Στους πρόποδες του χειμώνα μίλησα με τον Aees για το δεύτερο album των Dysemblem, “Autotomy” που πρόσφατα κυκλοφόρησε η III Damnation Productions. Παρακάτω θα βρείτε όλα όσα μου είπε, χωρισμένα σε πέντε κεφάλαια.
Κεφάλαιο πρώτο, Μουσική..
Η μουσική έρχεται πάντα πρώτη. Αν δεν υπάρχουν ήχοι να δημιουργήσουν τοπίο, δεν βρίσκω νόημα να γράψω στίχους. Επίσης, αν δεν νιώθω μια εσωτερική κλωτσιά να βάλω μια δόνηση σε νότες, δεν βρίσκω νόημα να γράψω μουσική.
Το να βρω κάτι να με «κλωτσήσει» δεν είναι ποτέ αυτοσκοπός. Για να είναι αυθεντικό, πρέπει να έρχεται σαν φυσική ανάγκη – και συνήθως έρχεται σε απροσδόκητες στιγμές. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική δημιουργία συνδέεται με κάτι που όντως κυνηγάω – να κρατήσω μακριά την μιζέρια της ζωής. Παράλληλα για τον ίδιο σκοπό θα περάσω και σε άλλες δραστηριότητές όπως οι επισκέψεις σε μουσεία, το διάβασμα, οι πολεμικές τέχνες ή και πιο απλά πράγματα όπως οι βόλτες σε νέους τόπους. Όλα αυτά μου δίνουν παραπάνω ερεθίσματα, τα οποία βοηθούν με τη σειρά τους την «κλωτσιά» να έρθει.
Μουσικά, βλέπω τους Dysemblem σαν σχήμα με κεντρικό άξονα το Death Metal. Πάνω σε αυτόν έρχονται να προστεθούν επιρροές από άλλα είδη μουσικής, από παραδοσιακό heavy metal, doom, black, thrash αλλά και blues, 60 ’s-70 ‘s rock, ορχηστρικά soundtracks και κλασσικούς συνθέτες. Όλα αυτά βέβαια μόνο αν χωράνε στο πρίσμα της δυσφορίας μέσα στο οποίο λειτουργούμε.
Από την αρχή, σκοπός για τους Dysemblem ήταν να δώσουν ένα death metal πρόσωπο στο εσωστρεφές black metal της πρώτης και της δεύτερης περιόδου (Bathory, Celtic Frost, Darkthrone, Beherit), ή αντιστρόφως ένα εσωστρεφές black metal πρόσωπο στο σκοτεινό death metal των Autopsy, Bolt Thrower, Morbid Angel και Necrophagia.
Με το καινούριο άλμπουμ θέλαμε να κρατήσουμε αυτή την οδό αλλά και ν’ ανοίξουμε λίγο περισσότερο τον ορίζοντα αυτού του εγχειρήματος. Προσωπικά δεν βρίσκω νόημα στην μίμηση ενός ύφους, δε μου αρέσει ο περιορισμός σ’ ένα καλούπι ούτε πάλι θεωρώ πως υπάρχουν τρόποι παιξίματος που δεν χωράνε σε αυτό τον ήχο. Η μουσική υπάρχει για να εκφράζει εμάς, όχι το αντίστροφο. Όλο αυτό έγινε όμως με απόλυτο σεβασμό και αγάπη για τον ήχο, αφού δεν έχω καμία διάθεση να παρουσιάσω μουσική, που σαν ακροατής δεν θα της έδινα το χαρακτηρισμό του death, doom ή έστω γενικά του ακραίου metal.
Κεφάλαιο Δεύτερο, Στίχοι..

Στο “Autotomy” η προσέγγιση είναι αρκετά αφαιρετική αλλά όχι αόριστη. Πλάσματα της φαντασίας συναντούν πλάσματα της μυθολογίας, έννοιες της ψυχολογίας, στοιχεία της φύσης και όργανα πάλης και τομής. Όλα αυτά έρχονται να μεταδώσουν συναισθήματα και σκέψεις μ’ έναν άγριο και προκλητικό τρόπο, καλώντας τον ακροατή να γεμίσει τα κενά που επίτηδες υπάρχουν εκεί.
