Were YOU a witness; Lingua Ignota “Caligula”

Αν ο χωροχρόνος ήταν μια παράμετρος που θα μπορούσαμε να αψηφήσουμε (με μεθόδους πέρα από τη φαντασία μας η άλλες διανοητικές ασκήσεις εννοώ), ένα από τα μέρη που θα ήθελα να παραστώ θα ήταν ο καθεδρικός ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Νέα Υόρκη, στις 12 και 13 Οκτωβρίου του 1990 συγκεκριμένα: τότε δηλαδή, που ηχογραφήθηκε το Plague Mass live album της Diamanda Galas. Η ιστορία γύρω από το album είναι λίγο πολύ γνωστή (όπως και η γενικότερη ακτιβιστική δράση της Galas), δηλαδή πως η performance μέσα στο ναό αποτέλεσε προφανώς ένα κατηγορώ απέναντι στην-τότε-αδιαφορία των θρησκευτικών και πολιτικών αρχών απέναντι στην πρόληψη και αντιμετώπιση του AIDS. Το Plague Mass είναι προφανώς μια λειτουργία και η ερμηνεία της μέσα στον καθεδρικό ναό ήταν επί της ουσίας ένας τρόπος να επαναπροσδιορίσεις και να στρέψεις τα μέσα του “εχθρού” εναντίον του: την ακουστική/αρχιτεκτονική υποβλητικότητα του χώρου, τους θρησκευτικούς/μεταφυσικούς/ενοχικούς συνειρμούς που προκαλεί ένα τέτοιο μέρος (είτε είσαι πιστός είτε όχι), το ότι απευθύνεται στο κοινό σε πρώτο πρόσωπο σαν να κηρύττει, την ίδια την εξοντωτική (για το δέκτη) φύση της ερμηνείας της.

(όταν ντύνεσαι όλη τη βρωμιά του κόσμου προκειμένου να τη στρέψεις πίσω στα πλαίσια μιας performance, είναι λογικό να μοιάζεις κάπως έτσι)

Κοντολογίς, το Plague Mass σου ρουφάει την ενέργεια καθώς το ακούς να διαπερνάει το χωροχρόνο και τα ακουστικά/ηχεία και να σε κοιτάζει κατάματα μέσα σου, εκπέμποντας την δίκαιη οργή του, συνεπώς μόνο να φανταστώ μπορώ πόσο έντονη εμπειρία θα ήταν για τους παρευρισκόμενους.

Η Διαμάντω επί το έργο © Ebet Roberts, 1990

Η Lingua IgnotaKristin Hayter, συμβατικά) λοιπόν, περισσότερο χρησιμοποιεί εκφραστικά/αισθητικά εργαλεία παρόμοιας νοοτροπίας και στρατηγικής με την Galas-σε συγκεκριμένο θεματικό πεδίο και άλλο ηχητικό πλαίσιο φυσικά-παρά παίζει με την αντίθεση του ιερού/αγνού με το μολυσμένο/ανίερο από την οπτική του μύστη (όπως συχνότερα αγαπάμε/συνηθίζουμε στην κουλτούρα μας, όσοι από εμάς έχουμε extreme metal αλλά και μάλλον πιο συγκεκριμένα μαυρομεταλλικές καταβολές) κι αυτό είναι κάτι που με τη μια μου χτύπησε όταν άκουσα το αρκετά καλό All Bitches Die τέλη του 2017 και το παρουσίασα στο Underground Kommandoz του Metal Hammer Φεβρουαρίου 2018, με το όνομα της ήδη να συζητούνταν σε underground κύκλους (λίγους μήνες μετά το album θα επανακυκλοφορούσε από την Profound Lore και θα ξεκινούσε μια πιο επίσημη προώθηση). Το ότι αργότερα έμαθα πως η πτυχιακή της εργασία για το Master Καλών Τεχνών της περιλάμβανε μια εννοιολογική ταύτιση μέσω μιας μαθηματικής συσχετιστικής μεθόδου, στίχων αισθητικού μισογυνισμού από extreme μπάντες με δικαστικά έγγραφα/αστυνομικές αναφορές/ηχητικά ντοκουμέντα από της δικές της εμπειρίες ως θύμα κακοποιητικής σχέσης (το οποίο αφορά και τον κύριο στιχουργικό ερέθισμα του μουσικού της project έως τώρα, ως γνωστόν) απλά συμπλήρωσε ιδανικά την παραπάνω αίσθηση και εικόνα, όπως και η δραστηριοποίηση της στον ευρύτερο noise/experimental χώρο φυσικά.

