
Η τελευταία φορά που διατάχθηκα να μιλήσω για τη συνοπτική γεύση που μου άφησε μια δεκαετία στο μουσικό επίπεδο, ήταν στο τέλος των 00’s.
Τότε είχα πει πως αν τα 90’s ήταν η δεκαετία των ιδιωμάτων, τα 00’s ήταν η δεκαετία των συγκροτημάτων.
Δεδομένης της τερατώδους υπερμεγένθυσης της παρουσίας, έκθεσης απόψεων (βλέπε social media) και σε περιπτώσεις ακόμη και ανάσχεσης βηματισμού ιδιωμάτων (βλέπε αντι-Χίτλερμέταλ συσπειρώσεις) από πλευράς του κοινού που ακούει μουσικές, θα έλεγα πως τα 10’s ήταν η δεκαετία των ακροατών.
Δε λέω πως δε βγήκαν δισκάρες. Είμαι σίγουρος πως βγήκαν.
Απλώς, στο μυαλό μου, βουίζει ακόμη ένα χάος από μοιρολόγια, θριαμβολογίες, καλαμπούρια, κακεντρέχειες, σοφές κουβέντες, παλαβομάρες, διαφωτιστικές αναλύσεις αλλά και φρικώδεις παπαρολογίες που διάβασα (από ακροατές, όχι “ειδήμονες” ούτε “μουσικούς δημοσιογράφους”) για τη μουσική, πάρα η μουσική.
Όταν ξεζαλιστώ, είμαι πολιτιστικά υποχρεωμένος να ξανακούσω τους δίσκους των EUS, Culte Des Ghoules, Ubre Blanca, Khthoniik Cerviiks, MMMD, Απότομη, Pye Corner Audio, DreamLongDead, Hail Conjurer, Οδός 55, Necromantic Worship, Locust Leaves και Spettro Family.
Καλώς εχόντων των πραγμάτων θα τους κατανοήσω πλήρως, γαμωσταυρίζοντας που δεν κατάλαβα τα σπουδαία πράγματα τον καιρό που συνέβαιναν.
Τόλης Γιοβανίτης

Το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό αναφορικά με τα μουσικά 10’s, είναι το πόσο εξαϋλώθηκαν τα προσδιοριστικά χαρακτηριστικά του όρου «underground σκηνή» σε σχέση τουλάχιστον με αυτά που ίσχυαν στα 90’s, όταν μπήκα (όπως φαντάζομαι και οι περισσότεροι από εσάς) στη φάση: η πεποίθηση του τότε, πως «υπάρχει το μεταλλικό mainstream και το extreme underground στο οποίο υπάρχουν άγνωστοι ή ελάχιστα γνωστοί καλλιτέχνες που αξίζουν αλλά για χ λόγους παραμένουν στην αφάνεια και πρέπει ο μουσικογραφιάς ή/και ο ενημερωμένος μουσικόφιλος να τα βγάλει στη φόρα», είχε αρχίσει να διαβρώνεται από τα 00’s, αλλά ήταν τα 10’s με το bandcamp, τα πάμπολλα αναδυόμενα μουσικά blogs και webzines, τα εξειδικευμένα μουσικά youtube κανάλια και τα social media echo chambers του καθενός μας (στα οποία ένα όνομα μπορεί να ανακυκλώνεται ξανά και ξανά ως εποχική πρόταση), αυτά που του έδωσαν τη χαριστική βολή. Πλέον ένα όνομα μπορεί να ακούγεται συνέχεια αλλά (παραδόξως και αναμενόμενα συνάμα) αυτή του η διάδοση να μην συνεπάγεται ανάλογα κέρδη για τον ίδιο τον καλλιτέχνη δυστυχώς , αλλά από την άλλη ούτε και καλλιτεχνικό συμβιβασμό/«εύκολο» ήχο ευτυχώς, δημιουργώντας έτσι ένα θολό μικρομεσαίο επίπεδο,που υπάρχει ανάμεσα στους παγκοσμίως γνωστούς και τους παγκοσμίως αγνώστους. Πλέον όποιος αξίζει μαθαίνεται και διαδίδεται και όποιος θέλει δισκογραφεί (κι ας μην αξίζει) ακόμα και σε φυσικό format, έστω και βάζοντας λεφτά από την τσέπη του, στη χείριστη των περιπτώσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η παραδοσιακή δισκοκριτική για μένα καθίσταται άχρηστη, για αυτό και στο blog που διαβάζετε η έμφαση πια δίνεται σε μεγάλο βαθμό στις σκέψεις, τις αισθητικές και διανοητικές προεκτάσεις που γεννά η κάθε κυκλοφορία, το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται σαν δημιούργημα, εν τέλει στη διεύρυνση που προκαλεί (ή στη μαγεία που εμφωλεύει, αν θέλετε) στην οπτική της πραγματικότητας που βιώνουμε υποκειμενικά. Είναι κάτι που εκτιμούσα και στην έντυπη στήλη Underground Kommandoz του Metal Hammer για όσο συνείσφερα (όπως και οι άλλοι 3 συντελεστές του NDRGRND KMMNDZ) και κάτι το οποίο συνεχίζει να εξελίσσεται ως άποψη και ύφος και εδώ πια.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό της μουσικής δεκαετίας που μου έρχεται συνειρμικά αφορά όχι τόσο την περίφημη έξαρση παραγωγής εγχώριων κυκλοφοριών (η οποία αδιαμφισβήτητα υπήρξε), όσο την αναπαραγωγή της ίδιας της ρητορικής περί «σκηνής που βγάζει δισκάρες και δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το εξωτερικό», η οποία κατέληξε να έχει τόσο το χαρακτήρα ενός mantra αυτοεπιβεβαίωσης μεταξύ φίλων και γνωστών, όσο και ενός mantra μιας ενστικτώδους αντίδρασης ενός κλάδου με πολλές προεκτάσεις που (με το δίκιο του εν μέρει) έπρεπε κάπως να κρατηθεί εν μέσω ύφεσης, ακόμα και για albums που αποτελούσαν απλά επαρκείς ασκήσεις ύφους. Κανένα θέμα πάντως, καθώς ο καλός όπως προείπαμε, ελέω ψηφιακής εποχής και διαδίδεται και εν τέλει παραμένει στη συνείδηση του κόσμου εφόσον το αξίζει και εφόσον αγγίξει όντως ευαίσθητες πτυχές του δυνητικού κοινού του. Πέραν αυτών, προφανώς και υπήρξαν σπουδαίες κυκλοφορίες, συλλογικές ηχητικές τάσεις (όπως η αναβίωση του 90’s ελληνικού black metal ήχου και η πληθώρα ελληνόφωνων hardcore/crust/synth punk κυκλοφοριών, για να αναφέρω δύο ενδεικτικές) αλλά ευτυχώς και περιπτώσεις ποιοτικότατων αποκλινόντων υφολογικά κυκλοφοριών, που αρνήθηκαν να μπουν σε κουτάκια, ακολουθώντας το δικό τους μονοπάτι.
Θα θυμάμαι επίσης την όλη 80’s νοσταλγική μέθη, παρούσα σε ολόκληρες μουσικές σκηνές και άλλους καλλιτεχνικούς χώρους. Θα θυμάμαι το ότι στη γενικότερη φάση μας αυτή τη δεκαετία μεγάλο επιδραστικό ρόλο έπαιξαν εν τέλει μεμονωμένοι γάλλοι καλλιτέχνες (ο Neige στο blackgaze, ο Hasjarl σε τεράστιο μέρος του black και death metal κόσμου, οι Perturbator/Carpenter Brut ως οι εκπρόσωποι του synthwave που «έπιασαν» τους μαλλιάδες). Θα θυμάμαι πως οι Slayer (ή οι Slipknot, ή οι Pantera, το πιάνετε το νόημα) αυτής της δεκαετίας ήταν οι Death Grips, μια μη κιθαριστική μπάντα. Θα θυμάμαι πως παράλληλα με τον «κοσμοπολιτισμό» και τις (συχνά ουσιώδεις) αποδομητικές τάσεις του post black metal/blackgaze υπήρξε και μια έξαρση από μαυρομεταλλικές κολεκτίβες (Black Twilight Circle/Crepusculo Negro-από τα τέλη των 00’s, Rhinocervs, Haeresis Noviomagi, Vrasublat, η ισλανδική σκηνή, οι πιο επιφανείς εξ αυτών) οι οποίες έχοντας πιο θεμελιώδεις μαυρομεταλλικούς εκφραστικούς πυλώνες κυκλοφόρησαν από αξιόλογα έως σπουδαία πράγματα. Θα θυμάμαι το live των αδικοχαμένων The Devil’s Blood στο Κύτταρο και την όλη-κουλή-προσέγγιση των Ψ.Χ για την «κυκλοφορία» του compilation album τους και κατ’ επέκταση το σχετικό θέμα που κάναμε στο έντυπο. Ελπίζω να ξεχάσω το σήριαλ των Batushka και όλα τα παρελκόμενα του, καθώς και την τοξικότητα και τα εκάστοτε εγωκεντρικά σεντόνια «διαλόγων» στα social media, με αφορμή (και) τη μουσική.