Είμαι σχετικά παραδοσιακός στη στιχουργική μου προσέγγιση. Μια ωραία ομοιοκαταληξία, μια ενδιαφέρουσα παρήχηση, μια στρωτή δομή είναι πάντα καλοδεχούμενα αλλά όχι και απαραίτητα. Πολλά ξενύχτια και πρωινά αφιερώθηκαν στο να βρω τις κατάλληλες λέξεις – τις λέξεις που μετέφεραν το νόημα που ήθελα, που κάθονταν καλά στο μέτρο και τη γλώσσα και θα κέντριζαν το ενδιαφέρον. Ειδικά για το “Shining Torment” πέρασα μήνες φτιάχνοντας προσχέδια τα οποία τελικά κατέληξαν στα σκουπίδια, αφήνοντας πίσω τους αυτό το πολύ μικρό απόσπασμα που βρίσκεται στον δίσκο. Για το “Charge” ακόμα θυμάμαι ακριβώς την διαδικασία. Για 3 μέρες στη σειρά ξυπνούσα γύρω στις 5 το πρωί με λέξεις που στριφογύριζαν στο κεφάλι μου, σηκωνόμουν με αγωνία για να μη τις ξεχάσω, καταλήγοντας να περνάω ώρες πάνω απ’ το χαρτί αλλάζοντάς τους θέση και μορφή για να συνοδέυσουν τη μουσική.
Στο καινούριο άλμπουμ χρησιμοποίησα πολλές τεχνικές από κείμενα που έχουν γραφτεί για να διαβάζονται φωναχτά: προσευχές και χαιρετισμούς της Ορθόδοξης εκκλησίας, αυτοκρατορικές αναγγελίες, στρατιωτικές εντολές, παραμύθια, έπη και άλλες μορφές παραδοσιακής λογοτεχνίας. Μια άλλη τεχνική που ξεκίνησε από το “Some Never Do” demo και συνεχίζει ως και το “Autotomy” είναι η αναφορά, παραλλαγή ή οικειοποίηση αποσπασμάτων ή φράσεων από το γενικότερο χώρο του rock/metal. Στο καινούριο άλμπουμ λοιπόν έχουμε αναφορές σε Blasphemy, Celtic Frost, Hawkwind, Manowar, Marduk, Morbid Angel και φυσικά Black Sabbath.
Έτσι όπως έχουν τοποθετηθεί τα κομμάτια σκιαγραφούν, όχι τόσο μια ιστορία, όσο μια αλλαγή στάσης. Ξεκινώντας από το “Funerary Sceptre” που μιλάει για την απόλυτη παραίτηση και αυτοκαταστροφή, κινούνται σε παρόμοια αλλά όλο και πιο ενεργητικά θέματα μέχρι να φτάσουν στο “Unquiet Peace” και τη συνειδητοποίηση που εκφράζει, για να συνεχίσουν στη διακήρυξη ανυποταγής με το “Charge” και το “Lava Prayer”. Στη συνέχεια έχουμε τη δυάδα της οργής “Vultures” και “Shining Torment” μέχρι τον εορτασμό του πόνου στο “Death Sabbath”.
Κεφάλαιο Τρίτο, Αισθητική..
Παρόλο που οι Dysemblem είναι metal σχήμα, η αισθητική τους έχει (εν μέρει συνειδητά) διαμορφωθεί σε κάτι σχεδόν έξω-μεταλλικό. Για τη μουσική που γράφω προτίμησα να χρησιμοποιήσω ένα φόντο που να παραπέμπει περισσότερο σε άλλες μου αγάπες, όπως π.χ. οι πίνακες του Hieronymus Bosch, του Francisco Goya και του Otto Dix· οι ταινίες του Hitchcock, του Bergman και του Carpenter· ή αισθητική που παραπέμπει σε group όπως Killing Joke ή Crass. Τα demo συγκεκριμένα είναι ξεκάθαρα προς την κατεύθυνση των τελευταίων, με εξώφυλλα που εστιάζουν σ’ ένα απλό σύμβολο πάνω σε άσπρο φόντο. Τα εξώφυλλα των singles (“ICXC” και “The Axeman”) κινούνται σε Carpenter-ική αισθητική, ενώ για το ντεμπούτο (“Strength of Giants”) χρησιμοποίησα έναν πίνακα του Goya μαζί μ’ ένα σκίτσο των Viral Graphics, που κινείται σε πλαίσια Bosch/Dix λογικής.
