσικό τομέα, η φόρμουλα παραμένει η προαναφερθείσα ίδια, αλλά αφενός κατευθύνονται σε ένα πιο βαρύ, δραματικό και σκοτεινό ήχο (με την χαρακτηριστική αντίθεση των σχεδόν power metal φωνητικών σε κάποια σημεία) και αφετέρου η ίδια η ροή του album (με την εναλλαγή των πρελουδίων και των συνθέσεων, τις συναισθηματικές διακυμάνσεις από κομμάτι σε κομμάτι) είναι κατά πολύ πιο προσεγμένη και δίνει την αίσθηση της ενιαίας αφήγησης που ούτως η άλλως ήθελαν να πετύχουν ανέκαθεν, καλύτερα από τις δύο προηγούμενες δουλειές τους. Σε επίπεδο συνθέσεων δεν υπάρχει αδύναμη στιγμή (υποθέτω πως προσωπικά αξιολογώ πιο κάτω το Lion Of Chaldea, αλλά δεν έχει σημασία), για την ακρίβεια τα People of the Moon (Dawn of Creation) και ο ομώνυμος ύμνος (ακούγεται υποχρεωτικά/ιδανικά μαζί με με το Spell of the Western Sea που το προλογίζει,αλλά και τον επίλογο του album που το διαδέχεται) θέτουν σοβαρή υποψηφιότητα για το καλύτερο κομμάτι που έχουν γράψει ποτέ οι Kodex. 

Εν κατακλείδι, το The Course Of Empire είναι σχεδόν Πλατωνικά Ιδεατό επικό metal, ανήκει στο πάνθεον του ιδιώματος σαν δημιούργημα και ο χρόνος θα το τοποθετήσει εκεί που του αρμόζει.

Ως επίλογο, θα ήθελα να τονίσω να μην παραξενεύεστε από το ανατατικό κλείσιμο του album (τις 3 τελευταίες γραμμές των στίχων της ομώνυμης σύνθεσης) σε σχέση με την ουροβορική φύση του concept που έχουν εδώ-αλλά και γενικά-οι Kodex: ενάντια στην οργή του Μαμωνά και στην εποχή των τάφων στη Mare Nostrum, η τέχνη τους θέλει να είναι όπως προείπαμε πάνω από όλα, ένα ξόρκι αφύπνισης.

Art’s power is immediate and irrefutable, immense. It shifts the consciousness, noticeably, of both the artist and her audience. It can change men’s lives and thence change history, society itself. It can inspire us unto wonders or else horrors. It can offer supple, young, expanding minds new spaces to inhabit or can offer comfort to the dying. It can make you fall in love, or cut some idol’s reputation into ribbons at a glance and leave them maimed before their worshippers, dead to posterity. It conjures Goya devils and Rosetti angels into visible appearance. It is both the bane and most beloved tool of tyrants. It transforms the world which we inhabit, changes how we see the universe, or those about us, or ourselves. What has been claimed of sorcery that art has not already undeniably achieved?

(Alan Moore, Fossil Angels)

 

label