Προσωπικά highlights (full lengths/ένα album ανά καλλιτέχνη/σειρά ανά έτος κυκλοφορίας):
Alcest “Ecailles De Lune” (2010)
Deathspell Omega “Paracletus” (2010)
Murmuure “Murmuure” (2010)
Negative Plane “Stained Glass Revelations” (2011)
The Devil’s Blood “The Thousandfold Epicentre” (2011)
This Is Past “Μισανθρωπία” (2011)
Vatican Shadow “Kneel Before Religious Icons” (2011)
Death Grips “The Money Store” (2012)
Dephosphorous “Night Sky Transform” (2012)
Mgla “With Hearts Toward None” (2012)
Revenge “Scum.Collapse.Eradication” (2012)
Swans “The Seer” (2012)
Atlantean Kodex “The White Goddess” (2013)
Beastmilk “Climax” (2013)
Zemial “NYKTA” (2013)
Goat “Commune” (2014)
Perturbator “Dangerous Days” (2014)
Spectral Lore “III” (2014)
Volahn “Aq’Ab’Al” (2014)
Dodheimsgard “A Umbra Omega” (2015)
Macabre Omen “Gods Of War-At War” (2015)
Obsequiae “Aria Of Vernal Tombs” (2015)
Agatus “The Eternalist” (2016)
Οδός 55 “Οδός 55” (2016)
Converge “The Dusk In Us” (2017)
Locust Leaves “A Subtler Kind Of Light” (2017)
Daughters “You Won’t Get What You Want” (2018)
Lingua Ignota “Caligula” (2019)
Liturgy “H.A.Q.Q.” (2019)
Tool “Fear Inoculum” (2019)
Δημήτρης Σκούρας

Αν κάνουμε ένα παραλληλισμό του Black Metal με τον συμβατικό άνθρωπο, θα πούμε πως βαπτίστηκε το 1982 (Venom “Black Metal”) οπότε πλέον κοντεύει τα σαράντα. Αυτό σημαίνει πως η δεκαετία που μας πέρασε ήταν τα δημιουργικά του χρόνια (30-40 ετών). Η αριθμητική επιβεβαιώνει αυτή τη συλλογιστική. Τα 10’s τελειώνουν και οι κυκλοφορίες που αφορούν το Black Metal είναι περί τις 90.000 (μαζί με τις επανεκδόσεις). Για τους λάτρεις των αριθμών, τα 00’s είχαν 45.000 κυκλοφορίες, τα 90’s 14.000 και τα 80’s χίλιες (πηγή discogs, σε στρογγυλοποίηση). Ο πακτωλός κυκλοφοριών ήταν το Γεγονός των 10’s. Για να γίνει κατανοητό, 90.000 κυκλοφορίες είχε το Techno στα 90’s και δε νομίζω να έχει το black metal στα 10’s αντίστοιχο ακροατήριο. Ίσως λοιπόν, φτάσαμε στο σημείο που οι κυκλοφορίες είναι δυσανάλογες του κοινού, συνεπώς όχι μόνο να καταναλωθούν δε μπορούν αλλά ούτε και ν’ αφομοιωθούν. Αν στα 00’s έκανε Project ένας στους δυο ακροατές, στα 10’s κάνατε όλοι εκτός από μένα. Ωστόσο, εδώ θα πρέπει να ειπωθεί και το βασικό συμπέρασμα των 10’s: στην ουσία δεν έχουμε και ούτε θ’ αποκτήσουμε πραγματική εικόνα όσων έγιναν σ’ αυτή τη δεκαετία. Προσωπικά, έχω τσεκάρει λίγο έως πολύ το 6% (δηλαδή τρίχες) των κυκλοφοριών της, το οποίο σημαίνει κάπου στις 5 χιλιάδες δουλειές που αφορούν το Black Metal. Αν θέλετε τη γνώμη μου, αυτός είναι ένας υπερβολικός βαθμός έκθεσης. Ωστόσο, πράγματι, αν θες μπορείς ν’ ακούς κάθε μέρα μια νέα κυκλοφορία με ικανοποιητικό περιεχόμενο (χωρίς να σε πιάνει ψυχικό τσιρλιό δηλαδή). Αυτό, φανερώνει την έξαρση που υπάρχει στη συγκεκριμένη σκηνή, αλλά διαμορφώνει μια περίεργη συνθήκη για όποιον την παρακολουθεί με αυτό τον τρόπο, που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «έκθλιψη» συναισθημάτων. Είναι σα να προσπαθείς να φέρεις την αισθητική απόλαυση σ’ ένα είδος συνεχούς «μέθεξης», κι αυτό είναι πιθανότερο να σε κάνει αχόρταγο συλλέκτη από κεκτημένη ταχύτητα ή να σε κουράσει και να εγκαταλείψεις, παρά να σε οδηγήσει σε νοητική/ψυχική «πρόοδο» μέσω της τέχνης.
Συνεχίζοντας τον παραλληλισμό με τον συμβατικό άνθρωπο, τo Black Metal των 00’s είχε ως σκοπό να επεκτείνει τις γνώσεις του, όπως ο συμβατικός άνθρωπος λέμε ότι σπουδάζει, δουλεύει, ταξιδεύει (20-30 ετών). Αυτό έγινε μπασταρδεύοντας το βασικό μοντέλο, χωρίς να περιοριστεί αποκλειστικά σε metal επιρροές. Έγιναν απαίσια κράματα (για κλάματα), ωστόσο υπήρξαν και αξιοσημείωτα δείγματα, οπότε μπορεί να ειπωθεί πως ο σκοπός επετεύχθη (ούτως ή άλλως η συζήτηση true/untrue θα εκκρεμεί για πάντα, σαν φιλολογικό θέμα ανάμεσα στους θιασώτες). Το Black Metal στα 10’s θέλησε να μεταφέρει τον «πυρήνα του Είδους» σε άλλα ακροατήρια, πράγμα που κατόρθωσε με “viral” ευκολία. Αυτό το γεγονός πίεσε τους θερμόαιμους οπαδούς (αυτούς που πάνε στο πέταλο) να βυθιστούν σε νέα τάρταρα και να προκαλέσουν εκ νέου με το παίξιμο και την αισθητική τους. Κατά συνέπεια, το Black metal έζησε, ίσως και να θριάμβευσε στα 10’s, γιατί κατάφερε να φτάσει από ακροατές που το αγνοούσαν (ή δεν τους έκανε στη satanic version) ως και σε pop αυτιά.
Ιστορικά, όταν η μουσική έμπνευση στερούσε, το Black Metal ανέπνευσε από την αισθητική του, αλλά είμαστε πλέον στα 10’s. Κι εδώ η αισθητική των κυκλοφοριών έδρασε πάνω-κάτω σε ήδη δημιουργημένες σχολές νοοτροπίας/μανιέρες. Δυστυχώς, τα εξώφυλλα και οι φωτογραφίες των 10’s έχουν φασόν νοοτροπία, καταλήγοντας τα περισσότερα album να είναι κατασκευασμένα «προϊόντα» από ένα καλούπι που γνωρίζεις πολύ καλά. Συμπερασματικά, το συνολικό πακέτο των 10’s έχει την αισθητική προϊόντος μαζικής παραγωγής, κάτι για όλους που να πηγαίνει σε όλους, σε στυλ πολυκαταστημάτων ένδυσης. Κατά συνέπεια, διακατέχεται από έλλειψη χαρακτήρα. Φυσικά, υπάρχουν εξαιρέσεις και album με δουλεμένη αισθητική άποψη, αλλά είναι πλέον μειοψηφία. Συνολικά όμως, την τελευταία 20ετία δεν είχαμε την αισθητική άποψη των 80’s και 90’s (όσο κι αν το γήπεδο φωνάξει “OK boomer”). Μουσικά στα 10’s είχαμε εκατοντάδες ικανοποιητικά album, δεν ήταν τελικά δύσκολο να μάθει το ποίμνιο να παίζει, δημιουργώντας αυτό που λέμε καλό album-άκι που θα πάρει βαθμό 7 άντε 8. Στην όχθη των αξιοσημείωτων, βάση αριθμών και μόνο, αυτή η δεκαετία κερδίζει έδαφος λόγω ποσότητας (στις 90.000 κυκλοφορίες έχεις περισσότερα 7αρό8άρια από τις άλλες δεκαετίες). Ωστόσο, δεν είχαμε «μνημεία», αυτά τα album που θα μπορέσουν κάτω από προϋποθέσεις να γίνουν iconic φλάμπουρα στο μέλλον (λείπει όμως η απόδειξη, γιατί πρέπει να περάσουν χρόνια για δούμε τι θα μείνει πραγματικά από αυτή τη δεκαετία).