Για το νέο άλμπουμ, η συνεργασία με τους Viral Graphics αποδείχτηκε καταλυτική σε αυτό τον τομέα. Η αρχική μου ιδέα ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που κατέληξε στο άλμπουμ. Μέσα από συζητήσεις με τους γραφίστες, βρέθηκα να περιγράφω κάτι σχετικό με αυτό που βλέπεις στο εξώφυλλο. Το συζητήσαμε πολύ, καταλήξαμε σε λεπτομέρειες σχετικά με το concept, και στη συνέχεια μου το παρουσίασαν και με άφησαν με ανοιχτό το στόμα!

Το εξώφυλλο απεικονίζει έναν άνθρωπο στη μέση μιας αφιλόξενης ερήμου. Έχει πέσει στα γόνατα εξαντλημένος και όρνεα τον πλησιάζουν απειλητικά. Αυτό παρουσιάζει αρκετά πιστά το πώς ένιωθα την καθημερινότητά, μέσα στα χρόνια της δημιουργίας του αλμπουμ. Το σώμα του είναι σκισμένο από μια ακτίνα που τον συνδέει με το σύμπαν. Αυτό αντανακλά και τον τίτλο του άλμπουμ. Αυτοτομή, είναι η διαδικασία του ν’ αφαιρείς μέρος του εαυτού σου. Σα λέξη φέρνει μαζί της έννοιες πόνου, θέλησης, ανάγκης, θανάτου, αλλαγής και συνέχισης της ζωής.
Η άλλη εικόνα που κοσμεί τον δίσκο, το φλεγόμενο όρνεο, είναι μεν απόρροια των στίχων του άλμπουμ (“Vultures”) αλλά φυσικά και μια ευθεία αναφορά στο “Screaming for Vengeance” των Judas Priest. Σε αυτό όμως δεν είχα καμία ανάμιξη – είναι καθαρά έμπνευση του δημιουργού, με τον οποίον όμως μοιραζόμαστε μεγάλη αγάπη για τους metal gods!

Κεφάλαιο Τέταρτο, Έμπνευση..
Η φύση είναι μια μόνιμη πηγή έμπνευσης, κυριώς όμως για το “Autotomy” στράφηκα στη χλωρίδα και την πανίδα της πόλης – αυτοί οι καταδικασμένοι μικρόκοσμοι.
Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι ακόμα μία! Τόσο σαν φιλόσοφος όσο και σαν λογοτέχνης με καθηλώνει με την γλώσσα του και το εγχείρημά του να φέρει κοντά έννοιες του φυσικού και του υπερ-φυσικού. Ειδικά με το έπος του «Ο Τελευταίος Πειρασμός» παρουσίασε ένα έργο που αψηφά τον χρόνο. Επίσης, η αλληλογραφία του με την εκκλησία της εποχής του, είναι από τις πιο επαναστατικές εκφάνσεις της Ελλάδας του 20ου αιώνα.
Κυρίως όμως, το Μεταλ! Στο χώρο μου βρίσκονται εκτεθειμένα συνεχώς πολλά άλμπουμ, εξώφυλλα από σχήματα ό,τι είδους metal μπορείς να φανταστείς (εκτός από ξεκάθαρα, ολοστρόγγυλα, μονοδιάστατα NS), που αλλάζουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, και θέλοντας ή μη διαμορφώνουν την έκφραση των Dysemblem. Καλλιτέχνες όπως οι Judas Priest, Iron Maiden, Darkthrone, Bathory, Aura Noir, Burzum, Iced Earth, Sepultura, Antaeus, Hellhammer, Immolation, Von, Black Witchery, Paradise Lost, Autopsy, κ.α. έχουν προσφέρει έργα τέχνης που μπορώ να ακούω και να κοιτάω με τις ώρες.
Τα δύο τελευταία συγκροτήματα που ανέφερα αποτέλεσαν και τα βασικά σημεία αναφοράς για τη δημιουργία του “Autotomy”.
Autopsy: Άντε τώρα να πεις ποιό από τα 4 πρώτα είναι το καλύτερο… Για τις ανάγκες του νεου album το “Mental Funeral” έδωσε το στίγμα. Ψυχεδελικά κρύα ατμόσφαιρα, άρρωστοι στίχοι και ερμηνείες, τελετουργικά ενοχλητικές αρμονίες, παράφωνες ακουστικές κιθάρες… Πολύπλευρο Death Metal, όπως ακριβώς θέλουμε και τους Dysemblem. Το εξώφυλλο από μόνο του αποτελεί αστείρευτη πηγή έμπνευσης.