Αυτά όμως ίσχυαν μέχρι τον Ιούλιο του 2019, καθώς το φετινό full-length της ονόματι Caligula, δείχνει το industrial/noise/neoclassical ύφος της να διευρύνεται σημαντικά αλλά και να ολοκληρώνεται ως όραμα, όντας μια δουλειά που δεν είμαι σίγουρος σε τι βαθμό έχουμε ακούσει παρόμοια, ως τελικό απόσταγμα.Μια τρόπο τινά κυριολεκτική ηχητική Lingua Ignota στην ευρύτερη extreme σκηνή;Όχι, αλλά ναι παράλληλα.

Το Caligula δείχνει την Hayter να εισάγει έγχορδα (τσέλο/βιολί) καθώς και φυσικά τύμπανα και κρουστά σε σημεία, να χρησιμοποιεί επιρροές από black metal(σε κάποιες φωνητικές ερμηνείες, χρήση κρουστών αλλά και ενορχηστρώσεις, λόγου χάρη στα Days Of Tears And Mourning και Spite Alone Holds Me Aloft, ή στα “υπο-blasts” του If My Poison Won’t Take You My Dogs Will), sludge (σε κάποια heavy σημεία με τύμπανα και στρώματα θορύβου τα οποία θα φέρουν συνειρμικά και μάλλον αναμενόμενα το αδελφικό σχήμα των The Body, των οποίων ο Lee Buford συμμετέχει εδώ επίσης, μεταξύ άλλων εκλεκτών συντελεστών), εκκλησιαστική μουσική και μεσαιωνικές μελωδίες, να έχει γενικότερα μια πιο ψυχωμένη φωνητική απόδοση σε σχέση με τα δύο προηγούμενα πονήματα της που σε συνδυασμό με το ούτως η άλλως φορτισμένο (και πιο απλωμένο σε ερμηνείες,αναφορές και συμβολισμούς πάντως) στιχουργικό περιεχόμενο οδηγεί έως και σε ανατριχιαστικά αποτελέσματα (αποκορύφωμα ο παντελώς στοιχειωτικός επίλογος I Am The Beast, αν και μπορούν να αναφερθούν οι περισσότερες συνθέσεις) και εν τέλει σε ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα με δική του προσωπικότητα και μια δουλειά που θα χαρακτηρίσει τόσο την-ποιοτικότατη παρεμπιπτόντως-χρονιά που διανύουμε αλλά και τη δεκαετία που φεύγει.

Απομένει να τα διαπιστώσουμε αυτά και δια ζώσης όπου ελπίζω όχι μόνο να του κόψει κάποιου διοργανωτή να κανονίσει ένα event για να τη δούμε ζωντανά σε οποιοδήποτε κλειστό χώρο στην Ελλάδα, αλλά ιδανικά να του κόψει αρκετά ώστε να γίνει στην Αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Παύλου στην Αθήνα (όπου ως γνωστόν πραγματοποιούνται μουσικά events πειραματικής και λιγότερο πειραματικής μουσικής κάθε χρόνο).

Είμαι σίγουρος πως ο συναισθηματικός απόηχος-ή το πνεύμα, αν προτιμάτε-που γέννησε το βίωμα των παρευρισκόντων στο event της Galas το 1990 στη Νέα Υόρκη, θα είναι εκεί.

label

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s