Αν το Black Metal είναι ένας συμβατικός άνθρωπος, κοντεύει πλέον τα 40. Οπότε στα 20’s θα πάρει λογικά τον δρόμο της ωρίμανσης. Αυτό όμως το συμπέρασμα βγαίνει μονάχα στον δικό μου, ονειρικό παραλληλισμό, ενός μουσικού Είδους με τον άνθρωπο των καιρών μας. Οπότε θα το σταματήσω εδώ, μιας και δεν υπάρχει λόγος να κάνω λογικά άλματα για να πιάσω τον υποτιθέμενο σφυγμό του μέλλοντος. Θα πρέπει όμως να σημειώσω πως από την ακραία τέχνη ζητάς να σε οδηγεί σε σημεία που δε σου επιτρέπει ο ψυχισμός και η ηθική σου να πας, γιατί κατάλαβες ή ένιωσες πως πρόοδος είναι η ανηλεής επαναξιολόγηση ιδεών και συναισθημάτων. Είναι προφανές πως ζητάμε τις ιδέες/εικόνες εκείνες που κολυμπούν ανερμάτιστα στο υποσυνείδητό μας και δεν έχουμε επικοινωνία μαζί τους. Η δουλεία του extreme καλλιτέχνη είναι να τις ξεκλειδώσει και να μας φέρει αντιμέτωπους με αυτές.
Υπήρξε όμως κι ένα βασικό πρόβλημα στα 10’s και είμαστε εμείς, οι ακροατές. Ξεκάθαρα, ακούει καθένας τα δικά του σχήματα και βγάζω πρώτα τον εαυτό μου στον τάκο. Δεν υπάρχει θεραπεία, γιατί η αιτία του προβλήματος είναι το Γεγονός της δεκαετίας: με τόσες χιλιάδες κυκλοφορίες έχουμε την άνεση να κινηθούμε σε όλες τις χώρες του κόσμου και είναι πρακτικά αδύνατο να υπάρξει χρόνος και ανοιχτό μυαλό ν’ αφουγκραστούμε τ’ underground «διαμαντάκια» ενός άλλου ακροατή. Σε δεύτερο πλάνο, η ποσότητα δημιουργεί επιδερμική επαφή με κάθε album. Η έλλειψη μελέτης κάνει την ακρόαση ένα μουσικό χαλί για άλλες δραστηριότητες, δίχως περαιτέρω εμβάθυνση στο περιεχόμενο. Παροδικά καθιστά τον ακροατή επιφανειακό, γιατί δεν μελετά τους στίχους και τα σύμβολα του booklet περνούν από τα μάτια του σαν φευγαλέες εικόνες. Ωστόσο, στην υπερβολική κατανάλωση και τις μεγάλες ποσότητες υπάρχουν και θετικά σημεία. Είναι πολύ σπουδαίο που η μουσική βιομηχανία πέθανε ή αργοπεθαίνει και όποιος θέλει να εκφραστεί παίζοντας μουσική, έχει πλέον τα εργαλεία να το κάνει ελευθέρα κυκλοφορώντας έναν ολοκληρωμένο δίσκο. Παράλληλα, οι ποσότητες δημιουργούν την απαραίτητη δεξαμενή μέσα από την οποία θ’ αναλύσεις, συγκρίνεις και τελικά συμπεράνεις την πρόοδο της τέχνης που σε βοηθά να εξελιχθείς.
Πάνος Κουργιούνης

Διαβάζοντας το κείμενο του Τόλη έψαξα κι εγώ να βρω τι είχα γράψει στο Metal Hammer για τα 00’s: τα είχα βιώσει σαν το after-party των 90’s. Μία δεκαετία μετά, για μένα τα 10’s είναι το hangover που ακολούθησε the morning after.
Η οχλαγωγία των social media και ο τεράστιος όγκος πληροφορίας με έκανε συχνά να crash-άρω, γενικά αλλά και ειδικά σαν ακροατής. Έτσι πλέον, ανά τακτά διαστήματα τραβάω καλώδιο, κόβοντας επιλεκτικά τον ρου της πληροφορίας.
Αυτό βέβαια με έκανε να χάσω επεισόδια (λχ. το Ισλανδικό black metal – παραδόξως αφού λατρεύω την χώρα, ειδικά μετά το ταξίδι που έκανα το 2010), οπότε δεν είμαι σε θέση να προτείνω κάποια μακροκοσμική ανάλυση σαν αυτή του Δημήτρη ή του Πάνου. Αντ’αυτής, ορίστε μερικές σκόρπιες αναμνήσεις και σκέψεις έτσι όπως ξεπροβάλλουν μέσα από την ομίχλη.
Σαν ακροατής, το σημείο αναφοράς που κρατάω σαν εκκίνηση των 10’s είναι το Nuclear War Now! Fest Volume IΙ, το οποίο έλαβε μέρος στο Βερολίνο την Παρασκευή 19 και το Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010. Ήταν ένα υπέροχο τριήμερο το οποίο χάρισα στον εαυτό μου με πρόφαση την θριαμβευτική εμφάνιση των Dead Congregation. Πέρα όμως από το live κομμάτι, αυτό που μου έμεινε είναι κάποια από τα παράπλευρα πράγματα που ανακάλυψα επί τόπου ή/και που ζυμωνόντουσαν ταυτόχρονα. Όπως η Pan Records, η εξαιρετική πειραματική δισκογραφική εταιρία που είχε ήδη ξεκινήσει από το 2008 ο φίλτατος Βασίλης Κουλιγάς (πρώην Family Battle Snake), με τον οποίο παρακολούθησα το φεστιβάλ. Εκεί ανακάλυψα τους Akitsa αγοράζοντας το βινύλιο του “Au crépuscule de l’espérance” (2010) (και το οποίο ποτέ δεν ήρθε στα χέρια μου – Βασίλη κάνε την καλή κάποια στιγμή!) και την σκηνή του Black Twilight…
Ένας άλλος φίλος που με οδήγησε σε νέα μουσικά μονοπάτια είναι ο Μανώλης Παππάς (τσεκάρετε το blog του sonic death monkey και το Corrupted Delights στο οποίο συμμετέχει). Χάρη στα hints του, επένδυσα ένα μέρος του προϋπολογισμού μου σε αξιοσυλλέξιμα πειραματικά/ noise/ ηλεκτρονικά βινύλια και κασέτες. Toυ δίνω credit για σύγχρονα ακούσματα που όχι μόνο έγιναν αγαπημένα αλλά κι ερέθισαν την φαντασία μου με την αισθητική τους: Rainforest Spiritual Enslavement, Vatican Shadow, Ron Morelli, Alberich, Ben Frost, Cut Hands, Demdike Stare, Pye Corner Audio, κλπ.
Όσον αφορά τον άνωθι κύριο, ο κύκλος έκλεισε πρόσφατα όταν άρχισε να ενεργοποιείται στην δισκογραφία με το άριστο εκλεκτικό label Coherent States. Η τελευταία τους κυκλοφορία για την οποία και χρωστάω RKRD KLLKTR, το αξιοσυλλέξιμο (red inner sleeves FTW!) “Sofia Says” LP της ερωτεύσιμης Γαλλίδας Gaël Segalen, αποτελεί μέρος ενός ικανοποιητικάτου συνόλου ποικίλων κυκλοφορίων οι οποίες κλείνουν κατάλληλα την (ημερολογιακή τουλάχιστον) δεκαετία.
Αφού όντως αισθάνομαι μία πληρότητα με κάποιες πολυ καλές κυκλοφορίες, κυρίως από καινούριες μπάντες, που για μένα αφήνουν μία νέα ελπίδα για τα 20’s, θα ξεκινήσω από το (χρονολογικό) τέλος.
- Οι Saint Marie Des Loups δημιούργησαν στο ομώνυμο LP του; (2018) μία πραγματικά σπουδαία κι επιβλητική ατμόσφαιρα.
- Oι Judiciary από το Texas, έγραψαν με το ντεμπούτο LP “Surface Noise” (2019) μία full-length εργασία πάνω στο πόσο καλά μπορεί να παίζεται σήμερα το brutal hardcore – έτσι όπως το αγαπήσαμε στα τέλη 90’s, αρχές 00’s.
- Στο ίδιο μουσικό μήκος κύματος βρίσκονται και οι Primal Rite, με πιο τραχύ/αναλογικό ήχο και λιγότερο μεταλλικό στυλ. Όπως σας είχαμε ήδη προτείνει στο Underground Kommandoz, ακούστε οπωσδήποτε το “Dirge Of Escapism” (2018)!