Paradise Lost: Ξανά, άντε να βρεις ποιό από τα 5 πρώτα είναι το καλύτερο… Από άποψη ήχου και συνθετικής προσέγγισης όμως, θα έλεγα ότι το “Lost Paradise” είναι πιο κοντά στο “Autotomy”. Σαφώς death metal αλλά και ανοιχτό σε άλλα είδη, από thrash και heavy μέχρι doom και grind. Αιχμηρά riffs κι αφιλόξενη ατμόσφαιρα που δημιουργούν το τέλειο έδαφος για τα νεκρικά φωνητικά και τους αλλόκοτους στίχους. Απίστευτο εξώφυλλο επίσης, και θέλω να πιστεύω ότι συγγενεύει λίγο με του “Autotomy” όχι μόνο στα concepts και την αισθητική τους αλλά και στο ότι είναι ανοιχτά σε πολλές ερμηνείες.
Κεφάλαιο Πέμπτο, Κατακλείδα..
Οι Dysemblem υπάρχουν για να μετατρέπουν τη θλίψη σε γιορτή και τον αρνητισμό σε υπερηφάνεια. Η κατάθεσή μας στρέφει τη βία και την αντίσταση προς την ασχήμια της ανθρώπινης ψυχής και έτσι λειτουργεί σαν μαχαιριά τόσο για τους άλλους όσο και για τον εαυτό μας. Αν αγγίξει κάποιους, αποστολή εξετελέσθη.
https://iii-damnationproductions.blogspot.com/







Στην δεύτερη πλευρά έχουμε μία συμπαγή οντότητα: τα 6 κομμάτια τα οποία αναφέρονται σαν “The Armageddon Blues Sessions” και τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες κυκλοφορίες.
a guarantee. Now I don’t care if you’re the pope of Rome, President of the United States or Man of the Year; somethin’ can all go wrong. Now go on ahead, y’know, complain, tell your problems to your neighbor, ask for help, ‘n watch him fly. Now, in Russia, they got it mapped out so that everyone pulls for everyone else… that’s the theory, anyway. But what I know about is Texas, an’ down here… you’re on your own.












Το Αίμα έχει πάντα μονολιθικό concept. Έτσι και εδώ οι στίχοι ήθελα να ‘ναι απλοί χωρίς να παραπέμπουν στον «σοφιστικέ» αποκρυφισμό του σημερινού black metal. Προσπάθησα να πιάσω την “αφελή” σατανίλα της πρώτης περιόδου. Οι στίχοι κυμαίνονται σε διάφορα θέματα, από χύμα μέχρι λαογραφικές και θρησκευτικές αναφορές, κυρίως από την αποκάλυψη του Ιωάννη. Tο “Poison communion and real flesh” βασίζεται σε μια λαογραφική ιστορία από τον τόπο καταγωγής μου. Η δοξασία έλεγε πως κάποιος πολύ κακός άνθρωπος που κακοποιούσε την οικογένεια και τους συγχωριανούς του, πήγε μετά τη σαρακοστή να κοινωνήσει. Με την κατάποση, η θεία κοινωνία μετατράπηκε μέσα στο στόμα του σε δηλητήριο με αληθινές σάρκες. Tο “Roar of the animal” αναφέρεται στην γενετική, τη προσπάθεια του ανθρώπου μέσα από την επιστήμη ν’ αναστήσει ένα ζώο το οποίο έχει εξαφανιστεί από την γη και όταν το καταφέρνει δεν μπορεί να δαμάσει τη δύναμή του. Στο παρελθόν έχω κάνει ξανά κομμάτι για την επιστήμη, στο “cryonics for a fallen god” περιγράφω μια ιστορία, όπου οι επιστήμονες προσπαθούν με κρυογονική να διατηρήσουν το σώμα ενός ημίθεου. Ένα από τα θέματα που μου αρέσουν ιδιαίτερα είναι το πώς ο άνθρωπος μέσω της επιστήμης προσπαθεί να επιβληθεί στην φύση και να φτάσει την θέωση, που όλες οι θρησκείες έχουν ως ανώτατο σκοπό ζωής. Στις ιστορίες αυτές, συνήθως χάνει τον δρόμο του, παρακάμπτει τον Θεό και γίνετε “έκπτωτος”. Αυτό που πρέπει να σημειώσω είναι πως οι περισσότεροι από τους στίχους ξαναγράφτηκαν, γιατί στην αρχική τους μορφή είχαν γίνει περίπλοκοι για το concept. Ήθελα να ναι τελείως απλοί, δεν μ’ ενδιαφέρει αν θα φανούν αστείοι η παιδικοί. Καθετί έχει την θέση του και προσωπικά ξέρω γιατί είναι εκεί και αυτό μου φτάνει.
Είναι ίσως οι πρώτοι που ασχολήθηκαν συστηματικά με αυτόν τον ήχο στην Ελλάδα. Τελείως χύμα συνθέσεις και βάρβαρα φωνητικά. Είχαν την πρωτοτυπία να πάρουν το war concept αυτού του ιδιώματος και να το μεταφέρουν στην αρχαία Ελλάδα, μιλώντας για μάχες του παρελθόντος και αρχαία ελληνική μυθολογία. Τα κλισέ του είδους τα έχουν διατηρήσει στο ακέραιο και ο frontman Iapetos είναι από τις πιο εμβληματικές φιγούρες της ελληνικής σκηνής. Όλα είναι στην θέση τους, τεράστιες ταβανοπροκες, αντιασφυξιογόνες μάσκες, πολυβόλα και η αίσθηση του Ross Bay μέσα από το αρχαιοελληνικό πρίσμα. Θεωρώ πως η συγκεκριμένη κυκλοφορία είναι η πιο εμβληματική, λόγω της μικρής διάρκειας και της σχεδόν one take προσέγγισης.
Αυτή η κυκλοφορία είναι ίσως η καλύτερη που έχει βγει ποτέ, από τον συγκεκριμένο ήχο, στην ελληνική σκηνή. Γενικά σαν σχήμα έχει τρομερά cult status, που ακόμα και πιονέροι του συγκεκριμένου είδους έχουν προσκυνήσει στη συγκεκριμένη κυκλοφορία. Όταν το ακούς πραγματικά νιώθεις ότι ηχογραφήθηκε Τότε στον Καναδά. Βάρβαρο όσο δεν πάει και η εισαγωγή με τα πλήκτρα πραγματικά σε στοιχειώνει. Το Moyen-ικό εξώφυλλο δεν αφήνει περιθώρια σε κανέναν να μην καταλάβει τι παίζει, ακόμα και αν δεν το έχει ακούσει. Φημολογείται ότι υπάρχει αρκετό ηχογραφημένο υλικό που δεν έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Μπάντα θαμμένη στα υπόγεια. Γαμάτο!
Λένε πως το σχήμα ήταν από Θεσσαλονίκη, έτσι γράφει και το διαδίκτυο, αλλά δεν παίρνω όρκο. Είχαν βγάλει μόνο αυτήν την κασέτα, η οποία έχει απίστευτο υλικό. Ήταν λίγα χρόνια πριν αναβιώσει το συγκεκριμένο είδος, με φοβερές και πολύ σκοτεινές συνθέσεις. Υπάρχει ένα touch από ελληνικό ήχο. Μνεία πρέπει να γίνει και στο τίγκα γραφικό εξώφυλλο, το οποίο θεωρώ ότι πιο ταιριαστό. Φωτογραφίες με γυαλιά και corpsepaint, όπως όλοι ξέρουμε ποιοι. Πολλοί θεωρούν αυτή τη κασέτα σα την καλύτερη κυκλοφορία από την Ελλάδα σε αυτόν τον ήχο. Μπορεί και να είναι έτσι. Πάντως, παρόλο που το σχημα δεν έχει ξαναεμφανιστεί από τότε, δισκογραφικά έχει αφήσει ανεξίτηλο σημάδι με αυτήν την κυκλοφορία.