- Οι Power Trip αποχαιρετούν την δεκαετία με ένα super digital single και υποσχέσεις για ένα θριαμβευτικό τρίτο album.
- To sc-fi death metal επέστρεψε θριαμβευτικά με δύο μπάντες που θυμίζουν τους αγαπημένους μου Timeghoul (η κασέτα “Tumultuous Travellings” των οποίων όντας το πρώτο demo που παρήγγειλα πίσω στο 1993): τους Blood Incantation για το “Hidden History of the Human Race” (2019) των οποίων μιλάνε όλοι τελευταία και τους τους λιγότερο γνωστούς Nucleus με το “Entity” (2019). Aν και χωρίς sci-fi αισθητική, οι Καναδοί με το όνομα γλωσσοδέτη Chthe’ilist, είναι επίσης fans των Timeghoul και γάμησαν με το “Le dernier crépuscule” (2016). Επίσης Γαλλόφωνοι Καναδοί κι εξαιρετικοί death metal-άδες είναι οι Outre-Tombe που τα έσπασαν με το “Nécrovortex” (2018).
- Οι Teeth από την California με έπιασαν αδιάβαστο στο “The Curse of Entropy” (2019) με ογκώδες death metal του οποίου η περιπετειώδης διάθεση μου θύμισε συχνά Ulcerate.
- Επίσης στο παρά πέντε, ανακάλυψα χάρη στον Θάνο Μαντά τους Coilguns, μια Ελβετική γκρουπάρα, η οποία βρίσκεται στην αιχμή του σύγχρονου heavy ήχου και σίγουρα αποτελεί μέρος του μέλλοντος του. Φέτος κυκλοφόρησαν το “Watchwinders” (2019), αλλά την παράσταση έκλεψε το καταπληκτικό περυσινό “Millenials” (2018) – “(…) Millennials was written and recorded in january 2016 by the band itself, self-engineered on old second hand tapes in a four rooms wood stove heated vacation house, lost right in the middle of the desperate monoculture landscapes of central germany. What came out is a breathless, lo-fi and lo-tuned epileptic record, that roughly questions their own behaviour as partially conscious citizens of a scarily weird and exciting globalized music world.“
- Οι Antimob, οι οποίοι ούτως ή άλλως είναι ένα από τα καλύτερα μουσικά πράγματα που συνέβησαν αυτή τη δεκαετία (κυρίως με το πλέον κλασσικό ντεμπούτο τους), επανήλθαν με το πολυαναμενόμενο δεύτερο album τους, για την (πλέον εξαντλημένη) βινυλιακή έκδοση του οποίου υπερέβαλαν εαυτόν κυκλοφορώντας ένα από τα πιο εντυπωσιακά LP’s που έχω κρατήσει ποτέ στα χέρια μου (γι’ ακόμα μια φορά, έπεται RKRD KLLKTR)!
- H κληρονομιά των λατρεμένων Discordance Axis επανήλθε στο προσκήνιο με τον ομώνυμο δίσκο των No One Knows What The Dead Think (2019), όπου τα πρώην μέλη τους Jon Chang και Rob Marton και σύμφωνα με τα λεγόμενα τους, τελειώνουν αυτό που ξεκίνησαν οι D.A. πίσω στο 1992. Να σημειώσω ότι εκτός από τους τελευταίους και τους Gridlink με συγκίνησαν θυμίζοντας μου το παλιό, καλό relapse metal (Burnt By The Sun, πρώιμους Mastodon, Uphil Battle, κλπ). Επίσης, απλά ιδιοφυής είναι η ιδέα να συμπεριληφθούν όλα τα κομμάτια σε karaoke εκδόσεις χωρίς φωνητικά!
- Πάντα από την ίδια διεθνή avant grind παρέα, ο κιθαρίστας/καρατέκα/γατοπατέρας Takafumi Matsubara (Gridlink, Mortalized, Retortion Terror) κυκλοφόρησε ένα άκρως ενδιαφέρον και πειραματικό album συνεργασιών.
- Το Ελληνικό super group Cursed Blood (πρώην/νυν μέλη Dead Congregation, Nuclear Winter, Sarabante, Straighthate, Vulnus, κλπ) κυκλοφόρησε την πολύ αξιόλογη κασέτα “Taker Of Life” (2019), η οποία είναι βάλσαμο στ’αυτιά όσων λατρεύουν την σήψη των Murder Squad, Autopsy, κλπ.
Πίσω στο κυρίως κουφάρι της δεκαετίας και όσον αφορά την ηλεκτρονική μουσική, ο αγαπημένος Νορβηγός Geir Jenssen, συνέχισε να είναι ενεργός στέλνοντας κατ’ευθείαν από το Αρκτικό Tromsø, διαχρονικές polar ambient μεταδόσεις με Biosphere. Αν και η δεκαετία ξεκίνησε μάλλον μέτρια με το “N-Plants” (2011), συνέχισε δυνατά με τα “Departed Glories” (2016), “The Senja Recordings” (2019), κ.ά.
Επιπλέον, μέσω της εταιρείας του Biophon, (επανα-) κυκλοφόρησε όχι μόνο δικά του πράγματα αλλά κι εξαιρετικούς δίσκους όπως: Nina Nielsen “Love And Terror In The Wilderness”, Pistol & Bart “…Rir Igjen”.
Η μητέρα Νορβηγία δε μου χάρισε ιδιαίτερες μαυρομεταλλικές συγκινήσεις αυτή τη δεκαετία, φρόντισαν γι’ αυτό όμως οι Σουηδοί γείτονες Craft με το “Void” (2011) και οι Φινλανδοί Corningr με τα “Relics Of Inner War” (2011) και “Funereal Harvest” (2015). Η metal σκηνή της χώρας επανόρθωσε πάντως με κυκλοφορίες όπως το “Dystopics” (2012) των Diskord!
Μιλώντας για Σκανδιναβικό black metal, τα 10’s ήταν η δεκαετία των Reverorum ib Malacht. Ξέρετε την ιστορία τους: έχοντας ξεκινήσει από την black metal σκηνή, αλλαξοπίστησαν κι έγιναν Χριστιανοί, βαφτίζοντας την μουσική τους Ρωμαιοκαθολικό black metal. Ξεκινώντας σχετικά ήπια με το “Urkaos” (2011), απογειώθηκαν με το “De Mysteriis Dom Christi” (2014), το οποίο ουσιαστικά είναι τριπλός δίσκος αφού η κασέτα, το CD και το βινύλιο περιέχουν διαφορετική μουσική! Η συνέχεια με τα “Ter Agios Numini” (2017), “Irma Malacht” (2018) και “Im Ra Distare Summum Soveris Seris Vas innoble” (2018), αν και λιγότερο υπερβατική συνεχίζει να είναι τέρμα πειραματική κι εξωγήινη!
Ένα ανέλπιστο black metal outsider ήταν το επιβλητικό και γλαφυρό “Flying Above Ancient Ruins” (2017) των Σλοβάκων Krolok…
Γυρνώντας πίσω στην αρχή της black metal δεκαετίας, να μνημονεύσω την έμπνευση που μου προσέφερε το μουσικό και στιχουργικό αριστούργημα των Negative Plane “Stained Glass Revelations” (2011). Πάντα στη Vinland, οι The Howling Wind μας χάρισαν το παγωμένο έπος “Into The Cryosphere” (2010) και μετά έπεσαν δημιουργικά. Aνέλπιστα oι Thralldom, η θρυλική USBM μπάντα των 00’s της οποίας την κληρονομιά κατά κάποια τρόπο οι THW συνέχιζαν, επανήρθε με το αξιοπρεπέστατο “Time Will Bend into Horror” (2016), δέκα ολόκληρα χρόνια μετά το κλασσικό πλέον “A Shaman Steering the Vessel of Vastness” (2006).
Oι Dispirit του θρύλου και προσωπικού φίλου John Gossard (Weakling, Asunder, The Gault), χάραξαν μία από τις πιο ιδιαίτερες και αναζωογονητικές πορείες της δεκαετίας κυκλοφορώντας 5 demos με full-length διάρκεια αποκλειστικά σε κασέτα (!).
Ο Wrest μετά τις περιπέτειες του με την δικαιοσύνη επέστρεψε με το μέτριο “True Traitor, True Whore” (2011) αλλά ευτυχώς το έσωσε γι’αυτήν τη δεκαετία με το “Scar Sighted” (2015).
Άλλα αξιόλογα Βορειο-αμερικάνικα σχήματα των οποίων τα βινύλια χάραξαν στα 10’s οι βελόνες των πικάπ μου: Thantifaxath, Fell Voices, Ash Borer, Ash Pool, Departure Chandelier.