Χαμένο στη λήθη του χρόνου. Πρόκειται για το δεύτερο σχήμα (το πρώτο ήταν οι Necromantia) στην ιστορία του Black Metal με διπλό μπάσο. Αμφιλεγόμενο τότε, βοήθησε (υποθέτω) με τον εκκεντρικό ήχο του, σχήματα όπως οι Slagmaur αρκετά χρόνια αργότερα. Οι Φιλανδοί μοιάζει να ηχογράφησαν στις αποχετεύσεις της επαρχίας του Kuopio. Ένα mid ως και slow tempo βαλτώδες έλος γεμάτο αναθυμιάσεις μεθανίου για όλες τις μύτες. Το παράδοξο ήταν πως ενώ μοιάζει να παίζουν με χαλασμένα όργανα μέσα στη καρβουνόσκονη, έχουν στιγμές που φέρνουν σε τραγούδι και ίσως θυμάσαι αργότερα (In Darkness I Fly, Battlecry). Η παραγωγή/μίξη ήταν το μυστικό που οδήγησε κάποιους να τους βαφτίσουν ως και Black/Doom. Φανταστείτε σπηλιά και τον ηχολήπτη να έχει στήσει στη πρώτη πλατεία. Δίπλα του τύμπανα και δυο μπάσα πίσω από σταλαγμίτες. Αν το κάνατε εικόνα, βάλτε με το νου σας μικρή σήραγγα που οδηγεί σε δεύτερη πλατεία. Κάπου εκεί παίζουν riff, κιθάρες που σύρθηκαν μέχρι εδώ στην υγρή λάσπη. Τον Demonos Sova τον έχω φανταστεί να τραγουδά από πάνω, κρεμασμένος σα νυχτερίδα. Δεν είναι χωρατό, γιατί ο ρόλος του είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Μπορεί να έχει χρησιμοποιήσει τόνους εφέ αλλά είναι φανερό πως δούλεψε περισσότερο απ’ όλους, για να γεμίσει το album σπιθαμή προς σπιθαμή. Αν υπάρχει έμπνευση στα φωνητικά που τον έβγαλε σε αυτές τις όχθες, αυτή δεν είναι άλλη από τον απόγονο των Απάτσι It των Abruptum. Σε κομμάτια σαν το “Slavery and Delusion” μας κάνουν να χαμογελάμε για την εξαιρετική χρήση των διηγηματικών φωνητικών του Magus (Necromantia). Και μιας που ανέφερα τ’ όνομα αυτό ξανά, όταν μιλάμε για δυο μπασοραφές δίπλα τους πάει μονάχα τ’ όνομα Baron Blood (δεν το είχα σκεφτεί, αλλά γράφοντάς το εδώ, λέω πως τα δυο «B» δήλωναν πάντοτε τα δυο μπάσα). Το “Hailstorm” είναι ένα ιδιόρρυθμο κράμα με «τρομερά διασκεδαστικό» αποτέλεσμα και το σπουδαιότερο, με τα ελάχιστα των ελαχίστων ως υλικά. Δυστυχώς όμως το γήπεδο δεν είπε ούτε μια φορά τ’ όνομά του. Αλλά γι’ αυτό, ΦΤΑΙΝΕ μονάχα οι ίδιοι.
Modus Vivendi: Είμαστε σ’ εποχές που οι μουσικοί δεν μας αφήνουν σε ησυχία. Χτυπούν αδιάληπτα με νέο υλικό, που λογικό είναι, να μην έχει πάντα την ίδια έμπνευση. Αυτό μάλλον συμβαίνει και στο 8άρι “Decadance” του Hail Conjurer, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο που μας πέρασε. Στην «προακρόαση» (θεϊκή διαδικασία, στην οποία πάντα ήθελα να συμμετέχω) είδα τη παραγωγή ν’ αλλάζει φαλκιδεύοντας τη ατμόσφαιρα του ντεμπούτου. Οι κιθάρες έχουν μοντέρνο ήχο και τα riff σχετικό ενδιαφέρον. Τα φωνητικά δεν λαμβάνουν ρόλους εκφραστικά και το ρυθμικό εξυπηρετεί πεπατημένες δίχως δελεαστικές δυσμορφίες. Τέλος, η αισθητική χάνει πλέον το μέτρο για το οποίο σας μίλησα, για να κάνει παρέα σε καμώματα των 10’s, τέτοια που μοιάζει να ξέχασαν τ’ άγια δισκοπότηρα του Black/Death και κοινώνησαν από stoner τζιβάνες. Κανονικά θα έπρεπε να τελειώσω το κείμενο λέγοντας: Καλώς ήρθες Hail Conjurer, στο καλό Hail Conjurer. Αλλά μ’ εντυπωσίασε το νέο κομμάτι (
You must be logged in to post a comment.