Από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις ήταν η αναπάντεχη επιστροφή των αγαπημένων Antaeus με το ανελέητο”Condemnation” (2016), ενώ είχε προηγηθεί και το πολύ καλό “Satanic Audio Violence 2013 – Live at Wolf Throne Festival” (2013).
Επίσης από το Παρίσι, οι Necroblood με μερικά splits/EP’s και το μνημειώδες “Collapse of the Human Race” (2017) έδωσαν νέ(κρ)ο αίμα στο black/death, όπως την ίδια χρονιά οι συμπατριώτες Goatvermin στο “Détruire” και οι Αμερικάνοι Weregoat με το “Pestilential Rites of Infernal Fornication”.
Μιλώντας για black/death, τα “Death” (2014) και “The Baneful Choir” (2019) των Teitanblood ήταν εξόχως χαοτικά και υπερβατικά. Απόλαυσα επίσης τις τελετουργίες ομοϊδεατών όπως οι Antediluvian, Temple Nightside, Witchrist, Grave Upheaval.
Όσον αφορά το death metal αρκετά πράγματα με ενθουσίασαν. Το “Promulgation of the Fall” (2014) των Dead Congregation (φυσικά), μπάντες στις οποίες μας μύησε η Nuclear Winter Records (Drawn And Quartered, Cruciamentum, Ensnared, κλπ), oι Ulcerate, Mitochondrion, Portal, Impetuous Ritual, Bölzer, Deathcult…
Πέρα από το black metal, oι Aluk Todolo και οι Oranssi Pazuzu με έστειλαν αλλού…
Hardcore… Η δεκαετία ξεκίνησε απογοητευτικά με τους Kickback να κυκλοφορούν τον ύστατο και πιο μέτριο δίσκο της καριέρα τους, το “Et Le Diable Rit Avec Nous” (2011), ενώ εμείς περιμέναμε τον διάδοχο του καταπληκτικού “No Surrender” (2009) το οποίο είχε κλείσει τα 00’s επαναπροσδιορίζοντας το ακραίο μεταλλικό hardcore. Μας χάρισαν όμως a night to dismember στο An Club τον Οκτώβρη 2012!
Oι The Rival Mob από την Βοστώνη ήταν σίγουρα ένα από τα καλύτερα πράγματα που άκουσα στον χώρο με το λυσασμένο “Hardcore For Hardcore” (2010) και το “Mob Justice” (2013).
Η Ελληνική hardcore punk σκηνή ήταν σε οργασμό αφού εκτός από τους προαναφερθέντες Antimob, μας χάρισε τους Παροξυσμός, Sarabante, Ruined Families, Gutter, Χωρίς Oίκτο, και 3 νέα τεύχη-βίβλους του θεσμού Μούντζα zine.
Eκτός ακραίου metal και hardcore punk, οι Ελληνικές μπάντες που με απασχόλησαν περισσότερο ήταν οι The You And What Army Faction με το κινηματογραφικό no wave/post punk τους (οι βιβλιοφάγοι ας τσεκάρουν το πρόσφατο μυθιστόρημα του κιθαρίστα/τραγουδιστή τους Μάνου Ραγιάδη “Αγόρι”), οι Super Puma (με τον Δανιήλ Γουδέλη, comic artist και κιθαρίστα των hardcore ηρώων των 00’s Innermost), oι Κrause (Ελληνικό noise rock FTW!), και οι λάτρες του 90’s industrial metal/noise rock Stereo Animal.
Λίγο πιο βόρεια, οι Σκοπιανοί Od Vratot Nadolu κυκλοφόρησαν το one-sided mini-LP “Mercury” (2010), έναν από τους πιο heavy δίσκους που έχουν ηχογραφηθεί στα Βαλκάνια και ο οποίος συνίσταται στους φίλους του noise rock, sludge και post-hardcore.
Σε παρόμοια μουσικά πεδία (πλην του sludge ίσως), οι Καναδοί Ken Mode αποτέλεσαν ένα σημείο αναφοράς της δεκαετίας με 4 υπέροχα albums: “Venerable” (2011), “Entrench” (2013), “Success” (2015), “Loved” (2018).
Όπως στην περίπτωση των Timeghoul και των συνεχιστών της παράδοσης τους, χάρηκα ανακαλύπτοντας μία χούφτα μπάντες οι οποίες εμπνεύστηκαν από την κληρονομιά των καταλυτικών Νεοϋρκέζων Cattlepress. Αναφέρομαι στους Flourishing με το “The Sum Of All Fossils” (2012), Drainland, Αbsvrdist και φυσικά στους Yautja.
Σε παρόμοια θολά και πειραματικά post-hardcore/grind, noise rock, sludge ύδατα, η Βόρεια Αμερική είχε επίσης για εμάς τα labels Nerve Altar, Survivalist Deathcult, Iron Lung Records και τον γαλαξία συγκροτημάτων τους, ιδιαίτερα: Defeatist (πρώην μέλη Kalibas και Anodyne – R.I.P.) με το καταπληκτικό “Tyranny Of Decay” (2011), Column Of Heaven, Intensive Care, Water Torture, Disrotted, Haapoja, Fluoride, Radiation Blackbody, Iron Lung, κλπ.
Όπως αντιλαμβάνεστε, το πνεύμα των 00’s και των heavy πειραματισμών συγκροτημάτων που άνηκαν στο δυναμικό των Hydrahead, Relapse και άλλων (εξ’ ου και οι όχι-ιδιαίτερα-ευφυείς όροι hydrahead metal και relapse metal που μου άρεσε(ι) να χρησιμοποιώ), συνέχισε να πλανάται και να εμπνέει. Πρέπει συνεπώς να αναφερθώ στους Great Falls (πρώην μέλη Kiss It Goodbye, Undertow, Playing Enemy, Jesu) που κυκλοφόρησαν 3 δισκάρες: “Accidents Grotesque” (2014), “The Fever Shed” (2015) και “A Sense of Rest” (2018).
Oι Gridlink κυκλοφόρησαν το “Orphan (2011)”, τον επίσης υπερβατικό και υστερικό διάδοχο του “Amber Grey” (2008), αλλά τελείωσαν την πορεία τους με το πιο μέτριο “Longhena” (2014) και τον Τakafumi Matsubara να αποσύρεται προσωρινά λόγω προβλημάτων υγείας.
Oι λατρεμένοι Ελβετοί Knut κυκλοφόρησαν το ύστατο album τους “Wonder” το 2010. Εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι το χειροποίητο εξώφυλλο που έκανε ο Aaron Turner, ο οποίος μέχρι τότε ήταν κυρίως Photoshop-άς, ήταν σημαδιακό μίας αναβάθμισης της underground αισθητικής από τα ψηφιακά 00’s στα πιο hand-drawn 10’s και καλλιτέχνες όπως o Alexander L. Brown , οι σύντροφοι Viral Graphics και πολλοί άλλοι , αρκετούς από τους οποίους φιλοξένησαν οι τελευταίοι στα 2 τεύχη του Bacteria zine.
Ο κύκλος φίλων-συμμάχων-πρωτεργατών του Ross Bay Cult κράτησε ψηλά το λάβαρο της χαοτικής βλασφήμιας και στα 00’s (κακό σκυλί ψόφο δεν έχει), συνεχίζοντας την παράδοση των Blasphemy και Conqueror:
- Οι Revenge έβγαλαν δύο νέους δίσκους, τα “Scum.Collapse.Eradication” (2012) και “Behold.Total.Rejection” (2015) – ειδικά το πρώτο γάμησε!
- Oι Kerasphorus του Pete Helmkamp έβγαλαν 2 ωραία EP’s και μετά διαλύθηκαν.
- Οι Death Worship ήταν μία αναπάντεχη έκπληξη αφού σε αυτούς ένωσαν μετά από πολλά χρόνια τις δυνάμεις τους ξανά οι J. Read και Ryan Förster των Conqueror! Τα “Extermination Mass” (2016) και “End Times” (2019) είναι δύο μνημεία απανθρωπιάς που χρειαζόμασταν.
- Οι Diocletian από τη Νέα Ζηλανδία κυκλοφόρησαν το αριστουργηματικό δεύτερο album τους “War of All Against All” (2010) και μετά από αλλαγές σύνθεσης καθάρισαν τον ήχο τους, κυκλοφορώντας το πολύ καλό “Gesundrian” (2014). Μετά από μία προσωρινή διάλυση και ολοκληρωτική αλλαγή σύνθεσης έκλεισαν την δεκαετία αξιοπρεπώς αλλά σε μικρότερη φόρμα με το “Amongst the Flames of a Bvrning God” (2019).
Πέρα από το metal σαν μουσική αλλά κοντά σαν αισθητική, οι Σουηδοί Goat αιχμαλώτισαν την φαντασία μου με το concept και το afro psych rock τους, ειδικά στο “World Music” (2012). Σημειωτέον ότι πρόσφατα ένα μέλος τους κυκλοφόρησε το solo project Goatman “Rhythms”.
Τέλος, τα 10’s ήταν η δεκαετία όπου δύο hobbies μου συναντήθηκαν και συνέπραξαν. Αναφέρομαι στις σκηνές του retro computing και indie gaming, οι οποίες αναπτύχθηκαν ραγδαία και ταυτόχρονα με την άνοδο του synthwave και παρεμφερών ηλεκτρονικών μουσικών.
Θυμάμαι σαν χθες να παίζω Hotline Miami στο PlayStation Vita κάνοντας head banging και μετά σαν άλλος Γιοβανίτης να γράφω τη μουσική σε TDK κασέτα, πριν αποκτήσω τα soundtracks του Hotline Miami 1 και 2 σε δύο τριπλά οργασμικά βινύλια. Έτσι ανακάλυψα αγαπημένα σύνολα όπως τους Perturbator και M.O.O.N. – το “M.O.O.N” EΡ (2011) με τέσσερα κομμάτια από το Hotline Miami 1 είναι για μένα Ο χορευτικός δίσκος της δεκαετίας (φυσικά και τον αγόρασα σε βινύλιο για να έχω όλα τα τραγούδια μαζεμένα!) .
Έτσι σκαλίζοντας σχετικά sites, έπεσα μια μέρα στο Νewretrowave και ανακάλυψα αναπάντεχα τους FM-84, τη μπάντα που θα μου χάριζε έναν από τους αγαπημένους δίσκους της δεκαετίας: το “Atlas” (2016). H χρυσή ώρα της δύσης πότε πια δε θα ήταν η ίδια αφού έχει συνδεθεί πλέον άρρηκτα μαζί τους. Και ναι α) ομολογώ ότι κι εγώ αρχικά νόμιζα ότι τα υπέροχα φωνητικά του Ollie Wride ήταν γυναικεία, β) πέρασα ένα Σαββατοκύριακο κολλημένος στο Twitter έτσι ώστε να καταφέρω να παραγγείλω μία κόπια από την πρώτη κοπή σε βινύλιο.
Κλείνοντας, το άνωθι brain dump με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι τα 10’s ήταν λιγότερο άσχημα απ’ όσο ήθελα αρχικά να δηλώσω, αλλά παρ’όλα αυτά και με πάση υποκειμενικότητα, μου άφησαν λιγότερο έντονες συγκινήσεις και παραστάσεις απ’ ότι τα 90’s και τα 00’s.
Τα ξαναλέμε σε 10 χρόνια!
Πάνος Αγόρος

Υπήρξε μια εποχή (mid/late 00’s-early 10’s) που το Depressive Black Metal ήταν πολύ δυνατό. Θα μπορούσαμε να πούμε πως έφτασε να θεωρηθεί ακόμα και ξεχωριστό sub-genre. Κάποιος μάλιστα είχε φτιάξει και το Depressive Black Metal blog, που αποδείκνυε του λόγου το αληθές. Δυο «ιστορίες» μου έρχονται στο μυαλό, σχετικά με αυτή τη μουσική διαδρομή από εκείνη την εποχή. Θυμάμαι τον φίλο μου Ηρακλή {[(χωρίς να έχει ακριβώς αυτό το γούστο [οπαδός tool, από αφετηρία, (δε κρατήθηκα!)]} να μου λέει πως κατέβαζε κάνα βράδυ, album από εκείνο το Blog. Ήξερε τι θα βγει σε λίγο από τα ηχεία του. Δεν έψαχνε το καλό σχήμα με τις εξαιρετικές ιδέες, αλλά το ύφος, τον ήχο και την ατμόσφαιρα που θα του έδιναν τα δεδομένα μοτίβα. Θυμάμαι ακόμα τον Τόλη, στο black metal αφιέρωμα του Metal Hammer (τεύχος Νο 299, 11/2009), να λέει αναφερόμενος στο Suicidal/Depressive Black Metal: «Αυτό-ακρωτηριασμός, παραίτηση, αυτοκτονικές τάσεις και πεσιμισμός που κάνει τον Schopenhauer να μοιάζει με τον.. Walt Disney».
Η ιστορία των Γερμανών Impavida από τη Βεστφαλία δεν είναι μεγάλη και δεν έχει κάποιο πιπεράτο ενδιαφέρον, αλλά έφερε τότε, κοντά με το καταπληκτικό Logo, ένα ώριμο γεμάτο συναισθήματα ντεμπούτο. Εδώ βασιλεύει μια ιδιότυπη ηρεμία, τουλάχιστον στον δικό μου ψυχισμό. Σαν συναίσθημα μοιάζει με την ανακούφιση που νιώθεις μετά από αναπάντεχη τρομάρα ή λίγο μετά το ξύπνημα από έναν απόκοσμο εφιάλτη. Ο τίτλος του album λειτουργεί σαν υποβλητικό εργαλείο, αλλά θα πρέπει να ενδώσεις για να δουλέψει μέσα σου. Θα δεχθείς να συνάψεις και πάλι εκείνη τη παλιά συμφωνία. Μια συμφωνία που θα μπορούσε να θεωρηθεί και ηθελημένη αφέλεια. Ξέρω πως μεγάλωσες και δεν είναι πρέπων ν’ αφεθείς σε όνειρα σαν είσαι ξυπνητός. Μη κουμπώνεσαι, θα’ ναι για λίγο.
Οι συναισθηματικές αποχρώσεις της αθώας περιήγησης που ξεκινούν από την πύλη της πρώτης κοπής σε cd και διαβαίνουν τις καμάρες του υπόγειου, στη φετινή επανέκδοση σε Lp, δεν εμπεριέχουν τρόμο σε πρώτη ανάγνωση. Βαδίζοντας όμως σε τέτοια μέρη, θα περάσεις μια συναισθηματική γκάμα που τον κοντεύει. Θα μπορούσε να ιδωθεί μέσα από τις αναταράξεις του θυμικού που συνοδεύουν τη λέξη «δέος» και το μάγκωμα που επιφέρει στον ψυχισμό το ανεξερεύνητο μέρος, εν προκειμένω ένα εγκαταλελειμμένο μέγαρο ή ακόμα καλύτερα ένα μαυσωλείο. Βαδίζοντας σ’ ανεξερεύνητα μέρη, κάνεις μια αθώα περιήγηση στο σκοτάδι, που το πιθανότερο είναι να μην εμπεριέχει τίποτε. Είναι όμως το χειρότερο μέρος για όποιον κουβαλά, από παιδί, διεγερμένο φαντασιακό. Κάπως έτσι μπορούν να ζωντανέψουν ανείπωτοι τρόμοι, που ζουν μονάχα στο δικό σου μυαλό. Ωστόσο, είπαμε το πιθανότερο είναι να μην υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από εικόνες ερήμωσης, που μαθηματικά οδηγούν τη διάθεση στον τριγμό της απόγνωσης. Η απόγνωση αυτή δεν έχει να κάνει με το συναίσθημα που από λίγο ως πολύ όλοι μας έχουμε βιώσει κοινωνικά. Είναι κάτι διαφορετικό και το μόνο που μπορώ να κάνω για να σας το θυμίσω, είναι να ξυπνήσω (αν υπάρχει ακόμα) έναν πολύ παλιό φόβο. Όταν κάποτε είσαστε μικροί και οι γονείς σας άφηναν για λίγο μόνους στο σπίτι. Ένας μεγάλος κόσμος για έναν μικρό εαυτό, ικανός να μετατρέψει το παχνί της ασφάλειας σε τόπο μαγικό.
Στη πρώτη φράση του “Demons’ Eerie Flutes Accompany with the Decay of Corpses Defiled” ο Dennis Blomberg φωνάζει “Rusalka, spirit of water;”. Το όνομα αυτό προέρχεται από την Σλάβικη μυθολογία. Στις περισσότερες εκδοχές Rusalka είναι ένα νεκρό πλάσμα που δεν έχει βρει γαλήνη. Άτομα που πεθαίνουν βίαια και πρόωρα μετατρέπονται σε Ρουσάλκι. Η μυθολογία έβαλε τη γυναίκα ως κεντρικό πρόσωπο σε αυτή την ιστορία, γιατί η καταπίεση που δεχόταν ιστορικά οδήγησε αρκετά νεαρά κορίτσια ν’ αυτοκτονήσουν επειδή ήταν ανύπαντρες εγκυμονούσες. Σαφώς, η ποιητική προτίμηση θα έφερνε πιο μπροστά στη διήγηση όσες προδόθηκαν από τους εραστές τους και αφαίρεσαν τη ζωή τους. Η αλήθεια ωστόσο ήταν ωμή και ακραιφνώς κοινωνική. Rusalka είναι η οπτασία της ψυχής μιας νεαρής γυναίκας που πέθανε κοντά σε ποτάμι ή λίμνη και στοίχειωσε το μέρος. Θα της επιτραπεί να αναπαυθεί εν ειρήνη, μόνο αν πάρει εκδίκηση για το θάνατό της. Αν και η πρωταρχική της κατοικία είναι ο τόπος που έπεφτε νεκρή, έβγαινε από τα νερά τις νύχτες, σκαρφάλωνε σ’ ένα δέντρο και τραγουδούσε. Ακόμα μπορεί να καθόταν στις όχθες του ποταμού και να χτένιζε τα μαλλιά της ή να χόρευε μαζί με άλλες ρουσάλκι στα χωράφια. Η περιγραφή της έχει ως κεντρικό σημείο της μη-ορατές (μαύρες) ίριδες των ματιών της, που σχημάτιζαν μαζί με την κόρη έναν ενιαίο μαύρο κύκλο στον κατάλευκο βολβό των ματιών της. Ήταν υπερβολικά χλωμή με διάφανη επιδερμίδα και χρυσά ή πράσινα βρεγμένα μαλλιά. Δεν μπορούσε να υπάρξει πολύ εκτός νερού, γι’ αυτό είχε πάντοτε μαζί της ένα χτένι. Κάθε φορά που το χρησιμοποιούσε επικαλούνταν το υδάτινο στοιχείο, πάροχο της μεταθανάτιας ενέργειας μέχρι να ολοκληρώσει τον διακαή πόθο, την εκδίκηση. Σύμφωνα με κάποιους μύθους, αν στέγνωναν τα μαλλιά μιας Rusalka θα «πέθαινε» δίχως να έχει ολοκληρώσει το σκοπό της λύτρωσης. Τα πνεύματα ρουσάλκι προέρχονταν και από τα αβάπτιστα μωρά, συνήθως εκτός γάμου, που γι’ αυτό τον λόγο πνίγηκαν από τις μητέρες τους. Στην τελευταία εκδοχή, αυτά θα έπρεπε να εκδικηθούν τη μητέρα που τα φόνευσε.
Πέρασαν έντεκα χρόνια από το ντεμπούτο και οι Impavida επιστρέφουν στα κόκκινα, κοιτώντας με ειλικρίνεια τον ακροατή. Πρόσκληση, σ’ όποιον θέλει να καλπάσει μαζί τους σε μοντέρνους αλλά -ακόμα- true ορίζοντες. Ξεκινώντας από την αναφορά εκ προοιμίου, την πυγμή, το ύφος τους μοιάζει περισσότερο με τη Suicidal Black Metal λογική. Αν θέλουμε να βάλουμε ένα σημείο διαχωρισμού ανάμεσα στο Suicidal και το Depressive, είναι η χρήση ταχύτητας συν ένας extra οδυρμός στα φωνητικά, που ορισμένες φορές ξεπερνά τα εσκεμμένα μελαγχολικά (ψυχικά) τοπία πιάνοντας τις ανηφοριές της οργιαστικής μέθης για φρίκη. Αυτό ακριβώς συμβαίνει κι εδώ. Οι Γερμανοί όμως δεν επέστρεψαν μ’ έναν τυπικό δίσκο για να πάρουν τη θέση τους στα χαρακώματα της απαλεψιάς. Τα εξαιρετικά riff δημιουργούν έναν χαοτικό στρόβιλο μέσα στον οποίο ο νεόφερτος «τραγουδιστής» (εκ των Η.Π.Α) που φέρει το ψευδώνυμο “He, Who Walketh the Void” θα ουρλιάξει αβασάνιστα, δίχως περισπασμό. Στην ακατάπαυστη πορεία οι κιθάρες λιμνάζουν με άριστο τρόπο. Αρχικά μ’ ελαχιστοποίηση της ταχύτητας που σε κάνουν να νιώθεις πως θα ξαναπιάσουν πορείες, μα τελικά με άρτιες μελωδίες ομοιόμορφα μέσα στη ροή. Δεν αργεί όμως να ξεκινήσει και πάλι το κρεσέντο, μ’ εξαιρετικά riff που δημιουργούν όλους εκείνους τους χρωματισμούς που θα λειάνουν όσο χρειάζεται τον ακιδωτό χαρακτήρα της προσπάθειας, βρισκόμενα πίσω από κάθε στροφή της σφοδρής δίνης που σχηματοποιεί η μουσική με τα φωνητικά. Στις επιρροές δεν είναι (ευτυχώς) οι πρόσφατοι Lantlôs (μέχρι και το “.Neon” μετράνε) του έτερου Καππαδόκη Markus Siegenhort (ex-Impavida). Ωστόσο, υπάρχουν riff που μπορεί να θυμίσουν τους Sun Worship στο “Elder Giants” ή τους Αμερικάνους Barbelith του “Mirror Unveiled” (πολύ ενδιαφέρον post/black metal με απρόσμενη δύναμη για το συγκεκριμένο sub-genre και αξιοπρόσεκτες τεχνικές αρετές) όπως οι ίδιοι αναφέρουν με τόλμη (όταν είσαι λίγο πιο παλιός και βάζεις ως έμπνευση κάποιον νεότερο, μετράς διπλά). Παράλληλα όσο αναφορά την έμπνευση στη harsh πλευρά της μουσικής του, ο Dennis υπέδειξε τα “Banished From Time“ του
Τέλος, το ιδιαίτερο εξώφυλλο του Stephen Wilson (Porcupine Tree) ο οποίος περιγράφει τη δουλειά του μέσα από το τρίπτυχο των φράσεων “Self negation, life and death, creation and destruction” είναι εδώ για να εκφράσει τους δύο αντίθετους πόλους. Το σώμα είναι χωρισμένο σε δυο μέρη, το ένα εκπροσωπεί την συντήρηση και το άλλο την καταστροφή της ζωής. Υπάρχει μια εξαιρετική χρήση του λευκού και του γκρίζου, στον μαύρο καμβά, με την ανθρώπινη σιλουέτα όμως να μη βγάζει το ακριβές συναισθηματικό πλαφόν που θα επιθυμούσα. Υπάρχει ωστόσο ένα ακόμα σχέδιο του Wilson στο in-lay (που βλέπετε εδώ στ’ αριστερά) και θα έλεγα πως ενώ δεν εμπίπτει στο concept του album, βγάζει περισσότερα συναισθήματα που εξυπηρετούν το ύφος.
Υπάρχουν αρκετά Depressive/suicidal black metal project που μπορείς ν’ απολαύσεις εν είδη soundtrack. Ο τρόπος δεν αναιρεί το ύφος, ωστόσο το συγκεκριμένο sub-genre είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μπορεί να λειτουργήσει άψογα ως ambient κατευόδιο, ειδικότερα τις πρωινές ώρες πριν τη χαραυγή. Στις δικές μου ακροάσεις το ντεμπούτο του Veineliis “Strained Movements Towards Imminent Death” που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά (2008) με το ντεμπούτο των Impavida έχει ακριβώς αυτό τον ρόλο. Ο Γερμανός από το Schwedt του Brandenburg σχηματίζει μελωδικά noise walls σε mid/slow tempos κι έπειτα δυναμιτίζει την πλοκή τους με ταχύτητες αλλά και αντιστρόφως. Η διαδικασία είναι κυκλική και σα καταλάβεις τι ακριβώς κάνει ίσως φανεί κι επιληπτική. Οι τίτλοι των κομματιών, κάποιοι στίχοι στ’ αγγλικά και τα liner notes στο Lp δίνουν περισσότερα σημεία για εμβάθυνση φτάνοντας τον ακροατή ως και τη συνοδοιπορία με τον καλλιτέχνη (π.χ “When Euphoria Turns into Despair”, “Indifference and Disdain”). Συναισθηματικά υπάρχει ένα καταθλιπτικό σύννεφο που κινείται απειλητικά, ως ζοφερό πέπλο διαφοροποίησης του ψυχισμού σου. Εξαρτάται όμως από το ποιος είναι ο δέκτης. Προσωπικά, νιώθω αυτό το album σαν ενήλικο χουζούρεμα. Γνωρίζω πως είναι περίεργος αυτός ο χαρακτηρισμός, αλλά σ’ ένα μυαλό/ψυχισμό που δεν βρίσκεται στο τέλμα της ψυχολογικής πίεσης, το νοητικό/συναισθηματικό γινόμενο μπορεί να είναι πολύ διαφορετικό από τον σκοπό του καλλιτέχνη. Στα παραπάνω συνηγορεί και το γουργουρητό που κάνουν τα riff σε συνδυασμό με τον ήχο στα τύμπανα, που μοιάζει σα καρδιακός σφυγμός και αποκαλύπτει τους κλυδωνισμούς της διάθεσης που θέλει να σε ταξιδέψει.
Η μουσική έρχεται πάντα πρώτη. Αν δεν υπάρχουν ήχοι να δημιουργήσουν τοπίο, δεν βρίσκω νόημα να γράψω στίχους. Επίσης, αν δεν νιώθω μια εσωτερική κλωτσιά να βάλω μια δόνηση σε νότες, δεν βρίσκω νόημα να γράψω μουσική.


Autopsy: Άντε τώρα να πεις ποιό από τα 4 πρώτα είναι το καλύτερο… Για τις ανάγκες του νεου album το “Mental Funeral” έδωσε το στίγμα. Ψυχεδελικά κρύα ατμόσφαιρα, άρρωστοι στίχοι και ερμηνείες, τελετουργικά ενοχλητικές αρμονίες, παράφωνες ακουστικές κιθάρες… Πολύπλευρο Death Metal, όπως ακριβώς θέλουμε και τους Dysemblem. Το εξώφυλλο από μόνο του αποτελεί αστείρευτη πηγή έμπνευσης.
Paradise Lost: Ξανά, άντε να βρεις ποιό από τα 5 πρώτα είναι το καλύτερο… Από άποψη ήχου και συνθετικής προσέγγισης όμως, θα έλεγα ότι το “Lost Paradise” είναι πιο κοντά στο “Autotomy”. Σαφώς death metal αλλά και ανοιχτό σε άλλα είδη, από thrash και heavy μέχρι doom και grind. Αιχμηρά riffs κι αφιλόξενη ατμόσφαιρα που δημιουργούν το τέλειο έδαφος για τα νεκρικά φωνητικά και τους αλλόκοτους στίχους. Απίστευτο εξώφυλλο επίσης, και θέλω να πιστεύω ότι συγγενεύει λίγο με του “Autotomy” όχι μόνο στα concepts και την αισθητική τους αλλά και στο ότι είναι ανοιχτά σε πολλές ερμηνείες.
Οι Dysemblem υπάρχουν για να μετατρέπουν τη θλίψη σε γιορτή και τον αρνητισμό σε υπερηφάνεια. Η κατάθεσή μας στρέφει τη βία και την αντίσταση προς την ασχήμια της ανθρώπινης ψυχής και έτσι λειτουργεί σαν μαχαιριά τόσο για τους άλλους όσο και για τον εαυτό μας. Αν αγγίξει κάποιους, αποστολή εξετελέσθη.






Στην δεύτερη πλευρά έχουμε μία συμπαγή οντότητα: τα 6 κομμάτια τα οποία αναφέρονται σαν “The Armageddon Blues Sessions” και τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες κυκλοφορίες.
a guarantee. Now I don’t care if you’re the pope of Rome, President of the United States or Man of the Year; somethin’ can all go wrong. Now go on ahead, y’know, complain, tell your problems to your neighbor, ask for help, ‘n watch him fly. Now, in Russia, they got it mapped out so that everyone pulls for everyone else… that’s the theory, anyway. But what I know about is Texas, an’ down here… you’re on your own.












Το Αίμα έχει πάντα μονολιθικό concept. Έτσι και εδώ οι στίχοι ήθελα να ‘ναι απλοί χωρίς να παραπέμπουν στον «σοφιστικέ» αποκρυφισμό του σημερινού black metal. Προσπάθησα να πιάσω την “αφελή” σατανίλα της πρώτης περιόδου. Οι στίχοι κυμαίνονται σε διάφορα θέματα, από χύμα μέχρι λαογραφικές και θρησκευτικές αναφορές, κυρίως από την αποκάλυψη του Ιωάννη. Tο “Poison communion and real flesh” βασίζεται σε μια λαογραφική ιστορία από τον τόπο καταγωγής μου. Η δοξασία έλεγε πως κάποιος πολύ κακός άνθρωπος που κακοποιούσε την οικογένεια και τους συγχωριανούς του, πήγε μετά τη σαρακοστή να κοινωνήσει. Με την κατάποση, η θεία κοινωνία μετατράπηκε μέσα στο στόμα του σε δηλητήριο με αληθινές σάρκες. Tο “Roar of the animal” αναφέρεται στην γενετική, τη προσπάθεια του ανθρώπου μέσα από την επιστήμη ν’ αναστήσει ένα ζώο το οποίο έχει εξαφανιστεί από την γη και όταν το καταφέρνει δεν μπορεί να δαμάσει τη δύναμή του. Στο παρελθόν έχω κάνει ξανά κομμάτι για την επιστήμη, στο “cryonics for a fallen god” περιγράφω μια ιστορία, όπου οι επιστήμονες προσπαθούν με κρυογονική να διατηρήσουν το σώμα ενός ημίθεου. Ένα από τα θέματα που μου αρέσουν ιδιαίτερα είναι το πώς ο άνθρωπος μέσω της επιστήμης προσπαθεί να επιβληθεί στην φύση και να φτάσει την θέωση, που όλες οι θρησκείες έχουν ως ανώτατο σκοπό ζωής. Στις ιστορίες αυτές, συνήθως χάνει τον δρόμο του, παρακάμπτει τον Θεό και γίνετε “έκπτωτος”. Αυτό που πρέπει να σημειώσω είναι πως οι περισσότεροι από τους στίχους ξαναγράφτηκαν, γιατί στην αρχική τους μορφή είχαν γίνει περίπλοκοι για το concept. Ήθελα να ναι τελείως απλοί, δεν μ’ ενδιαφέρει αν θα φανούν αστείοι η παιδικοί. Καθετί έχει την θέση του και προσωπικά ξέρω γιατί είναι εκεί και αυτό μου φτάνει.
Είναι ίσως οι πρώτοι που ασχολήθηκαν συστηματικά με αυτόν τον ήχο στην Ελλάδα. Τελείως χύμα συνθέσεις και βάρβαρα φωνητικά. Είχαν την πρωτοτυπία να πάρουν το war concept αυτού του ιδιώματος και να το μεταφέρουν στην αρχαία Ελλάδα, μιλώντας για μάχες του παρελθόντος και αρχαία ελληνική μυθολογία. Τα κλισέ του είδους τα έχουν διατηρήσει στο ακέραιο και ο frontman Iapetos είναι από τις πιο εμβληματικές φιγούρες της ελληνικής σκηνής. Όλα είναι στην θέση τους, τεράστιες ταβανοπροκες, αντιασφυξιογόνες μάσκες, πολυβόλα και η αίσθηση του Ross Bay μέσα από το αρχαιοελληνικό πρίσμα. Θεωρώ πως η συγκεκριμένη κυκλοφορία είναι η πιο εμβληματική, λόγω της μικρής διάρκειας και της σχεδόν one take προσέγγισης.
Αυτή η κυκλοφορία είναι ίσως η καλύτερη που έχει βγει ποτέ, από τον συγκεκριμένο ήχο, στην ελληνική σκηνή. Γενικά σαν σχήμα έχει τρομερά cult status, που ακόμα και πιονέροι του συγκεκριμένου είδους έχουν προσκυνήσει στη συγκεκριμένη κυκλοφορία. Όταν το ακούς πραγματικά νιώθεις ότι ηχογραφήθηκε Τότε στον Καναδά. Βάρβαρο όσο δεν πάει και η εισαγωγή με τα πλήκτρα πραγματικά σε στοιχειώνει. Το Moyen-ικό εξώφυλλο δεν αφήνει περιθώρια σε κανέναν να μην καταλάβει τι παίζει, ακόμα και αν δεν το έχει ακούσει. Φημολογείται ότι υπάρχει αρκετό ηχογραφημένο υλικό που δεν έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Μπάντα θαμμένη στα υπόγεια. Γαμάτο!
Λένε πως το σχήμα ήταν από Θεσσαλονίκη, έτσι γράφει και το διαδίκτυο, αλλά δεν παίρνω όρκο. Είχαν βγάλει μόνο αυτήν την κασέτα, η οποία έχει απίστευτο υλικό. Ήταν λίγα χρόνια πριν αναβιώσει το συγκεκριμένο είδος, με φοβερές και πολύ σκοτεινές συνθέσεις. Υπάρχει ένα touch από ελληνικό ήχο. Μνεία πρέπει να γίνει και στο τίγκα γραφικό εξώφυλλο, το οποίο θεωρώ ότι πιο ταιριαστό. Φωτογραφίες με γυαλιά και corpsepaint, όπως όλοι ξέρουμε ποιοι. Πολλοί θεωρούν αυτή τη κασέτα σα την καλύτερη κυκλοφορία από την Ελλάδα σε αυτόν τον ήχο. Μπορεί και να είναι έτσι. Πάντως, παρόλο που το σχημα δεν έχει ξαναεμφανιστεί από τότε, δισκογραφικά έχει αφήσει ανεξίτηλο σημάδι με αυτήν την κυκλοφορία.
You must be logged in to post a comment.